Τα Ποιητικά - Τεύχος 36

Τα Ποιητικά - Τεύχος 36Συγγραφέας: ΔΙΑΦΟΡΟΙ

5,00€

Άμεσα διαθέσιμο

Ποιος είναι καλός ποιητής και ποιος κακός; Ιδού μια ανοιχτή συζήτηση εις τους αιώνες – κι είναι αυτοί, έτσι κι αλλιώς, οι αιώνες δηλαδή, που το αποφασίζουν… Μελέτη περίπτωσης στο ανά χείρας τεύχος, ο Καρυωτάκης. Η τέχνη του δεν ήταν καλής ποιότητας. Η δημιουργική του πνοή λιγοστή και η καλλιέργειά του ακόμη λιγότερη. Πουθενά στα ποιήματά του το αίσθημα του ευγενικού, του άρτιου, του ανεπιφύλακτα ωραίου. Αυτά λέει ο Γιώργος Θεοτοκάς και σ’ αυτά απαντά ο Γιώργος Χονδρογιάννης. Περιγράφοντας τον βαθύ πόνο του ποιητή, ενός «έξαλλου ανθρώπου» που σφράγισε τη γενιά του και τις επόμενες γενιές, ως την αφετηρία μιας αυθεντικής ποίησης: «Ας πούμε ότι ο βαθμός της αναγκαιότητας αυτής που συμπιέζει τον εσωτερικό μας κόσμο στη βαθύτερη ουσία του για το παρουσίασμά του είναι η πληρέστερη δικαιολογία του έργου τέχνης, όποτε αυτό παίρνει τη δύναμή του από τη δυναμικότητα της ψυχής μας και ντύνεται το ντύσιμο που του ταιριάζει καλύτερα, περιβαλλόμενο είτε με τις κομψές καλλίγραμμες αμφιέσεις των μαλλαρμικών φράσεων, είτε με τους ανεμιζόμενους μανδύες των ουγκικών περιόδων.»

Ή με άλλα λόγια, όπως το έθετε ο Μάριος Χάκκας στο «Τρίτο νεφρό», που αντιπαθούσε ωστόσο την ποίηση του Μαλλαρμέ και την έβρισκε mal armé: «Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.

Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.»

Ο Καρυωτάκης είναι κατά Χάκκα bon armé και alarmé…  

Μα πόσο επίκαιρη είναι πάντα αυτή η συζήτηση… Την αποτυπώνει κι ο Θωμάς Γκόρπας, στο ποίημα «Η ποίηση»:

Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή

/Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια

/Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου

/Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα

/Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη

/Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια….

 

Πατάρι

 

/Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια

/Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου

/Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια

 

 

/κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία

/κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν

/τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια

/τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη

/πια

/οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν

 

Πάντα ήτανε λίγοι οι ποιητές. Οι άλλοι κάτι φιόγκοι, που λέει κι ο Χάκκας, «που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι’ αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα».

Πάει καιρός που βρισκόμαστε σ’ αυτήν τη γραμμή.

Ποιητικώς λοιπόν από τα Ποιητικά, καλή χρονιά. Συνεχίζουμε.

Είδος: Αλλο
ISBN: 1792-8877
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2019
Πρώτη έκδοση: 2019 (Δεκέμβριος)
Ενιαία Τιμή Βιβλίου: ΝΑΙ
Δέσιμο: Αγνωστο δέσιμο
Διαστάσεις: 33 x 22,5
Σελίδες: 32
Σειρά: Τα Ποιητικά
Α/Α σειράς: 36
Εικονογράφηση:
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ ΑΡΘΡΟ

ΠΑΛΙΝΤΟΝΟΣ ΑΡΜΟΝΙΗ

Η ποίηση του Χριστόφορου Λιοντάκη

-Τιτίκα Δημητρούλια-

ΜΕΛΕΤΗ

Ο ΣΑΡΚΙΝΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

-Έφη Κατσουρού-

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

-Συζήτηση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου-

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

-Συζήτηση με την Τιτίκα Δημητρούλια-

ΔΟΚΙΜΙΟ

FAKE POETRY

-Παναγιώτης Βούζης-

ΔΥΟ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

-Θεοδόσης Πυλαρινός-

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΟΥΤΣΟΣ (1803-1863)

-Βαγγέλης Δημητριάδης-

ΣΕΛΙΔΕΣ ΠΑΛΙΑΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Γιάννης Χονδρογιάννης (1903-1987)

Δείγματα γραφής των: ΑΝΤΖΥ ΚΑΛΑΜΑΡΑ, ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΡΑ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΗΛΙΩΤΗ, ΙΩ ΜΑΡΑΓΚΟΥ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΡΔΟΥΛΙΑ

Κριτικές των: ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΡΟΥΜΠΑ, ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ, ΚΩΣΤΑ ΚΑΛΗΜΕΡΗ, ΓΙΩΡΓΟ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟ, ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ, ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΙΛΛΗ, ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 


 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

 

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Τιτίκα Δημητρούλια, Γιώργος Μαρκόπουλος

 

ΤΑΚΤΙΚΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΘΩΜΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΣΕΛΙΔΕΣ: 32 , ISSN: 1792-8877, ΣXHMA: 24,5×34,5 cm

Τιμή:  €5,00, Ετήσια συνδρομή:  €20,00

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Αποτιμήσεις όσον αφορά στη θέση συγκεκριμένων συλλογών, αλλά και του συνολικού ποιητικού έργου Ελλήνων και ξένων στην ιστορία και την τρέχουσα πραγματικότητα.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η ποιητική παραγωγή, ελληνική και ξένη, μέσα από τα ποιήματα καθαυτά, σε ένα πλαίσιο που επιδιώκει να προβάλει τόσο τη συνέχεια όσο και τη ρήξη.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο δημιουργός στη σχέση του με τον κόσμο και τις λέξεις.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σύντομες παρουσιάσεις ποιητικών βιβλίων, σε μια προσπάθεια ανοίγματος του περιοδικού σε όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της ποιητικής παραγωγής.

ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ

Ανθολόγηση ποιημάτων από δημοσιευμένες συλλογές.

EDITORIAL

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

 

(1903-1987)

 

Για τον Καρυωτάκη

 

[…]

Οι νέοι του 1930 δεν ήσαν τότε ακόμη στα πράγματα. Ήρθε η σειρά τους να πούνε τη γνώμη τους. Τη γνώμη τους που αληθινά, κανείς δεν ημπορεί να της αρνηθεί το κύρος της. Και να που δυο αντιπρόσωποι της γενεάς εκείνης εμίλησαν. Ας ιδούμε τι είπαν. Ο τελευταίος μας αρκεί, γιατί το γραφτό του φαίνεται να ’χει σχετικά με το γραφτό του πρώτου, τη σχέση «αναφέροντος και αναφερόμενου» ως προς την κεντρικήν ιδέα τουλάχιστον. Λοιπόν, ήτανε ή δεν ήτανε ποιητής ο Καρυωτάκης;

          Ο κ. Θεοτοκάς αποφεύγει να δώσει απ’ ευθείας απάντηση στο ερώτημα αυτό, αλλά κάνει κάτι καλύτερο. Μας λέει ότι ο άνθρωπος αυτός, ο χριστιανός αυτός τέλος πάντων, που ήτανε καλλιτέχνης και είχε μια εσωτερική ζωή, δεν κατόρθωσε να γράψει ούτε ένα αληθινά καλό ποίημα. Ίσως γιατί η δημιουργική του πνοή ήτανε λιγοστή και η καλλιέργειά του ακόμη λιγότερη. Η τέχνη του δεν υπήρξε τέχνη της καλής ποιότητας. Το ευγενικό αίσθημα του στερεού, του άρτιου, του ανεπιφύλαχτα ωραίου, δεν ανευρίσκεται πουθενά στα ποιήματά του. Τέχνη κακής ποιότητας λοιπόν. Ποίημα, ούτε ένα καλό. Τι ήταν, άραγε, εκείνο που εδόνησε επί ολόκληρα χρόνια την πνευματική γενεά των νέων της εποχής μας και που ακόμα δεν έπαυσε να έχει τον αντίκτυπό του ίσαμε τις μέρες μας; Το παραλήρημα του «Καρυωτακισμού», έστω, πού άραγε να είχε την πηγή του; Μπόρεσε ένας άνθρωπος χωρίς καλή τέχνη και χωρίς καλή ποίηση να συναρπάσει και να συνεγείρει μια ολόκληρη μεταπολεμική πνευματική γενεά με την αυτοκτονία του μόνο; Πολύ τολμηρό ν’ αποκριθεί κανείς «ναι» γιατί θα ήτανε και χρονολογικώς ασυνεπής. Με τι λοιπόν; Με τι; Πνευματικά και δημιουργικά εφόδια δεν είχε. «Ήτανε λιγοστή η δημιουργική του πνοή και η καλλιέργειά του ακόμη λιγότερη». Πώς τα κατάφερε λοιπόν να γίνει η συνισταμένη των ψυχικών εξορμήσεων και ο δείκτης των διαμαρτυριών της γενεάς του; Πώς τα κατάφερε να γίνει μαζί ο αμνός ο αίρων τας αμαρτίας της και ο βαρύς μοχλός που σήκωσε τον σωρευμένον όγκο των πικριών της και τον έριξε στα πόδια όλου του κόσμου;. Πώς μπόρεσε, τέλος πάντων, να δείξει σ’ όλο της το σπαραγμό την αιμάσσουσα καρδιά των αγωνιώντων ανθρώπων της εποχής του και να συγκινήσει περισσότερο από κάθε άλλον; Μήπως ήταν ποιητής; Αλλά δεν έγραψε ούτε ένα καλό ποίημα. Μα πώς εννοεί τα καλά ποιήματα άραγε ο κ. Θεοτοκάς; Μας αναφέρει ως τέτοια μιαν Ωδή του Κάλβου ή ένα Ελεγείο του Γρυπάρη. Καλά και άξια, φυσικά, αλλά είναι αυτά και τα παρόμοιά τους το άπαντον της ποίησης; Στέκονται άραγε, στη Γαλλική ποίηση, για ν’ αναπτυχθούμε σε μια κάπως ευρύτερη περιοχή, τα Emaux et Cancees του Γκωτιέ, ή και αυτά ακόμη τα Τρόπαια του Ερεντιά, ως ποιητικές εξάρσεις, πιο ψηλά από τα τραγούδια της Μαρίας Ντεμπόρντ-Βερμόρ; Κρίνεται η Ποίηση από την τεχνική μόνο στερεότητα του αντικειμένου; Αυτή είναι η καλής ποιότητος ποίηση; Δε νομίζουμε. Ούτε για την πρόζα δεν φτάνει αυτό. Η τεχνική στερεότης πρέπει να είναι φυσιολογικό αποτέλεσμα, κατά τινα τρόπο, και όχι μοναδική επιδίωξη. Δεν είμαστε θιασώτες της θεωρίας της «πρώτης έμπνευσης». Δεν συμμεριζόμαστε όμως καθόλου και την άποψη ότι η καλή ποιότης είναι κυρίως ζήτημα μορφολογικών επιτυχιών. Ο Καρυωτάκης, είναι αλήθεια, δεν έστησε κατά σειράν αγάλματα λαμπρής ελληνικής τέχνης, καθώς είναι, να πούμε, οι Στροφές του Μορεάς, όπως δεν έστησε κι ο Σολωμός τέτοια. Η ζωή του Σολωμού τον εμπόδισε να τελειώσει το έργο του. Γύρευε το τέλειο; Ήταν η ψυχική του κατάσταση, η ψυχοσύνθεσή του τέτοια που να μη μπορεί να φέρει εις πέρας ένα ολοκληρωμένο έργο; Ήταν επιτέλους πάρα πολύ ποιητής αλλ’ όχι και ανάλογος τεχνίτης; Ίσως και όλα αυτά μαζί. Η ζωή του Καρυωτάκη τον εμπόδισε να δώσει εκείνη την καλή ποιότητα που ζητάει ο κ. Θεοτοκάς.

          H ζωή του Καρυωτάκη δεν ήτανε μόνο ζωή πνευματικών αναζητήσεων και διανοητικών ανησυχιών όπως είναι συνηθέστερα η ζωή ενός διανοούμενου. Ίσως μάλιστα να μην ήταν και τίποτε απ’ αυτά. Ήτανε, κυριότατα, ζωή αγωνίας και σπαραγμού. Όχι απλής διανοητικής αγωνίας, επαναλαμβάνουμε. Ο πόνος γι’ αυτόν ήτανε πραγματική κατάσταση. Οι λέξεις ακόμα τον πονούσαν. Ήταν άρρωστος, άρρωστος ψυχικά. Αλλά τι θα πει ψυχικά; Τον εγκέφαλό του τον έκαιγε φλογισμένο σίδερο. Ήταν «έξαλλος άνθρωπος». Άκουγε μέσα του τις οιμωγές των πραγμάτων, τα νύχτια παράπονά των, τα ουρλιάσματα των σκύλων, τα ρίγη που περνούσαν την πλάση απ’ τη μιαν άκρη ως την άλλη, τα καταλάβαινε αυτά, τα αισθανόταν, τον πονούσαν. Έβγαζε κραυγές. Και έγραφε τις Ελεγείες του. Όταν ο μεγάλος πόνος περνούσε, όταν ο κίνδυνος απομακρυνόταν κάπως, γελούσε σαρκαστικά με τον ίδιο τον εαυτό του και τον γελοιοποιούσε, γελοιοποιούσε τους ανθρώπους, τα πράγματά τους, τα έργα τους, σαν τα μικρά παιδιά ή και σαν τους μεγάλους που όταν είναι πολύ μόνοι οδοιπόροι μέσα σε μιαν έρημη νύχτα, με το δέος στην ψυχή τραβούν και κοντοστέκονται μπροστά στα γυμνά κλαδιά ενός κουρβουλιασμένου δέντρου που φαντάζει σαν αλλόκοτο θηρίο και όταν από ανάγκη προχωρήσουν και το ιδούν καλύτερα, γελούν ένα παράξενο γέλιο με περιφρόνηση για το «τέρας», αλλά χωρίς να πάψουνε ποτέ να ’χουν το δέος της νύχτας μέσα στην ψυχή τους. Και σ’ αυτές τις στιγμές ο ποιητής έγραψε τις Σάτιρες.

          Ο Καρυωτάκης και η Πολυδούρη τι τέλεια έργα να δώσουν; Το αίμα έτρεχε στάλα τη στάλα μέσ’ απ’ την καρδιά τους. Δεν μπορούσαν να ’χουν την έγνοια της «καλής ποιότητας». Έδωσαν ό,τι μπορούσαν να δώσουν. Η φωνή τους δεν είναι, φυσικά, η καθαρή φωνή, η ισοζυγιασμένη, των ανθρώπων που στέκουν ψηλότερά μας και ξέρουν τι γυρεύουν κι από μας κι απ’ τη ζωή. Η φωνή τους αντιβοά από τα βάθη του σκοτεινού πηγαδιού που χαροπαλεύουν, είναι η λαχανιασμένη, η κομμένη φωνή ενός που έρχεται από μακριά κυνηγημένος για να φύγει και πάλι και μόλις προφταίνει να φωνάξει βοήθεια. Δεν είναι, λοιπόν, ο Καρυωτάκης μεγάλος ποιητής. Δεν το ισχυρίσθηκε κανείς αυτό, καθ’ όσο ξέρουμε. Ούτε και μια τέτοια τάση ζήτησε να χτυπήσει ο κ. Θεοτοκάς (εντούτοις μια Μπαλάντα του που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του στη Νέα Εστία θα μπορούσε άφοβα να παραβληθεί με τις καλύτερες Μπαλάντες του Φρανσουά Βιγιόν). Δεν είναι όμως ο Καρυωτάκης ένας ποιητής που θα ζήσει όσο και ο Γρυπάρης προς τον οποίο ο κ. Θεοτοκάς τον αντιπαραβάλλει για να κάνει διάκριση της καλής και της κακής ποιότητας; Δεν είναι ένας ποιητής που θα ζήσει κι αυτός όσο και ο Μαβίλης, ας πούμε, που έχει γράψει παραπάνω από ένα «καλά ποιήματα»; Εμείς για να είμαστε ειλικρινείς, βρίσκουμε μεγαλύτερη δικαιολογία ζωής, στο έργο του Καρυωτάκη παρά σ’ εκείνο του Μαβίλη. Η αναγκαιότητα που προώθησε στον εξωτερικό κόσμο την ποίηση ενός Καρυωτάκη νομίζουμε ότι υπήρξε πλέον επιτακτική από εκείνη που μας έδωσε την ποίηση του Μασβίλη ή του Γρυπάρη. Ας πούμε ότι ο βαθμός της αναγκαιότητας αυτής που συμπιέζει τον εσωτερικό μας κόσμο στη βαθύτερη ουσία του για το παρουσίασμά του είναι η πληρέστερη δικαιολογία του έργου τέχνης, όποτε αυτό παίρνει τη δύναμή του από τη δυναμικότητα της ψυχής μας και ντύνεται το ντύσιμο που του ταιριάζει καλύτερα, περιβαλλόμενο είτε με τις κομψές καλλίγραμμες αμφιέσεις των μαλλαρμικών φράσεων, είτε με τους ανεμιζόμενους μανδύες των ουγκικών περιόδων. Το έργο τέχνης στέκει βέβαια, αντικειμενικά σαν αυθύπαρκτον ον τίποτε δε μπορεί ν’ αλλάξει και τίποτε να καλυτερεύσει, αυτοεκπληρώνοντας τον προορισμό του και αυτοεξαντλούμενο στον εαυτό του, σα μια πηγή, και θα μπορούσε κανείς να το χαραχτηρίσει: ουδέτερο και ξένο, όπως παρατηρεί ο Ρίλκε, εντούτοις όμως, συνεχίζει ο ίδιος, μέσα τους βρίσκεται το κλειδί προς τους θησαυρούς μιας ανεξάντλητης παρηγορίας, που στο έργο τέχνης παρουσιάζεται συσσωρευμένη και που κάνει την αξία του και τούτο γιατί είναι και αυτό γέννημα του ανθρώπου και μάλιστα προέρχεται από τις εσχατιές του ανθρώπινου πόνου και της ανθρώπινης χαράς. Είναι φανερό πως το έργο του Καρυωτάκη τον προορισμόν αυτόν τον εξεπλήρωσε περισσότερο από κάθε άλλο έργο τέχνης στην εποχή μας και δεν θα παύσει να τον εκπληρεί όσο θα βρίσκονται άνθρωποι πονεμένοι στη Γη.

 

                                                 Περ. Νεοελληνικά Γράμματα, 2.4.1938

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.