Τιμή εκδότη: 25,80 €Τιμή govostis.gr: 23,22 €
https://www.youtube.com/@ΜΕΤΑΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ
Ο Φοίβος και η Καλυψώ είναι δίδυμα αδέρφια. Γιατί όμως θέλουν να δημιουργήσουν μια καινούργια οντολογία βασισμένη στον Νίτσε και τη φαινομενολογία; Φαίνεται πως μόνο ο Σόλωνας θα μπορούσε ν’ απαντήσει σε αυτό.
Ή και όχι. Γιατί κανένας από τους τρεις δεν είχε δημιουργηθεί ακόμα όταν γνωρίστηκαν. Με άλλα λόγια, το βιβλίο αυτό είναι ένα τεράστιο ψέμα, που μοναδικό σκοπό έχει να πει την αλήθεια. Παράδοξο; Ίσως.
Αυτό όμως είναι το παράδοξο του Μηδενισμού. Που όπως και το παράδοξο του Κυρίλοβ, δεν μπορεί παρά να έχει τραγική έκβαση. Επειδή: Πώς μπορείς να θεμελιώσεις μια φιλοσοφία στη Βούληση, χωρίς να παραδεχτείς ότι η Βούληση είναι μια Αλήθεια ακόμα; Πώς να μην υποστηρίξεις ότι ως τέτοια, δεν χρειάζεται κάποιον να την πιστεύει, δηλαδή να θέλει να πείσει και τους άλλους για την ύπαρξή της, με κάθε μέσο, όπως είναι ακόμα και η τρέλα ή ο θάνατος; Πώς είναι δυνατόν να αποφύγεις να διακηρύξεις στο τέλος ότι το μόνο που υπάρχει είναι ο Εαυτός, ως κάποιος που μπορεί να θέλει να είναι αναγκασμένος να τα κάνει όλα αυτά, και να τα αναπαράγει, γιατί είναι η μοναδική αντικειμενική πραγματικότητα που ξέρουμε ότι δεν γκρεμίζεται, ως «πρώτη αιτία» του υποκειμενικού μας σύμπαντος; Αλλιώς, το Τίποτα θα έχασκε απέναντί μας, όχι σαν λέξη με ιστορικά τοποθετημένη σημασία, αλλά σαν μεταφυσική άβυσσος. Σαν ένα κακόγουστο κενό χωρίς κανένα εγγενές νόημα, το οποίο συνεπώς κάποιος που υπάρχει θα έπρεπε πρώτα απ’ όλα να θέλει να ΔΕΙ, ένα μη-νόημα, που όλοι οι άλλοι, πρόγονοι και σύγχρονοι, φαίνεται πως θέλουν να του απαγορέψουν και ταυτόχρονα να του επιβάλουν…
Μην κάνετε το λάθος να διαβάσετε την ιστορία τους σαν να μιλούσε για ανθρώπους. Πρόκειται μάλλον για μέλη μιας πολλαπλότητας, για κομμάτια ενός Εαυτού (ή τουλάχιστον, για τους ηθοποιούς των κομματιών αυτών), που εξιστορούν τα ίδια τους εαυτούς τους, σε πραγματικό χρόνο, όσο προσπαθούν να τους δημιουργήσουν για πρώτη φορά.
Κάτι ανάμεσα σε λογοτεχνία, φιλοσοφία και ποίηση. Μια νέα γλώσσα-καύσιμο, που ρίχνει φως σε μια πανταχού παρούσα τραγωδία-δυνατότητα, απελπιστικά σύγχρονη, κι όμως, για την οποία φαίνεται ότι δεν έχει μιλήσει ακόμα αρκετά κανένας.
«Ναι», είπε και η Κω. «Περισσότερο για κάποιον ποιητή μιλάς. Ή κάποιον ερωτευμένο…»
«Όχι! Δεν μιλάω για ποιητή κι ερωτευμένο. Γιατί τα είπες αυτά; Αυτοί θέλουν να πλάθουν ομορφαίνοντας αυτά που βλέπουν, τόσο πολύ, που δεν ξέρουν πια καθόλου, τίποτα, για την αλήθεια αυτού που βλέπουν. Τη φοβούνται αντί να την αγαπούν. Εγώ όμως, θέλω να πω την αλήθεια…»
«Άρα το είδος όρασης που περιγράφεις είναι ένας ερωτευμένος με την Αλήθεια». Ο Σαν συγκρατιέται για να μην γελάσει.
«Όχι βέβαια! Και η Αλήθεια αφηρημένη έννοια είναι. Εννοώ…»
«Τι εννοείς, λοιπόν;» ρώτησε η Κω.
«Εννοώ… Τίποτα. Μόνο αυτό: Τα ψέματα ας τα αφήσουμε για τους ερωτευμένους. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι άσχημη […]
| Εικονογράφηση: | Έργο εξωφύλλου: Giorgio de Chirico, Ανατολή ηλίου πάνω από την πλατεία (1971) |
| Είδος: | Βιβλίο |
| ISBN: | 978-960-606-337-4 |
| Αριθμός έκδοσης: | 1η |
| Έτος έκδοσης: | 2026 |
| Πρώτη έκδοση: | Ιανουάριος 2026 |
| Ενιαία Τιμή Βιβλίου: | Ναι (έως Ιούνιο 2027) |
| Εκδότης: | Εκδόσεις Γκοβόστη |
| Διαστάσεις: | 17Χ24 |
| Σελίδες: | 784 |
| Εικονογράφηση: | |
| Θεματική Ταξινόμηση: | ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ |
| Βάρος: | 1318 γρ. |
Λίγα λόγια από τη συγγραφέα...
Με το που τελείωσα, η ιδέα είχε σχηματιστεί από μόνη της στο κεφάλι μου. Και είχε τη μορφή μυθιστορήματος. Τρεις άνθρωποι. Οι δύο είναι αδέρφια, ένα αγόρι και μια κοπέλα. Γνωρίζουν έναν τρίτο. Δεν έχω βρει ακόμα ονόματα, οπότε τους αποκαλώ με το χρώμα των μαλλιών τους. Είναι ο Μαύρος, η Κόκκινη και ο Καστανός. Η ιστορία είναι ολόκληρη ένα σύμβολο και μια ροή-διάλογος ανάμεσα στα δύο αγόρια. Η Κόκκινη έχει μάλλον ρόλο μεσολαβητή. Αλλά η μεσολάβηση εκφράζεται πολύ περισσότερο από τα μαλλιά των άλλων δύο. Η σκληρή αντίθεση, το ανοίκειο, το ξένο που υπάρχει ανάμεσα στον καθένα και τα μαλλιά του θα γλύκαινε αν μπορούσαν να ανταλλάξουν τα χρώματά τους… Ο Μαύρος παραπέμπει σε ένα είδος Απόλλωνα. Αυτός είναι που πεθαίνει. Εννοείται. Η ιστορία δεν θα έχει να κάνει στενά με αυτόν τον θάνατο, πεθαίνει σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Αλλά εκεί τελειώνει. Ο Καστανός… Δεν ξέρω. Πώς θα ήταν ένας Διόνυσος-από-μόνος-του; Πώς θα έπρεπε να μοιάζει; Θα μιλούσε; Θα σκεφτόταν; Τι θα έκανε; Γέλασα πάρα πολύ όταν το κατάλαβα. Ότι δηλαδή: Δεν έχω ιδέα… Λοιπόν; Εσύ ξέρεις; Τι ανοησία… Έχω βαρεθεί τα ψέματά σου. Κι εσύ έχεις βαρεθεί τα δικά μου. Στο εξής λοιπόν, θα είναι διαφορετικά. Δεν θα παίρνω στα σοβαρά ούτε ένα απ’ τα πράγματα που λες. Τι με κοιτάς; Το γούστο είναι προσωπικό ζήτημα. Κι εμένα ποτέ δεν μου άρεσε το δικό μου. Καλύτερα να φύγεις λοιπόν…
Το βιβλίο αυτό είναι δύσκολο να καταταχθεί σε κάποιο συγκεκριμένο είδος. Εξαρχής, σκοπός μου ήταν να πετύχω μια ισορροπημένη και ομαλή ανάμειξη ανάμεσα σε τρία είδη: Φιλοσοφία, Λογοτεχνία και Ποίηση. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται ίσως για κάτι ακόμα πιο περίπλοκο, κάτι που θέλω να τολμήσω να ονομάσω: μια Οντολογία που θεμελιώνει τον Μεταμηδενισμό. Σε πρώτο επίπεδο βέβαια, η μορφή του είναι οπωσδήποτε μορφή μυθιστορήματος, οπότε μάλλον αυτή είναι η κατηγορία υπό την οποία θα το τοποθετούσα, αν ήταν να διαλέξω. Ακόμα πιο συγκεκριμένα: πρόκειται για μια Τραγωδία.
Η ιστορία ακολουθεί την εξέλιξη της σκέψης και της σχέσης ανάμεσα σε τρία άτομα, φοιτητές φιλοσοφίας, σκοπός των οποίων είναι να δημιουργήσουν μια νέα οντολογία, ικανή να συμπλέξει με έναν καινούργιο τρόπο τη φιλοσοφία του Νίτσε με εκείνη των υπαρξιστών/ φαινομενολόγων. Ταυτόχρονα, τα τρία αυτά άτομα λειτουργούν ως σύμβολα, ή καλύτερα, ως μέλη μιας πολλαπλότητας, δηλαδή ενός Εαυτού, ερμηνευμένου ακριβώς με έναν τέτοιο τρόπο. Πράγμα που σημαίνει: τους βλέπουμε συνεχώς να «παίζουν» αυτά για τα οποία συζητάνε. Ο Φοίβος και η Καλυψώ (ή Κω) είναι δίδυμα αδέρφια. Ο πρώτος συμβολίζει ένα είδος Απόλλωνα. Και η δεύτερη ένα είδος Συνείδησης. Στο πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας, γνωρίζουν ένα τρίτο άτομο, τον Σόλωνα (ή Σαν), που συμβολίζει ένα είδος Διόνυσου. Γίνονται φίλοι αμέσως. Η πλοκή εκτυλίσσεται κυρίως μέσω των φιλοσοφικών τους συζητήσεων. Ταυτόχρονα όμως, η σύνδεσή τους με τα «αρχέτυπα» που αντιπροσωπεύουν είναι τόσο εμφανής, που το ενδιαφέρον (για τον αναγνώστη) δεν μπορεί παρά να προσανατολίζεται πολύ περισσότερο σε ό,τι κάνουν, παρά σ’ αυτά που λένε. Ακόμα καλύτερα: Στη σχέση τους. Με άλλα λόγια: Δεν πρόκειται για φιλοσοφικό εγχειρίδιο, παρόλο που θα είναι δύσκολο για κάποιον να το παρακολουθήσει αν δεν τρέφει ήδη κάποιο ενδιαφέρον για τη Φιλοσοφία, του Νίτσε ειδικά, έστω και με κάποιον τρόπο. Κι αυτό, όχι επειδή χρησιμοποιούνται πολλοί τεχνικοί όροι: Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η φιλοσοφία εδώ συμπλέκεται ολοένα με την ποίηση, όπως και με τον προσωπικό τρόπο με τον οποίο κατα-νοούν τα διάφορα ζητήματα οι πρωταγωνιστές, με τις προσωπικές τους ανησυχίες, τρέλες, συγκινήσεις και αδιέξοδα, έτσι ώστε το κέντρο βάρους της αφήγησης να μετατοπίζεται ολοένα, να γίνεται πολύσημο και απτό με παραπάνω από έναν τρόπο, όχι όμως και λιγότερο συγκεκριμένο κατά βάθος γι’ αυτόν τον λόγο.
Βασικά μοτίβα που συνέχουν ολόκληρο το βιβλίο: Η έννοια της Αιώνιας Επιστροφής. Η Τραγωδία. Η Δημιουργία.
Διαβάστε ΕΔΩ απόσπασμα από το βιβλίο
Βασική ιδέα: Ένα είδος κριτικής στην ιδέα ότι ο Διόνυσος, ως ο θεός της Κατάφασης, είναι το τραγικό πρόσωπο που κρύβεται πίσω από κάθε συγκεκριμένη αλήθεια/μορφή, ως αναπόδραστη ορμή της Ζωής, ως Βούληση-για-Δύναμη, ως η απόλυτη αλλά και άμορφη Ομοιότητα που «επιστρέφει αιωνίως», στοιχειώνοντας όλες τις μορφές της ανθρώπινης συνείδησης και θεμελιώνοντάς τες ταυτόχρονα: όχι ως Αλήθειες, αλλά ως δημιουργίες και ψευδαισθήσεις. Ακριβέστερα: Δεν πρόκειται τόσο για ένα είδος κριτικής, όσο για ένα είδος αντιστροφής: Η δύναμη που εννοείται εδώ δεν είναι η διονυσιακή. Αλλά η απολλώνια. Και όχι με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, αλλά ακριβώς στον βαθμό που: γίνεται αυτοαναφορική, προσπαθώντας να θεμελιώσει τη Δημιουργία στον εαυτό της. Πράγμα που, σε αντίθεση με τη νιτσεϊκή ιδέα περί Διονύσου, δεν περιγράφεται ως μια υποτιθέμενη αιώνια λειτουργία (ή αιώνια επιστροφή) του Απόλλωνα. Αλλά ως ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο η απολλώνια δύναμη εκδηλώνεται εντός του Μηδενισμού. Ο οποίος με τη σειρά του γίνεται αντιληπτός ως μια κουλτούρα δημιουργημένη, ιστορικά τοποθετημένη, και τίποτα παραπάνω. Αυτή η βασική ιδέα/απόπειρα, συστήνεται αρκετά νωρίς στο βιβλίο, δεν γίνεται βέβαια ξεκάθαρη αμέσως, αλλά χτίζεται σιγά-σιγά, όσο οι τρεις φίλοι πέφτουν πάνω στον τοίχο/αδιέξοδο που η Αιώνια Επιστροφή είναι, αναζητώντας νέους όρους με τους οποίους θα μπορέσουν να κατανοήσουν την Αντίφαση που υπονοεί, όπως και νέους δρόμους μέσω των οποίων θα μπορέσει να γίνει δυνατή η υπέρβαση και λύση της.
Βασικό πρόβλημα: Η νέα οντολογία δεν μπορεί να βασίζεται πάνω στην Αλήθεια, όπως γίνεται στην παραδοσιακή φιλοσοφία. Η «Ηθική» και η «Δημιουργία» πρέπει να θεμελιωθούν ως μοτίβα εξήγησης της πραγματικότητας, να γίνουν οι «πρώτες αρχές» μιας νέας κοσμοαντίληψης και ζωής, αντικαθιστώντας οτιδήποτε θα είχε το νόημα της Αναγκαιότητας ή της Αντικειμενικότητας, από την οποία κάθε ιδέα θα έπρεπε να ξεκινά και να καταλήγει (το μοτίβο κάθε Αναγωγισμού), μιας Ομοιότητας που θα ζούσε ολοένα ως ίδια και απαράλλακτη με τον εαυτό της, και που θα την ξαναβρίσκαμε κάθε φορά στο βάθος όλων των πραγμάτων, ως νόμο της ουσίας τους. Όλες ανεξαιρέτως οι λέξεις όμως, μοιάζουν να βασίζονται ακριβώς πάνω σε μια τέτοια Αλήθεια, επαναφέροντάς την στην καρδιά/βάση κάθε ριζοσπαστικής (ή αντι-μεταφυσικής) απόπειρας, μαζί με τον παραδοσιακό δυϊσμό ανάμεσα στο Εγώ και το Πράγμα, το Μέσα και το Έξω, που είναι φτιαγμένος για να την αναπαράγει, όπως και μαζί με την ανάγκη-για-Πίστη που μια τέτοια αναπαραγωγή θρέφει στο ενορμησιακό/ασυνείδητο μέρος της ψυχής εκείνων που τις χρησιμοποιούν. Ακόμα περισσότερο: Αναπαράγοντας το μοτίβο καθαγιασμού/θυσίας, που είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση κάθε νέας Αλήθειας, υπόκωφα αλλά και αναπόφευκτα, ακόμα και στην περίπτωση εκείνης της νέας Αλήθειας που θα βασιζόταν ρητά στην άρνηση κάθε απολυτότητας, ή επιχειρώντας να την αποδομήσει, στο όνομα ό,τι «επιθετικότερου» έχει επινοηθεί γι’ αυτό το σκοπό από τους «ενεργητικούς μηδενιστές» των προηγούμενων αιώνων, όπως είναι η ανθρώπινη «Θέληση», ο «Εαυτός ως Δημιουργός», η «Ελευθερία ως καταδίκη». Με άλλα λόγια: Το πρόβλημα που πραγματεύεται αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο «φιλοσοφικό», με την αυστηρή έννοια του όρου. Ούτε και «υπαρξιακό», με τον κατασταλαγμένο σαν-θρησκευτικό, ή στενά ψυχο-λογικό τρόπο, με τον οποίο σήμερα τείνει συχνά να ταυτίζεται. Μοιάζει μάλλον: με το παράδοξο του Κυρίλοβ του Ντοστογιέφσκι.
Διαβάστε ΕΔΩ απόσπασμα από το βιβλίο
Ο Κυρίλοβ όμως είναι τραγικός. Και αυτοκτονεί. Το αντίστοιχο τραγικό πρόσωπο αυτού του βιβλίου είναι ο Φοίβος. Ο οποίος όμως, φανερά και με όλους τους τρόπους, δεν υποφέρει από το ίδιο δίλλημα και την ίδια αντίφαση. Ακριβώς στον βαθμό που πρωτίστως, προσπαθεί να αναλύσει τους συγγραφείς και τους χαρακτήρες που τα εξέφρασαν όλα αυτά για πρώτη φορά, παρά τα ενσαρκώνει/συμβολίζει ο ίδιος. Παρουσιάζεται ως κάποιος που περισσότερο στρέφεται προς εκείνους, τόσο λογικά όσο και συναισθηματικά/ηθικά, παρά ως κάποιος που έχει καταφέρει να τους υπερβεί, ή έστω να τους ερμηνεύσει με έναν πρωτότυπο τρόπο. Παρόλο που το κάνει. Τι είναι το πιο σημαντικό γι’ αυτόν; Θέλει να καταλάβει κάτι για τον τρόπο με τον οποίο η Δημιουργία μπορεί να θεμελιωθεί φιλοσοφικά, έτσι ώστε να μην λειτουργεί ως μία ακόμα Αλήθεια. Έτσι ώστε να μην ακολουθεί τα μισητά σ’ αυτόν μοτίβα του Καθαγιασμού, της Θυσίας και της Πίστης, από τα οποία μοιάζει να μην μπορεί να ξεφύγει κανείς, όσο κι αν προσπαθήσει για το αντίθετο, ακόμα και με τίμημα την απομόνωση, την τρέλα ή τον θάνατο.
Διαβάστε ΕΔΩ απόσπασμα από το βιβλίο
Δεν τα καταφέρνει. Ο Φοίβος πεθαίνει στη μέση του βιβλίου. Η ιστορία όμως συνεχίζεται. Και κινείται γύρω από την προσπάθεια των άλλων δύο να καταλάβουν τον τρόπο με τον οποίο ο θάνατός του συνέβη, να τον αποδεχτούν και να ξεκλειδώσουν το βαθύτερό του νόημα. Η Καλυψώ τρελαίνεται και το σκηνικό μετατίθεται, από το σπίτι των διδύμων, στο οποίο ζούσαν όλοι μαζί μέχρι τότε, σε ένα ψυχιατρείο. Η γραφή γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστική, κάνοντας τα επίπεδα να μπλέκονται μεταξύ τους πολύ πιο έντονα και ελεύθερα από πριν, μυστικιστικά σχεδόν και απροκάλυπτα αδίστακτα, μιας και ο Σόλωνας, ως διονυσιακός τύπος, τείνει να σκέφτεται ακριβώς με έναν τέτοιο τρόπο. Έτσι που γίνεται ακόμα πιο φανερό: Το βιβλίο αυτό δε μιλάει τόσο για την πορεία μιας σκέψης ή ιδέας, όσο για τη ζωή πραγματικών υπάρξεων, που εξιστορούν οι ίδιες τον εαυτό τους, μέσα από τον συγγραφέα, ως κομμάτια της πολλαπλότητας του συγγραφέα, ή τουλάχιστον, ως ηθοποιοί των φαντασμάτων των κομματιών αυτών.
Διαβάστε ΕΔΩ απόσπασμα από το βιβλίο
Προς το τέλος του βιβλίου, ο Σόλωνας γνωρίζεται με τον Θυσέα, που είναι επίσης ένα είδος απολλώνιας φιγούρας. Μέσα από τις συζητήσεις τους εξηγούνται πολλά από τα πράγματα που προηγουμένως παρέμεναν θολά κι ακατανόητα, ή αφήνονταν να περιπλανηθούν στον χώρο της ποίησης, δηλαδή ανάμεσα σε πολλές δυνατές ερμηνείες. Μέσω της επικοινωνίας τους βλέπουμε ακόμα και τα πιο μύχια στοιχεία της ιστορίας να μεταμορφώνονται σε συμπαγείς ιδέες, να γίνονται: φιλοσοφικό σχήμα. Χωρίς ταυτόχρονα το κέντρο βάρους της σημασίας τους να αφαιρείται από τον τρόπο που πράττουν και ζουν οι χαρακτήρες που τις αντιπροσωπεύουν. Το μυθιστόρημα μάλιστα, τελειώνει ακριβώς με μια τέτοια πράξη (Σκόπιμα; Και με ποιον τρόπο;) έτσι ώστε να φέρει ακόμα μέσα της όλη την πολυτιμότητα: του αινίγματος.
Μαρία Δημητριάδη
Σημείωμα του εκδότη
«Η γενναία πράξη φωτίζεται από γενναία πράξη».
Φρ. Νίτσε
«Δεν υπάρχει άλλος κόσμος από αυτόν που θυμόμαστε
και από εκείνον στον οποίο η μνήμη μας θέλει να μας κουβαλήσει…»
Μ. Δημητριάδη
Στο χορταστικό φιλοσοφικό μυθιστόρημα με τίτλο Επειδή εσύ… και υπότιτλο Τι είναι ο μεταμηδενισμός;, η Μαρία Δημητριάδη επιλέγει έναν ανορθόδοξο τρόπο αρίθμησης κεφαλαίων και επιμένει να προδίδει από νωρίς στον αναγνώστη το κύριο εύρημα της πλοκής: τον θάνατο του βασικού χαρακτήρα, περίπου στη μέση του βιβλίου. Αν, ωστόσο, ο αναγνώστης παραβλέψει αυτές τις παιγνιώδεις –και ενδεχομένως προκλητικές– παρατυπίες, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα σύνθετο αρχιτεκτονικό εγχείρημα και με ένα μάλλον νέο κειμενικό είδος.
Το έργο συγκροτείται από τέσσερα «μέρη», όχι μόνο σε επίπεδο μορφής αλλά και περιεχομένου, και περιλαμβάνει αινιγματικά, σχεδόν τελετουργικά, σχέδια με χειρόγραφες λεζάντες, σκόρπιες σελίδες ημερολογίου από διαφορετικές χρονικές περιόδους, ποιήματα που εντάσσονται οργανικά στην αφήγηση –άλλοτε τη συνεχίζουν και άλλοτε τη διακόπτουν ή την αναιρούν– καθώς και αναφορές σε τραγούδια, τοποθετημένες με απόλυτη ακρίβεια, αν και ο αναγνώστης θα μπορούσε κάλλιστα να μην τα ακούσει. Τουλάχιστον όχι στην πρώτη ανάγνωση.
Και αυτό, γιατί πρόκειται για ένα βιβλίο που προσκαλεί επιτακτικά σε περισσότερες από μία αναγνώσεις. Όχι μόνο λόγω των πολλαπλών αφηγηματικών επιπέδων και της εναλλαγής εστιάσεων, αλλά κυρίως επειδή όποιος το διαβάσει θα θελήσει –σχεδόν αναγκαστικά– να επιστρέψει σε αυτό. Τρεις φοιτητές φιλοσοφίας αναλαμβάνουν να θεμελιώσουν μια νέα οντολογία: δύο δίδυμα αδέλφια και ένας νεοφερμένος φίλος. Στην πραγματικότητα, όμως, δημιουργούν τους ίδιους τους εαυτούς τους καθώς το βιβλίο γράφεται. Ή, ακριβέστερα, το μείζον ζήτημα είναι ότι ένας συγκεκριμένος, Απόλλωνας δημιούργησε τον εαυτό του – ως αυτοαναφορικό.
Σε αυτό το σημείο διαφαίνονται καθαρά οι επιρροές της Δημητριάδη από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία, για την οποία το ενδιαφέρον έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, όσο ξεπερνιούνται σταδιακά οι προκατασκευασμένες, αρνητικά φορτισμένες αναγνώσεις του έργου τού Γερμανού φιλοσόφου. Πού βρίσκει, λοιπόν, χώρο ο Μεταμηδενισμός σε όλα αυτά; Ποιο είναι το κενό για το «μετά» του μηδενισμού;
Η απάντηση του βιβλίου είναι σαφής: δεν πρόκειται για κενό, αλλά για ψευδοπρόβλημα. Πρόκειται για μια γέφυρα. Όπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται σε έναν από τους διαλόγους: «Η αιώνια επιστροφή δεν επιστρέφει. Γι’ αυτό: τίποτα απ’ όσα λέμε σήμερα για το μεταίχμιο δεν πρόκειται να συνεχιστεί με τον οποιονδήποτε τρόπο στον μεταμηδενιστικό κόσμο. Ό,τι γεννιέται στο μεταίχμιο, μένει στο μεταίχμιο… Μεταμηδενιστικός είπες; Τι λέξη! Τι τέλεια λέξη! Πρέπει να τη σκεφτώ…»
Μετά τον Νίτσε, ο Ρεμπώ, ο Έλιοτ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Σαρτρ, ο Καμύ, ο Ντελέζ, διασταυρώνονται στις σελίδες –άλλοτε βροντερά και άλλοτε σαν μεταξένιο υφάδι– ενταγμένοι σε ένα έργο που αναζητά τη θέση του ανάμεσα στη λογοτεχνία, την ποίηση και τη φιλοσοφία. Γνωρίζει, ωστόσο, πολύ καλά τι δεν είναι: δεν είναι μόνο ψυχογράφημα, ούτε μόνο λυρισμός, ούτε μόνο τραγωδία, ούτε μόνο σύγχρονος μύθος, ούτε μόνο αλληγορία ή παραμύθι. Είναι κάτι άλλο. Κάτι που αξιώνει να λέει την Αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια έχει μορφή και αισθητική πυκνότητα. Το οντολογικό ερώτημα που απομένει είναι απλό και συντριπτικό: «πώς δημιουργήθηκε;»
Το έργο δεν είναι συμβολιστικό, αν και τα σύμβολα βρίσκονται παντού. Ένα παράθυρο, ένα πιάνο, ένα βιολί, ένα πόμολο, τα μαλλιά του Φοίβου και τα μαλλιά της Κω, το τηλέφωνο του Σαν, ο κισσός, η γαρδένια, το ηλιοτρόπιο, το δέντρο, η αράχνη, η θάλασσα, η σκιά και ο ορίζοντας. Οι μυημένοι στη φιλοσοφία θα διαβάσουν για ενορμήσεις, αξίες και εμμένεια· οι μη μυημένοι θα διαβάσουν για την περηφάνια και τη ματαιοδοξία, το λευκό και τα χρώματα. Και τα μεν και τα δε είναι τα μοτίβα που ζωντανεύουν μέσα από τις πράξεις και τις λέξεις των τριών φοιτητών, ή ακριβέστερα, των τριών μελών μιας πολλαπλότητας.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτος είναι ο ρυθμός του κειμένου, ακόμη και στα πιο αφηγηματικά ή τεχνικά σημεία του. Πρόκειται για έναν ρυθμό που μεταβάλλεται ανάλογα με τους «πρωταγωνιστές» και τα μέρη του βιβλίου: άλλοτε απολλώνιος και εννοιολογικός, άλλοτε διονυσιακός σαν καθαρός σφυγμός, πάντοτε όμως μουσικός, συγχρονισμένος με βήματα που κινούνται με ακρίβεια στον χώρο, υποδεικνύοντας την εξωστρεφή και την εσωστρεφή λογική διεργασία – ή αλλιώς, την ίδια την ανεπίδεκτα συνειρμική πορεία της σκέψης.
Στο Επειδή εσύ… ο χρόνος, με την ακριβή έννοια της λέξης, δεν υπάρχει. Ο χρόνος χρησιμοποιείται ιδιόρρυθμα, στον βαθμό που ταυτίζεται με τη ζωή των «βουλήσεων». Η τοποθέτηση στον χρόνο είναι πάντοτε πράξη μιας συνείδησης. Έτσι προκύπτει μια διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη ύπαρξης. Η απλωμένη, παράξενη χρονικότητα διατηρεί τις βουλήσεις ως πάντα επανερμηνεύσιμες και τους προσδίδει μια ιδιαίτερη πραγματικότητα, χωρίς να τις αποσπά από τον τρόπο τής κάθε φορά πραγματοποίησής τους. Όλα είναι μία ημέρα. Όλα είναι μεσημέρι. Όλα είναι μεσάνυχτα. Και, παρ’ όλα αυτά, τελικά ξημερώνει.
Και τότε: «Κι αν σου ’χει λείψει το κλάμα, ξέρεις τι θα πει να έχεις πιστέψει σ’ αυτό που βρίσκεται πίσω ακόμα και από το δέρμα που σε κάνει έναν άνθρωπο».
ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
1. Βίωμα – ζωή – κίνηση
[…] Είναι άλλο το να βιώνεις, άλλο το να ζεις. Το να ζεις είναι διαδικασία χτισίματος, ενεργητική, ορειβατική ή διεισδυτική, είναι κίνηση. Το να βιώνεις είναι κίνηση μόνο στον βαθμό που βιώνεις κάτι ως ακίνητος απέναντί του, όντας ζωντανός και κινούμενος εσύ, σε άλλα επίπεδα… όπως ακριβώς είμαστε πάνω στη γη, χωρίς να καταλαβαίνουμε την περιστροφή της, έτσι ώστε μόνο ακίνητη να μπορεί να μας φανεί. […]
2. Μνήμη – συγχώρεση – λήθη
[…] «Η συγχώρεση δεν σημαίνει τίποτα. Πρέπει να το ξέρεις αυτό, κάθε φορά που θέλεις να τη ζητήσεις. Η συγχώρεση δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα. Εκτός από ένα πράγμα. Δηλαδή δύο… Και είναι τα μόνα δύο που θέλω να αποδεχτώ: “Επανόρθωση” γι’ αυτόν που την προσφέρει. Και “ανταπόδοση” γι’ αυτόν που αποφασίζει να συγχωρέσει… Αλλιώς, η λήθη είναι προτιμότερη. Η λήθη όμως είναι θλιβερή… Δεν θέλω ποτέ να ξεχνάω. Εσύ;» […]
3. Χρόνος – άπειρη περιστροφή – δημιουργία / απώλεια
[…] «Να πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι: Υπάρχει ένας τόπος που ονομάζεται ο τόπος της άπειρης περιστροφής. Αυτός ο τόπος είναι περισσότερο ένα θέλγητρο, παρά ένας τόπος. Από μακριά όμως, εξακολουθεί να μοιάζει με τόπο». Η όραση του Σαν θολώνει. Ή είναι η μορφή του Φοίβου εκείνη που αρχίζει να διαλύεται; Ο Σαν συνεχίζει να του μιλάει ψιθυριστά και αργά, σαν να μην φοβόταν πια καθόλου τον χρόνο και τα ρήματα. «Ό,τι παίρνεις μαζί σου στον τόπο της άπειρης περιστροφής, το υποβάλλεις στον εξής κίνδυνο: Είτε να το μάθεις, είτε να το χάσεις. Δεν γίνεται να συμβούν και τα δύο μαζί. Το ένα είναι το δημιουργημένο. Και το άλλο, το αδημιούργητο». Ο Φοίβος χαμογελάει. Η μουσική συνεχίζεται. Ο Σαν αποφασίζει: «Το να παίρνεις μαζί σου, ως την άπειρη περιστροφή, ένα πράγμα, είναι η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσες να του κάνεις». […]
4. Θάνατος – σκιά – ασυμμετρία της ζωής
[…] Σε κάθε περίπτωση: Χρειάζονται δύο πράξεις θανάτου για να φανούν και οι δύο αυτές απαραίτητες πλευρές του πράγματος. Κι ας μην μπορεί κανείς να περιγράψει επαρκώς τη σχέση τους, παρά μόνο με μύθους, αλληγορίες, ποίηση και άλλα τέτοια. “Ανάμεσα στη σύλληψη και τη δημιουργία πέφτει η σκιά.” Κατάλαβες;»
«Όχι», ψέλλισε ο Σαν και έλεγε την αλήθεια.
«Φυσικά και δεν θα καταλάβαινες», νευρίασε εκείνη. «Οι δύο αυτές πράξεις είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Η ζωή όμως είναι ασύμμετρο πράγμα. Πρέπει να το συνηθίσεις».
«Δεν είναι η συμμετρία που μ’ ενοχλεί…»
«Έχεις δίκιο!» Το ύφος της αλλάζει πάλι και εκείνος δείχνει πολύ λυπημένος. «Τίποτα άλλο δεν κάνω τόσην ώρα από το να γυρίζω ξανά και ξανά γύρω από το ίδιο μοτίβο, όσο προσπαθώ να το αποφύγω… Γιατί; Δεν έχω απενοχοποιήσει ακόμα πλήρως την καταδίκη της μνήμης και της αυτογνωσίας. Και καμία Αναγκαιότητα δεν θα σου χαριστεί αν την ξεχάσεις χωρίς να την αντικαταστήσεις… Σ’ αυτή τη ζωή: τίποτα χωρίς τίμημα. Έτσι; Κι εγώ, έχω ήδη διαλέξει τον δρόμο προς το δικό μου. Δεν ελπίζω στη σωτηρία. Σε κανενός είδους σωτηρία. Διάλεξα: θα “πεθάνω από επίγειο έρωτα”. Όχι, βλακείες… αυτά είναι στίχοι ρεμποϊκού χορού… Δεν πρέπει να μιλάω πια. Πρέπει να περιμένω. Μέχρι να μου παρουσιαστεί ένας μύθος που θα είναι και αλληγορία…»
«Θέλεις να πεις, μέχρι να νιώσεις πως…» […]
[…] «Ω, τα ρήματα! Τα ρήματα είναι ο νέος τύραννος! Όπως και το μέλλον. Κι εσύ... αφού το ήξερες! Ότι οι φάσεις δεν μπορούν να κρατάνε τόσο λίγο. Γιατί με πιέζεις λοιπόν; Δεν πρέπει να προτρέχω του εαυτού μου. Ούτε να πισωγυρίζω του εαυτού μου. Εσύ όμως, αν θέλεις να συνεχίσεις να ζεις προς τα πίσω, όπως έκανες μέχρι τώρα…» […]
5. Τραγωδία – Πραγματικό – ιστορικό μεταίχμιο
[…] «Όπως στους αρχαίους Έλληνες. Εκείνοι… Είχαν δημιουργήσει, ας πούμε, μια πολεμικο-αισθητική κουλτούρα. Τι έγινε όμως όταν η εποχή αυτή άρχισε να αλλάζει; Σιγά σιγά, δεν ήθελαν πια να βλέπουν την ύστατη Αξία τους στο Ωραίο και στο Πολεμικό. Αλλά: στο Πραγματικό. Έτσι δεν έγινε; Τότε όμως, ο τρόπος με τον οποίο πρόβαλλαν τα πράγματα στις τέχνες τους και τα δικαίωναν, άλλαξε επίσης. Άρχισαν δηλαδή να καθαγιάζουν τα πάντα, οτιδήποτε κι αν τους συνέβαινε, ακόμα και τις ίδιες τις παλιές πολεμικές αρετές τους: στο όνομα της αξίας που είχαν χάρη στην ίδια τους την πραγματικότητα. Και από τότε, τα πράγματα έπαψαν πια να γίνονται αντιληπτά ως Ωραία. Ούτε ως Χρήσιμα. Αλλά ως: Πραγματικά. Έτσι δεν είναι; Αυτή ακριβώς την τάση δεν υπηρέτησε και η τραγωδία; Όπως στην Αντιγόνη… Όχι το δίκαιο των θεών ή το δίκαιο των ανθρώπων. Αλλά: η Πραγματικότητα και των δύο τους… Ποιος θα μπορούσε να διαλέξει, όταν και οι δύο πλευρές χάνουν; Ποιος θα ήθελε να διαλέξει, όταν αυτό που μας ενδιαφέρει στο τέλος δεν είναι να αναδείξουμε τη σωστή πλευρά, αλλά να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο η καθεμία από τις δύο πλευρές αδικείται και είναι άδικη… Πράγματι, η εποχή εκείνη ήταν μεταιχμιακή εποχή. Γι’ αυτό, τότε πρωτοεμφανίστηκε και η τραγωδία. Και η φιλοσοφία του Πλάτωνα, αμέσως μετά, ως το νέο ταιριαστό εργαλείο κατανόησης του κόσμου, ταιριαστότερο δηλαδή ως προς την συγκεκριμένη τάση, την τάση προς το Πραγματικό, ως νέα Αξία στο όνομα της οποίας θα μπορούσαν πλέον να δικαιωθούν όλα τα πράγματα… Ο Νίτσε λοιπόν, έκανε λάθος όταν χαρακτήρισε την τραγωδία: ύστατη στιγμή ωρίμανσης της ελληνικής κουλτούρας. Ενώ τον Πλάτωνα: αρχή της παρακμής της. Και οι δύο ανήκουν στην ίδια μεταιχμιακή εποχή. Και αυτό δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός ότι η νέα Αξία, δηλαδή το Πραγματικό-ως-τέτοιο, πήρε μια θρησκευτική εκδοχή αργότερα, όταν δηλαδή αφομοιώθηκε από τη χριστιανική κουλτούρα, και κατέληξε να ταυτιστεί με την πίστη στην Αλήθεια, την αιώνια ενοχή των ανθρώπων, τον άλυτο γόρδιο δυϊσμό ανάμεσα σε ψυχή και σώμα, την απαρέγκλιτη δυνατότητα του Απόλυτου να υπάρχει, και όλα τα λοιπά…» […]
6. Πόλεμος – βούληση – συνείδηση
[…] Ο πόλεμος όμως, είναι μία σίγουρη ένδειξη για το γεγονός ότι οι αντίπαλες δυνάμεις είναι δυνάμεις ίδιου είδους. Αλλιώς δεν θα τον λέγαμε πόλεμο. Αλλά εξέγερση, πραξικόπημα, ληστεία, κλεφτοπόλεμο, σαμποτάζ ή κακεντρέχεια. Στην πραγματικότητα όμως, ένας καλός πόλεμος, ιδωμένος σε ψυχολογικό επίπεδο, είναι μία από τις πιο δημιουργικές δραστηριότητες στις οποίες θα μπορούσε να καταφύγει ένας περίπλοκος οργανισμός για να ξεπεράσει την εκάστοτε κρίση του και να συνεχίσει να υπάρχει ως προσανατολισμένος».
«Ωραία. Τι σχέση έχει όμως αυτό με την υπόθεση ότι μια συνείδηση δεν μπορεί να θέλει;»
«Πάρα πολύ μεγάλη. Η συνείδηση δεν μπορεί να πολεμήσει με μια βούληση. Ούτε χωρίς μια βούληση. Γιατί: Τις έχει ανάγκη για να υπάρξει εξαρχής». […]
7. Αναρχικός – ύπαρξη – ήττα
[…] «Πιστεύω… Πιστεύω πως όλοι κάποτε θα γίνουν αναρχικοί. Γιατί είναι η πιο ωραία ύπαρξη. Όλοι το θέλουν κατά βάθος. Γιατί όλοι αγαπούν την ύπαρξη… Στ’ αλήθεια. Πιστεύω πως ο ζωντανός, πιο πολύ απ’ όλα τ’ άλλα, μοιάζει με τον αναρχικό: Και οι δύο παλεύουν μέχρι να χάσουν. Πάντα χάνουν στο τέλος. Υπάρχουν όμως, και πάντα θα ξαναγεννιούνται». […]
8. Αθεΐα – μηδενισμός – φιλοσοφική θεμελίωση
[…]Αυτό που κάνουμε μοιάζει μ’ αυτό που ήθελε να κάνει ο Φοίβος… επειδή προσπαθούμε κι εμείς να θεμελιώσουμε την αθεΐα οντολογικά. Από τη σκοπιά του σύγχρονου μηδενισμού. Πράγμα που σημαίνει, ότι δεν αντιμετωπίζουμε την ανυπαρξία Θεού μόνο από τη σκοπιά της παραδοσιακής μεταφυσικής, όπως κάνουν όσοι θεωρούν ότι μια σχετικιστική έννοια για την Ηθική, την Πολιτική, την Επιστήμη, ακόμα και τη Μεταφυσική την ίδια, μπορεί να υπερβεί όλα τα προβλήματα που γεννήθηκαν εξαιτίας της κουλτούρας που οι ίδιοι ονομάζουν “χριστιανική”. Εκείνοι, προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον Εαυτό ως το νέο εκκοσμικευμένο Απόλυτο. Ο Φοίβος όμως, πρέπει να θυμάστε τουλάχιστον αυτό: τα έβλεπε όλα αυτά τα προβλήματα και τα ήξερε, σε μεγάλο βαθμό διαισθητικά βέβαια, και όχι με την αυστηρότητα που εμείς θεωρούμε απαραίτητη, ήθελε πάντως, όπως κι εμείς, να βρει έναν νέο τρόπο φιλοσοφικής θεμελίωσης των πραγμάτων, βασισμένο στον Νίτσε και τους φαινομενολόγους. Ακόμα περισσότερο, στην ιδέα της Δημιουργίας, που όλοι αυτοί φαίνεται να φέρουν στις θεωρίες τους… Έτσι δεν είναι;» […]
9. Δημιουργία – κίνηση – συνείδηση
[…] Ο Νίτσε αναγκάζει όλα όσα σκέφτεται περί Δημιουργίας να αναχθούν στον Διόνυσό του. Αλλά έτσι, κάνει το ίδιο με όσους θέλησαν κάποτε να αναγάγουν τα πάντα στον χριστιανικό Θεό. Το γεγονός ότι ακολουθεί το ίδιο μοτίβο: Αυτό είναι που με προβληματίζει. Γι’ αυτό, προτιμώ να σκεφτώ για τη Δημιουργία με άλλο τρόπο. Όχι στο πρόσωπο ενός Θεού που θα την εκφράζει. Όχι στο όνομα κανενός πράγματος που να παραπέμπει σε Ουσία, Αιωνιότητα ή Κύκλο. Αντίθετα, θέλω να τη σκεφτώ στην ίδια της την κίνηση. Και μέχρι στιγμής, χάρη στη φαινομενολογία, έχω βρει (εκείνη τη στιγμή κοίταξε την αδερφή του στα μάτια και χαμογέλασε με τρυφερότητα) πως αυτή η κίνηση, περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα: μοιάζει με την κίνηση της συνείδησης». […]
Γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1994 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Είναι απόφοιτη του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ. Στη συνέχεια, φοίτησε στο Τμήμα Φιλοσοφίας της Πάτρας, όπου έζησε για τρία χρόνια. Μετά την επιστροφή της από την Πάτρα, ζει στην Αθήνα και εργάζεται στην εστίαση. Συνεχίζει τις σπουδές της στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Πρόκειται για την πρώτη της απόπειρα στη μεγάλη φόρμα. Έχει γράψει αρκετά ποιήματα, πολλά από τα οποία περιλήφθηκαν στη συλλογή Για τη Γέφυρα (Λοκομοτίβα).
* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

