Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939
  • Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939

Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1939Συγγραφέας: Beevor, Antony

34,20€

Άμεσα διαθέσιμο
Μολονότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος παραμένει μία από τις σύγχρονες συγκρούσεις που προκαλεί πλήθος αντιπαραθέσεων, ενώ τα φαντάσματα εκείνων των χρόνων εξακολουθούν να μας στοιχειώνουν. Πολύ συχνά, περιγράφεται ως διαμάχη ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά, αλλά αυτή είναι μια παραπλανητική απλούστευση.
 
Ο Antony Beevor δεν χαρτογραφεί μόνο την πορεία του πολέμου υπό το φως νέων πληροφοριών, αλλά διαφωτίζει τις παθιασμένες εσωτερικές συγκρούσεις στους κόλπους των δύο αντίπαλων στρατοπέδων. Ορισμένοι υποστηρικτές της Δημοκρατίας πιστεύουν, ότι μια νίκη της αριστεράς στην Ισπανία θα είχε κατατροπώσει το φασισμό και θα είχε σώσει την Ευρώπη από τη φρίκη που έμελλε να βιώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια. Από την άλλη πλευρά πάλι, οι εθνικιστές υποστηρίζουν, ότι ο εμφύλιος ήταν στην ουσία το προοίμιο του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στο δυτικό πολιτισμό και τη σοβιετική δικτατορία. Από πολλούς μάλιστα θεωρείται ως ο πρώτος γύρος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και σχεδόν ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων με ναζιστική, φασιστική και σοβιετική παρέμβαση. Στην ουσία, το πρώτο θύμα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου υπήρξε η αλήθεια.
Μετάφραση: Καστανάρας, Γιάννης
Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-446-014-5
Αριθμός έκδοσης: 1
Έτος έκδοσης: 2006
Πρώτη έκδοση: 2006
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 17X24
Σελίδες: 664
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Η Παλιά Ισπανία και η ΔΕύτερη Δημοκρατία
1. Οι ΚαθολικοτΕρΕσ ΜΕγαλΕιότητΕς τους » 41
2. Η Εξωση του Βασιλιά » 52
3. Η ΔΕύτΕρη Δημοκρατία » 66
4. Το Λαϊκό ΜΕτωπο » 87
5. Το Μοιραίο Παράδοξο » 100
 
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο Πόλεμος των Δυο Ισπανιών
6. Η Ανταρσία των Στρατηγών » 115
7. Ο Αγώνας για τον Έλεγχο » 136
8. Η Κόκκινη Τρομοκρατία » 149
9. Η Λευκή Τρομοκρατία » 160
10. Η Εθνικιστική Ζώνη » 171
11. Η Δημοκρατική Ζώνη » 181
12. Η Στρατιά της Αφρικής και οι Λαϊκές Πολιτοφυλακές » 198
 
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: Ο Εμφύλιος Πόλεμος Γίνεται Διεθνής
13. Όπλα και Διπλωμάτες » 219
14. Κυρίαρχα Κράτη » 234
15. Η Σοβιετική Ένωση και η Ισπανική Δημοκρατία » 245
16. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες και οι Σοβιετικοί Σύμβουλοι » 257
17. Η Μάχη για τη Μαδρίτη » 271
 
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: Παγκόσμιος Πόλεμος Δι’ Αντιπροσώπων
18. Η Μεταμόρφωση του Πολέμου » 301
19. Οι Μάχες του Jarama και της Guadalajara » 325
20. Ο Πόλεμος στο Βορρά » 344
21. Ο Πόλεμος της Προπαγάνδας και οι Διανοούμενοι » 366
 
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ: Εσωτερικές Εντάσεις
22. Ο Αγώνας για Εξουσία » 387
23. Εμφύλιος Εν Μέσω Εμφυλίου » 400
24. Η Μάχη της Brunete » 415
25. Η Δημοκρατία υπό Πολιορκία » 433
26. Ο Πόλεμος στην Αραγονία » 442
27. Η Καταστροφή του Βορείου Μετώπου και
του Ιδεαλισμού των Δημοκρατικών » 451
 
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ: Η Πορεία προς την Καταστροφή
28. Η Μάχη της Teruel και
η «Νικηφόρος Ρομφαία» του Φράνκο » 467
29. Οι Ελπίδες για Ειρήνη Καταρρέουν » 488
30. Arriba Εspan~a! » 506
31. Η Μάχη του Έβρου » 518
32. Η Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Κρίση » 533
33. Η Πτώση της Καταλονίας » 547
34. Η Κατάρρευση της Δημοκρατίας » 564
 
ΜΕΡΟΣ Έβδομο: ΟΥΑΙ ΤΟΙΣ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙΣ
35. Η Νέα Ισπανία και τα Γκούλαγκ του Φράνκο » 585
36. Οι Εξόριστοι και ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος » 597
37. O Πόλεμος που δεν τελείωσε ποτέ » 610
38. Χαμένοι Αγώνες » 618
 

Ευχαριστίες
Η ιστορία αυτού του βιβλίου είναι παράξενη. Άρχισα να εργάζομαι πάνω σε αυτό, που σήμερα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πρωτότυπη εκδοχή του 1976, λίγο μετά το θάνατο του Στρατηγού Φράνκο. Τελικά εκδόθηκε το 1982 με τίτλο The Spanish Civil War, αμέσως μετά την απόπειρα του Συνταγματάρχη Tejero να ανατρέψει τη δημοκρατία -η οποία είχε εδραιωθεί υπό το Βασιλιά Χουάν Κάρλος- κρατώντας ομήρους τα μέλη των Cortes* με την απειλή όπλων. Έπειτα, πριν από τέσσερα χρόνια, ο Ισπανός εκδότης μου, ο Gonzalo Pontόn, με έπεισε να ξαναγράψω το βιβλίο από την αρχή. Η ιδέα ήταν να χρησιμοποιηθεί όλο το υλικό από τις έρευνες που είχαν διεξαχθεί με μεγάλη επιμέλεια από Ισπανούς και άλλους ιστορικούς στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας, καθώς επίσης και νέο υλικό από τα γερμανικά και, ιδίως, από τα σοβιετικά αρχεία, στα οποία μέχρι πρότινος κάθε πρόσβαση ήταν αδύνατη.
Ο Gonzalo Pontόn, ο ιδρυτής των εκδόσεων Cr£tica, του εκδοτικού οίκου που έχει κυκλοφορήσει περισσότερα βιβλία από κάθε άλλον, όσον αφορά στη σύγχρονη ισπανική Ιστορία, διευκόλυνε το έργο επιλέγοντας επί του θέματος αυτού τον τεράστιο αριθμό βιβλίων και των ακαδημαϊκών εγγράφων, τα οποία έχουν παρουσιασθεί τελευταίως. Στην κυριολεξία, το ανά χείρας βιβλίο, Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος 1936-1939, δεν θα υπήρχε χωρίς τη βοήθεια και τον ενθουσιασμό του για την ολοκλήρωση του έργου, του οποίου η έκταση υπήρξε πολύ μεγαλύτερη από όσο θα μπορούσαμε να προβλέψουμε, όταν μου ανέφερε για πρώτη φορά την ιδέα του. Η συνεργασία μαζί του υπήρξε πραγματικά ευχαρίστηση και μεγάλο προνόμιο για μένα.
Σε όλες τις μη ισπανικές εκδόσεις έχω συμπεριλάβει την αυθεντική, ίσως υπερβολικά μηχανιστική, σύνοψη για την ιστορία της χώρας, υπό τη μορφή μιας πολύ σύντομης υπενθύμισης προς τους αναγνώστες. Επίσης, η δομή του βιβλίου παραμένει περίπου η ίδια με την πρωτότυπη έκδοση. Η ουσιαστική διαφορά έγκειται στις λεπτομέρειες και τις πηγές, αλλά όπως διαπιστώνω με ενδιαφέρον, οι επιπλέον πληροφορίες, που είναι σήμερα διαθέσιμες, τείνουν να απαυξάνουν τον αριθμό καίριων ζητημάτων αντί να το μειώνουν. Από την άλλη πλευρά, αυτό μπορεί να οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι τα τελευταία είκοσι τέσσερα χρόνια ο συγγραφέας πιθανόν να έχει αναθεωρήσει μερικές από τις πλέον ενθουσιώδεις πεποιθήσεις της νιότης του.
Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αυτό δεν θα είχε ολοκληρωθεί ποτέ χωρίς τη σημαντική συμβολή φίλων και συνεργατών. Αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη, ακόμη μια φορά, προς το Ρώσο Καθηγητή Anatoly Chernobayev για τις συμβουλές του και, κυρίως, στην επί μακρόν βοηθό μου στην έρευνα, τη δρ. Luba Vinogradova, στην οποία ήδη οφείλω πάρα πολλά. Μεταξύ του προσωπικού πολυάριθμων αρχείων, αισθάνομαι ιδιαίτερη υποχρέωση απέναντι στους ανθρώπους της βιβλιοθήκης Memorial στη Μόσχα. Η Γερμανίδα Angelica von Hase μου προσέφερε για άλλη μια φορά μεγάλη βοήθεια, ειδικότερα στο Bundesarchiv-Militararchiv του Freiburg. Στη Σουηδία, ο Bjorn Andersson και ο δρ. Lars Erickson μου εξασφάλισαν έγγραφα από το σουηδικό Krigsarkivet και ο Alan Crozier είχε την ευγενή καλοσύνη να μου τα μεταφράσει.
Στο Λονδίνο, υπήρξα πολύ τυχερός που συνεργάστηκα για άλλη μια φορά με τον Ion Trewin και, όπως πάντα, αισθάνομαι πολύ χαρούμενος για τη συνεργασία μου με τον παλιό φίλο και λογοτεχνικό μου εκπρόσωπο, Andrew Nurnberg.
Όλα αυτά μετατρέπουν την έκδοση ενός βιβλίου σε μια συλλογική και απολαυστική εμπειρία, αντί σε μια δύσκολη και αγχώδη δοκιμασία. Για άλλη μια φορά, όπως πάντα, αισθάνομαι βαθύτατα υποχρεωμένος προς τη σύζυγό μου, την Artemis Cooper, η οποία υποχρεώθηκε να ξαναζήσει εκείνα τα χρόνια.

Εισαγωγή
Eνας εμφύλιος πόλεμος δεν είναι πόλεμος, αλλά αρρώστια», έγραψε ο Antoine de Saint-Exupery. «Ο εχθρός είναι μέσα μας. Σαν να πολεμάς εναντίον του ίδιου σου του εαυτού». Παρ’ όλα αυτά, η τραγωδία της Ισπανίας το 1936 υπήρξε ακόμα μεγαλύτερη. Ενεπλάκη στη δίνη του διεθνούς εμφυλίου πολέμου, ο οποίος, στην ουσία, είχε αρχίσει με την Επανάσταση των Μπολσεβίκων.
Οι φρικαλεότητες στη Ρωσία είχαν κλονίσει την επιρροή του δημοκρατικού κέντρου σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη. Και αυτό επειδή η διαδικασία της πόλωσης ανάμεσα σε «κόκκινους» και σε «λευκούς» είχε δώσει στα δυο πολιτικά άκρα την ευκαιρία να αυξήσουν τη δύναμή τους περιγράφοντας τους εχθρούς τους με τρομακτικές, αν όχι προφητικές, εικόνες. Η προπαγάνδα τού ενός έτρεφε την προπαγάνδα του άλλου. Τόσο ο Στάλιν όσο και ο Γκαίμπελς εκμεταλλεύθηκαν αργότερα, με σατανικό τρόπο, αυτόν τον αποτελεσματικό συνδυασμό του φόβου και του μίσους. Η διαδικασία απογύμνωνε τους «προδότες» αντιπάλους τους από την ανθρώπινη φύση τους και τους στερούσε τα πολιτικά τους δικαιώματα. Για το λόγο αυτό, είναι λάθος να περιγράφουμε τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο ως «αδελφοκτόνο». Οι διχαστικές αντιλήψεις των νέων ιδεολογιών μπορούσαν να μετατρέψουν αδέλφια σε απρόσωπους ξένους, και συνδικαλιστές ή καταστηματάρχες σε ταξικούς εχθρούς. Τα συνηθισμένα ανθρώπινα ένστικτα παραμερίστηκαν. Μέσα στην τεταμένη ατμόσφαιρα της άνοιξης του 1936, στο δρόμο του για το Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, ο Juli΅n Μar£as, μαθητής του φιλοσόφου Jose Ortega y Gasset, δεν θα ξεχνούσε ποτέ την έκφραση μίσους στο πρόσωπο ενός οδηγού τραμ σε κάποια στάση, καθώς παρακολουθούσε μια όμορφη και καλοντυμένη νεαρή γυναίκα να αποβιβάζεται στο πεζοδρόμιο. «Τώρα την πατήσαμε», είπε μέσα του ο Μar£as. «Όταν ο Μαρξ είναι πιο αποτελεσματικός από τις ορμόνες, όλα έχουν τελειώσει».1
Πολύ συχνά, ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος περιγράφεται ως μια σύγκρουση ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά, αλλά αυτή είναι μια παραπλανητική απλούστευση. Εμφανίστηκαν ακόμα δύο άξονες σύγκρουσης: ο κρατικός συγκεντρωτισμός, εναντίον της περιφερειακής ανεξαρτησίας, και ο αυταρχισμός, εναντίον της ελευθερίας του ατόμου. Οι εθνικιστικές δυνάμεις της δεξιάς ήταν πολύ πιο συνεκτικές επειδή, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν ταυτόχρονα δεξιές, συγκεντρωτικές και αυταρχικές. Από την άλλη πλευρά, η Δημοκρατία αντιπροσώπευε ένα καζάνι από ασυμβατότητες και αμοιβαίες καχυποψίες, με τους οπαδούς του συγκεντρωτισμού και του αυταρχισμού, ιδίως τους κομμουνιστές, απέναντι σε υποστηρικτές της τοπικής αυτονομίας και της Eλευθεριακής Nεολαίας.
Τα φαντάσματα εκείνων των συγκρούσεων προπαγάνδας, πριν από εβδομήντα χρόνια, εξακολουθούν να μας στοιχειώνουν. Παρ’ όλα αυτά, ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος παραμένει μια από τις ελάχιστες σύγχρονες συγκρούσεις, η ιστορία των οποίων έχει γραφεί καλύτερα από τους ηττημένους παρά από τους νικητές. Αυτό είναι αναμενόμενο αν λάβει κανείς υπόψη τα δυσοίωνα προαισθήματα που επικράτησαν διεθνώς έπειτα από την ήττα της Δημοκρατίας, την άνοιξη του 1939. Στη συνέχεια, τα αισθήματα οργής εντάθηκαν μετά το 1945, όταν ήρθαν στο φως τα εγκλήματα της ναζιστικής Γερμανίας, καθώς και η μανιώδης μνησικακία του Στρατηγού Φράνκο απέναντι στους ηττημένους δημοκρατικούς που έμοιαζε να είναι αδιάλλακτη.
Η νεότερη γενιά δύσκολα μπορεί να φανταστεί πώς ήταν πραγματικά η ζωή εκείνη την εποχή της ολοκληρωτικής σύγκρουσης. Στην ουσία, όλα τα ιδεώδη περί συλλογικής δράσης, είτε επρόκειτο για εκείνα του στρατού είτε της πολιτικής νεολαίας ή των συνδικαλιστικών ενώσεων, έχουν καταρρεύσει. Τα πάθη και τα μίση μιας τέτοιας εποχής ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο μακριά από το ασφαλές, ειρηνικό περιβάλλον της υγείας, της σταθερότητας και των δικαιωμάτων του πολίτη, το οποίο βιώνουμε ακόμα και σήμερα. Πράγματι, εκείνο το παρελθόν είναι μια «άλλη χώρα». Η ίδια η Ισπανία έχει αλλάξει εντελώς μέσα σε ελάχιστες μόλις δεκαετίες. Η ανάδυσή της, μέσα από τον εμφύλιο πόλεμο και την εποχή του φρανκισμού, υπήρξε ένας από τους πλέον εκπληκτικούς και εντυπωσιακούς μετασχηματισμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο είναι αλόγιστο να προσπαθούμε να κρίνουμε μια φοβερή σύγκρουση, που συνέβη πριν από εβδομήντα χρόνια, με τις φιλελεύθερες αξίες και τάσεις, τις οποίες σήμερα αποδεχόμαστε ως φυσιολογικές. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας, αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τις πεποιθήσεις και τις τάσεις της εποχής εκείνης, είτε αναφερόμαστε στους εθνικιστικούς μύθους που στηρίζονταν στον καθολικισμό και το φόβο των μπολσεβίκων από την πλευρά της δεξιάς είτε πάλι αναφερόμαστε στην πεποίθηση της αριστεράς, ότι η επανάσταση και η αναγκαστική ανακατανομή του πλούτου θα μπορούσε να φέρει την ευτυχία παγκοσμίως.
Εξαιτίας αυτών των ιδανικών, για τα οποία οι δύο παρατάξεις πολέμησαν με τόσο πάθος, είναι πολύ πιο δύσκολο να είναι κανείς αντικειμενικός, ειδικότερα όταν εξετάζει σε βάθος τα αίτια του πολέμου. Κάθε πλευρά προσπαθεί να αποδείξει ότι η άλλη έκανε την αρχή. Μερικές φορές, όμως, τείνουν να αγνοούνται ακόμα και ουδέτεροι παράγοντες, όπως το γεγονός ότι μέσα σε διάστημα λίγων χρόνων η Δημοκρατία επιχείρησε να φέρει σε πέρας μια διαδικασία κοινωνικής και πολιτικής μεταρρύθμισης που, για να πραγματοποιηθεί σε άλλες χώρες, είχε απαιτηθεί ένας αιώνας.
Ωστόσο, τα πραγματικά γεγονότα στη διάρκεια αυτού του πολέμου, όπως οι φρικαλεότητες που διεπράχθησαν και οι λεπτομέρειες της συνακόλουθης καταστολής, σήμερα είναι πέραν πάσης σοβαρής αμφισβήτησης και τούτο χάρη στην τεράστια και ενσυνείδητη έρευνα πολλών Ισπανών ιστορικών σε τοπικά αρχεία και κοιμητήρια. Οι περισσότερες λεπτομέρειες που αφορούν σε στρατιωτικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων και των διενέξεων ανάμεσα σε δημοκρατικούς διοικητές, έχουν αποσαφηνιστεί. Έγιναν γνωστές, τα δώδεκα τελευταία χρόνια, με το άνοιγμα μυστικών, μέχρι πρότινος, φακέλων στη Ρωσία. Έχουμε, επίσης, μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη γύρω από τις τακτικές που εφάρμοσαν οι Σοβιετικοί στην Ισπανία. Όπως είναι αναπόφευκτο, η προσωπική γνώμη επηρεάζει την ερμηνεία πολλών γεγονότων, ειδικότερα ο διάλογος για την αλυσίδα των συμπτώσεων, που οδήγησαν στον πόλεμο. Αρχίζει κανείς με τον «αυτοκαταστροφικό εγωκεντρισμό» των γαιοκτημόνων ή με τους «επαναστατικούς ακροβατισμούς» και τη ρητορική, η οποία είχε πυροδοτήσει το φόβο του μπολσεβικισμού, οδηγώντας τη μεσαία τάξη «στις αγκάλες του φασισμού», όπως είχαν προειδοποιήσει οι πιο μετριοπαθείς σοσιαλιστές ηγέτες; Μια απόλυτη απάντηση είναι εκτός των δυνατοτήτων κάθε ιστορικού.
Ορισμένοι μπαίνουν στον πειρασμό να σκεφτούν ότι ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Αυτό παραβαίνει τον άτυπο αλλά σημαντικό κανόνα της Ιστορίας, σύμφωνα με τον οποίο τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο, εκτός αν αυτό αποδειχθεί. Από την άλλη πλευρά, είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε πώς θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί κάποια μορφή αποτελεσματικού συμβιβασμού έπειτα από την αποτυχημένη επανάσταση της αριστεράς τον Οκτώβριο του 1934. Μια μαχητική αριστερά που αύξανε διαρκώς τη δύναμή της, αλλά δεν μπορούσε να συγχωρήσει τις θηριωδίες της Guardia Civil και των αποικιακών στρατευμάτων, ενώ η δεξιά είχε πεισθεί ότι έπρεπε να αποτρέψει μια νέα απόπειρα επανάστασης.
Εξίσου σημαντικά παραμένουν και άλλα αναπάντητα ερωτήματα, έστω και αν μπορούν να μας παροτρύνουν να εξετάσουμε τα ζητήματα αυτά από μια ασυνήθιστη οπτική γωνία. Τα ιδεώδη της ελευθερίας είχαν αποτελέσει τη βάση για την υπόθεση της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Εντούτοις, η επαναστατική πραγματικότητα μέσα στη χώρα, η αδυναμία του ισπανικού Kοινοβουλίου, των Cortes, και η έλλειψη σεβασμού απέναντι στην τήρηση των νόμων και από τις δυο πλευρές, πρέπει να εξεταστούν με μεγάλη προσοχή.
Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, η προπαγάνδα της δημοκρατικής παράταξης δεν έπαυε να υπογραμμίζει ότι η κυβέρνησή της ήταν εκείνη που είχε αναδειχθεί με νόμιμες διαδικασίες ύστερα από τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1936. Αυτό όντως ισχύει, αλλά αμέσως μετά προκύπτει το ερώτημα: Kατά πόσον η αριστερά θα είχε αποδεχθεί το αδιάβλητο αποτέλεσμα, σε περίπτωση που οι κάλπες είχαν αναδείξει ως νικητή εκείνων των εκλογών τη δεξιά; Το πιθανότερο όχι, θα έλεγε κανείς. Εξάλλου, πριν από τις εκλογές, ο σοσιαλιστής ηγέτης Largo Caballero είχε απειλήσει δημοσίως πως σε περίπτωση νίκης της δεξιάς θα ξεσπούσε ανοιχτός εμφύλιος πόλεμος.
Οι εθνικιστές προσπάθησαν εξαρχής να υποκριθούν ότι είχαν προχωρήσει στην ανταρσία απλώς και μόνο για να ματαιώσουν ένα κομμουνιστικό πραξικόπημα. Επρόκειτο για καθαρό μύθευμα, που εκ των υστέρων θα παρείχε το έρεισμα για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Εξίσου ανειλικρινής ήταν ο ισχυρισμός της αριστεράς ότι οι εθνικιστές είχαν εξαπολύσει μια απρόκλητη επίθεση εναντίον νομοταγών δημοκρατών. Όπως η δεξιά, έτσι και η αριστερά συχνά έδειχνε ελάχιστο σεβασμό στις δημοκρατικές διαδικασίες και στην τήρηση των νόμων. Κάθε πλευρά βέβαια φρόντισε να δικαιολογήσει τις πράξεις της υποστηρίζοντας ότι, αν δεν ενεργούσε πρώτη, η άλλη θα καταλάμβανε την εξουσία και θα τη συνέτριβε. Αυτό όμως ισχύει μόνο και μόνο ως απόδειξη ότι τίποτα δεν φθείρει ταχύτερα το μεσαίο χώρο από την τακτική του φόβου και τη ρητορική της απειλής.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι τα λόγια δεν μπορούν να σκοτώσουν, κάτι που γίνεται όλο και λιγότερο πιστευτό όσο εξετάζει κανείς τον κύκλο της αμοιβαίας καχυποψίας και του μίσους που είχαν υποδαυλιστεί από ανεύθυνες δημηγορίες. Στην πραγματικότητα, ο δεξιός ηγέτης Calvo Sotelo είχε δολοφονηθεί εξαιτίας των σκοπίμως προκλητικών αγορεύσεών του στα Cortes. Εξίσου σημαντικό είναι να ληφθεί υπόψη κατά πόσον η ρητορική της εξολόθρευσης τείνει να γίνεται μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Σε ένα από τα διαβόητα ραδιοφωνικά μηνύματά του από τη Σεβίλλη, ο Στρατηγός Queipo de Llano είχε απειλήσει ότι οι εθνικιστές θα εκτελούσαν δέκα δημοκρατικούς κάθε φορά που οι δημοκρατικοί θα εκτελούσαν έναν από τους άνδρες τους. Στο τέλος, τα λόγια του δεν θα απείχαν πολύ από την αλήθεια.
Θα πρέπει, επίσης, να θυμάται κανείς τη δήλωση του Largo Caballero που ήθελε μια Δημοκρατία χωρίς την πάλη των τάξεων, μόνο που για την επίτευξή της θα έπρεπε να εξαφανιστεί μια ολόκληρη πολιτική τάξη. Αυτό προφανώς απηχούσε την πρόθεση που είχε εκφράσει δημοσίως ο Λένιν να εξαλείψει την αστική τάξη. Θα μπορούσε όμως μια νίκη της αριστεράς, το 1937 ή το 1938, να είχε οδηγήσει σε μια παρόμοια κλίμακα εκτελέσεων και φυλακίσεων ανάλογη με εκείνη που ακολούθησε τη νίκη του Φράνκο; Φυσικά, δεν θα το μάθουμε ποτέ, αλλά ούτε και μπορεί να το κρίνει κανείς εξολοκλήρου από το Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ωστόσο, εξακολουθεί να παραμένει ένα ζήτημα που δεν θα πρέπει να παραβλέπεται. Σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, ο νικητής σε κάθε εμφύλιο πόλεμο τείνει να σκοτώνει περισσότερους εξαιτίας μιας αλληλουχίας φόβου και μίσους απέναντί τους.
Όλα αυτά τα σύνθετα και αλληλένδετα ζητήματα αποδεικνύουν ότι είναι αδύνατον να διαχωρίσουμε με επιστημονική ακρίβεια την αιτία και το αποτέλεσμα. Στην ουσία, το πρώτο θύμα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου υπήρξε η αλήθεια. Καμιά άλλη σύγχρονη σύγκρουση, συμπεριλαμβανομένου και του Β Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έχει γίνει αντικείμενο τόσο έντονων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων. Προφανώς ο ιστορικός, μολονότι δεν δύναται να είναι απόλυτα αμερόληπτος, θα πρέπει να εμβαθύνει πέρα από την απλή κατανόηση των συναισθημάτων και των δύο πλευρών, να αναδιφήσει σε προγενέστερες ερμηνείες και να διευρύνει τα όρια της γνώσης. Σε βαθμό που είναι ανθρωπίνως δυνατόν, οι ηθικές κρίσεις επαφίενται στον αναγνώστη.

«Το θαυμάσιο βιβλίο του Antony Beevor για τον Εμφύλιο Πόλεμο χρησιμοποιεί τα αρχεία της Μόσχας και πρόσφατες βιβλιογραφικές πηγές του πολέμου».
Antonio Elorza, El Pa£s


«Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο Beevor αναπλάθει το πολιτικό κλίμα της περιόδου... Η δομή του βιβλίου, ο ρυθμός της δράσης, η εμβάθυνση στους χαρακτήρες, η λευκή τρομοκρατία, η κόκκινη τρομοκρατία, η επανάσταση και οι ενδοπαραταξιακές διαμάχες, η ξένη επέμβαση: όλα αυτά μας επαναφέρουν στον πόλεμο, ανάμεσα στις φλόγες εκείνων των χρόνων... Εντούτοις, το μεγαλείο του Beevor καθρεφτίζεται στην αφήγηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων... Το βιβλίο αυτό προορίζεται για την πρώτη θέση των γενικών ιστορικών αφηγήσεων του Εμφυλίου Πολέμου».
Santos, Juli΅, El Pa£s



«Η αφηγηματική του ικανότητα, που έχει συναρπάσει τους αναγνώστες του Στάλινγκραντ, επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά σε αυτό το βιβλίο, το οποίο δίχως αμφιβολία θα συμβάλει στη δημιουργία της τόσο αναγκαίας ιστορικής μνήμης του Εμφυλίου Πολέμου: μιας μνήμης αμερόληπτης, με εύρος και βάθος, η οποία καλύπτει όλες της πλευρές της βαριάς ατμόσφαιρας που είχε οδηγήσει σε εκείνον τον ύπνο της λογικής, τον εμφύλιο πόλεμό μας».
Ricardo Garc£a G΅rcel, ABC





TIMES ONLINE
Ο ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Felipe Fernandez-Armesto

Στο τέλος ενός ακόμη Ισπανικού Εμφύλιου Πολέμου -που συνήθως αποκαλείται ως ο Πόλεμος της Ισπανικής Διαδοχής, από το 1701 έως το 1716
- ο Φραντσέσκο Κόντι συνέθεσε μία όπερα για να παρηγορήσει τον αφέντη του, Αυτοκράτορα Κάρολο τον Ε΄, για την απώλεια του ισπανικού στέμματος. Ο Δον Κιχώτης στη Sierra Morena αντιπροσωπεύει την Ισπανία ως μια χώρα που δε θα ήθελε κανένας άρχοντας: Ένας τόπος γεμάτος από φανατισμένους και ανόητους. Στο κλείσιμο της όπερας ο ήρωας είναι μόνος στη σκηνή, πίσω από τα κάγκελα ενός κλουβιού, και καταφέρεται εναντίον όλου του υπόλοιπου κόσμου καταγγέλλοντας την παραφροσύνη του. Θα μπορούσε να είναι μία περιγραφή των επόμενων δυόμισι αιώνων της ισπανικής Ιστορίας όταν η Ισπανία βρισκόταν σε μια παράλογη απομόνωση. Το «Θιβέτ της Δύσης» αρνείτο τον Διαφωτισμό, αντιστεκόταν στην επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης, αναβίωνε την Ιερά Εξέταση, απέρριπτε τη βιομηχανοποίηση, ανέβαλλε τον εκσυγχρονισμό, προέβαλλε τις ισπανικές αρχές, διαιώνιζε τη σιέστα, διατηρούσε την ισπανική μαντίλα, ήταν προσκολλημένη στην κληρικοκρατία, αποδοκίμαζε την επιστήμη. Ζωγράφοι, ποιητές και λογοτέχνες διέδιδαν μία φανταστική εικόνα της Ισπανίας, όπου μελαμψοί Αθίγγανοι και μουστακοφόροι bandidos κατοικούσαν στα μαυριτανικά ερείπια. Υπήρξε η μοναδική «δυτική» χώρα-θύμα του Οριενταλισμού, σαν να είχε παρασυρθεί η Ισπανία στη λάθος ακτή της Μεσογείου. Η Αφρική «ξεκινούσε από τα Πυρηναία».
Δεν υπήρξε ποτέ ούτε ίχνος αλήθειας σε αυτή την εικόνα. Η Ισπανία έχει ένα τυπικά δυτικοευρωπαϊκό παρελθόν, όσο μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο, και συνέχισε να είναι ένα αντιπροσωπευτικό κομμάτι της Δυτικής Ευρώπης τον 19ο αι., βιώνοντας περίπου τις ίδιες συγκρούσεις και αλλαγές που συνέβαιναν παντού, με κάποιες διαφορές στο ρυθμό και στην ένταση. Ωστόσο, έγινε κοινός τόπος η πεποίθηση ότι η Ισπανία αποτελούσε μια ακραία περίπτωση. Ακόμη θυμάμαι έντονα το πρώτο μάθημα για την ισπανική Ιστορία, το οποίο είχα παρακολουθήσει ως τελειόφοιτος στην Αγγλία. Ήταν το 1969 και λέκτορας ήταν ο Trevor-Roper. «Καθώς η Ευρώπη», ξεκίνησε την ομιλία του, «δεν έμαθε ποτέ τίποτα από την Ισπανία, επομένως κανένα σημαντικό πνευματικό κίνημα της Ευρώπης δεν είχε τις ρίζες του στην Ισπανία». Ήξερα ότι αυτός ο ηχηρός αφορισμός ήταν υπερβολικός, αλλά οι επικρατούσες πεποιθήσεις έκαναν τις εξαιρέσεις να επαληθεύουν τον κανόνα.Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος ήταν η μεγαλύτερη και ευρύτατα αναγνωρισμένη εξαίρεση. Δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ καθαρά ως ισπανικός - ειδικά για τους Βρετανούς, όσους ανήκαν στην αριστερή πολιτική πτέρυγα, αποτέλεσε ένα μυθικό κομμάτι της δικής τους ιστορίας. Κανένα άλλο γεγονός στη σύγχρονη Ιστορία της Ισπανίας δεν εντάχθηκε ποτέ στην παγκόσμια ή ακόμη στην ευρωπαϊκή Ιστορία, επειδή ο φανερός αυτο-αποκλεισμός της Ισπανίας σήμαινε πως οτιδήποτε άλλο θα εθεωρείτο ιδιαίτερα ισπανικό. Για παράδειγμα, ακόμη και στις προσεκτικές συγκριτικές μελέτες για την ευρωπαϊκή αυτοκρατορία στις υπερπόντιες χώρες τον 19ο αι., δεν γίνεται ποτέ λόγος για την Κούβα - ούτε καν στον υπέροχο, πρόσφατο βιβλίο του Henk Wesseling «Οι Ευρωπαϊκές Αυτοκρατορίες: Οι Ηπειρωτικές δυνάμεις και ο υπερπόντιος κόσμος 1815-1919». Παρά τη λαμπρή εργασία του David Ringrose, του Leonardo de los Prados Escosura και άλλων, η Ισπανία δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου στα περισσότερα βιβλία κατά την πρώιμη βιομηχανική περίοδο.
Η λέξη «φιλελεύθερος» είναι μία λέξη, την οποία οι άλλες γλώσσες δανείστηκαν από την ισπανική. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και οι πιο καλλιεργημένοι αναγνώστες, έξω από τα όρια της Ισπανίας, δεν γνωρίζουν ακόμα πολλά για την ισπανική συμβολή στις ρίζες του φιλελευθερισμού. Η Ισπανία ήταν μία από τις πρώτες χώρες στον κόσμο που είχε δικαίωμα ψήφου με τις ρίζες του στη δημοκρατία, αλλά οι περισσότερες γενικές μελέτες επί του συγκεκριμένου θέματος δεν κάνουν κάτι τέτοιο γνωστό. Μικρή αναφορά γίνεται στην Ισπανία ακόμη και στη σύνδεσή της με διάφορους τομείς που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια του 19ου αι. και στους οποίους η ανάμειξή της είναι γνωστή -όπως ο Ρομαντισμός, η αστικοποίηση, οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υγεία και στο ποινικό δίκαιο, η εμφάνιση του σοσιαλισμού και του αναρχισμού, και οι διαμάχες μεταξύ των απολυταρχιστών και των υπέρμαχων του συνταγματικού πολιτεύματος. Εντούτοις, με τον εμφύλιο πόλεμο η Ισπανία έγινε ξανά μέρος της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας Ιστορίας, ως το προοίμιο μιας εποχής παγκόσμιας ιδεολογικής σύγκρουσης και ως η προπαρασκευή μιας από τις πιο θηριώδεις ιδεολογικές συγκρούσεις της Ευρώπης. Αυτό, τουλάχιστον, δήλωνε η προπαγάνδα και των δύο πλευρών και αυτό πίστευαν οι περισσότεροι συμμετέχοντες. Ο πόλεμος έκανε τους νεαρούς ποιητές να εγκαταλείπουν τα ποδήλατά τους στους εξοχικούς δρόμους της Αγγλίας και «να εκρήγνυνται σαν βόμβες». Ενέπνευσε την στρατευμένη τέχνη, η οποία απευθυνόταν στην πολιτική δέσμευση των πατρόνων, πέρα από τα πολιτιστικά και εθνικά σύνορα. Σε αυτή την προσπάθεια συνέβαλαν μερικοί από τους καλύτερους παραγωγούς ταινιών στη Ρωσία, μερικά από τα πιο σύγχρονα στούντιο στο Παρίσι, καθώς και ένας Αμερικανός πεζογράφος που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ. Τεχνικά, ο Ισπανικός πόλεμος προμήνυε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολιτικά, φαινόταν να αντανακλά παγκόσμιες αντιθέσεις, καθώς αντίπαλες ομάδες του απολυταρχισμού επιτίθεντο η
μία κατά της άλλης με αρπακτική διάθεση στους δρόμους και στα χωράφια, όπως τα άξεστα τέρατα στις ταινίες τρόμου, οι οποίες ήταν δημοφιλείς εκείνη την εποχή. Στα μάτια των παρατηρητών, η Ισπανία έγινε ένα εργαστήριο μαχών μεταξύ του φασισμού και του κομμουνισμού, του ολοκληρωτισμού και της δημοκρατίας. Κάνοντας μια αναδρομή, ο πόλεμος φαίνεται πως απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι είχε εκείνες τις μέρες. Όχι απλά ένα αντιπροσωπευτικό και προφητικό μέρος της εποχής του, η Ισπανία των ετών 1936-9 έγινε ο τόπος μαχών, όπου οι καθολικές αλήθειες δοκιμάστηκαν. Στο υψηλότερο επίπεδο γενικεύσεως, ο πόλεμος γεννά την περισυλλογή για τις ανθρώπινες ηθικές. Ο Antony Beevor αναφέρεται σε αυτό το γεγονός μέσα από τα τελευταία λόγια του νέου του ιστορικού βιβλίου:
"Παρ’ όλα αυτά, ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος μένει κυρίως χαραγμένος στη μνήμη, χάρη σε καθαρά ανθρώπινους όρους: τη σύγκρουση ιδεολογιών, τις θηριωδίες, τη γενναιοδωρία και την ανιδιοτέλεια, την υποκρισία διπλωματών και υπουργών, την προδοσία ιδανικών και τους πολιτικούς ελιγμούς, και, πάνω απ‘ όλα, τη γενναιότητα και την αυτοθυσία εκείνων που πολέμησαν και από τις δυο πλευρές. Η Ιστορία, όμως, η οποία δεν είναι ποτέ «νοικοκυρεμένη», πρέπει πάντοτε να τελειώνει με ερωτήματα. Οποιαδήποτε συμπεράσματα είναι ιδιαίτερα παρακινδυνευμένα".
Φυσικά, όλοι οι πόλεμοι, όπως όλα τα ανθρώπινα δράματα, μπορούν να απεικονίσουν καθολικά θέματα. Αλλά ένα ενδιαφέρον παράδοξο υπογραμμίζει τη διορατικότητα του Beevor. Υπό το φως πρόσφατων ερευνών, προκύπτει ότι σχεδόν όλες οι υποτιθέμενες ιδιομορφίες της ισπανικής Ιστορίας δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστες. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος φαίνεται πως είχε μικρή ή καμία σχέση με μεγαλύτερα κινήματα στην Ευρώπη και στον κόσμο, ή με άλλες συγκρούσεις εκείνης της εποχής. Περισσότερο φαίνεται σαν ένα μοναδικά ισπανικό γεγονός, με τις ρίζες του σε διενέξεις συνήθεις για την Ισπανία, και ακατάληπτο, εκτός αυστηρού ισπανικού περιεχομένου. Οι ξένοι, οι οποίοι, εκείνη την εποχή, το έβλεπαν σαν να ήταν δικός τους πόλεμος, εξαπατούνταν εξαιτίας της προπαγάνδας -είτε ήταν Γερμανοί ή Ιταλοί «εθελοντές» εναντίον του μπολσεβικισμού, είτε καθολικοί «σταυροφόροι» εναντίον του αθεϊσμού και της εκκοσμίκευσης, είτε αγωνιστές της ελευθερίας εναντίον του φασισμού, είτε αντικομμουνιστές καπιταλιστές ή αναρχικοί, ή αντισταλινικοί τροτσκιστές, ή αντιτροτσκιστές σταλινικοί.
Γι’ αυτό το λόγο, αγωνίστηκαν στον πόλεμο συνασπισμοί με ελάχιστη μεταξύ τους ιδεολογική συνοχή. Στους «εθνικιστές» συμπεριλαμβανόταν ένας τεράστιος αριθμός από Γερμανούς και Ιταλούς «εθελοντές» και Μαροκινούς νεοσύλλεκτους. Έτσι, ενώ οι εθνικιστές διακήρυσσαν μία «σταυροφορία» και μία reconquista, επικαλούμενοι ανοιχτά ιερούς πολέμους του παρελθόντος, οι δημοκρατικοί τραγουδούσαν, έχοντας
ίσως μεγαλύτερη δικαιολογία, τον ύμνο τους "Πολεμούμε εναντίον των Μαροκινών". Η προσπάθεια των εθνικιστών ενισχύθηκε οικονομικά από τις Η.Π.Α. και από άλλους επενδυτές. Στο μεταξύ, εάν οι εθνικιστές δεν ήταν αληθινοί εθνικιστές, ούτε όλοι οι δημοκρατικοί πολεμούσαν στο πλευρό των «δημοκρατικών». Ο στρατηγός Queipo de Llanο, ο φωνακλάς αρχηγός κατά την πολεμική περίοδο στη Σεβίλλη, ήταν στην πραγματικότητα ελευθεροτέκτονας -μέλος μιας οργάνωσης την οποία ο Φράνκο αποστρεφόταν και οι υπέρμαχοι της κληρικοκρατίας στηλίτευαν- και έκλεινε τις εμπρηστικές δηλώσεις του με την κραυγή "Ζήτω η Δημοκρατία!" Ο θείος μου ο Ραμόν ήταν ένας μεταξύ των δημοκρατικών, αλλά πολέμησε στην ίδια πλευρά που ανήκε και ο Φράνκο, επειδή, έλεγε, «δεν άντεχε να βιάσει μία καλόγρια, να κάψει μία εκκλησία ή να σκοτώσει έναν παπά». Κανένα αριστερό-δεξιό σχίσμα δεν διχοτόμησε τις πλευρές. Στην Ισπανία υπήρχαν ουσιαστικά λίγοι κομμουνιστές και καθόλου φασίστες, μέχρι που ο πόλεμος κινητοποίησε τη διαδικασία στρατολόγησης, τροφοδότησε τις συνειδήσεις και δαιμονοποίησε τους αντιπάλους.
Η Φάλαγγα ήταν μια μικρή οργάνωση και, παρ’ όλο που αντέγραφε το τελετουργικό των φασιστών, είχε το δικό της πρόγραμμα, ενδιαφερόταν περισσότερο να επιβάλλει τις οικογενειακές αξίες και να ενδυναμώσει την κοινωνική ομοιομορφία, παρά να ενισχύσει την εξουσία του κράτους ή να πανηγυρίσει το δίκαιο του ισχυρότερου. Ο Claudio Sanchez Albornoz, ο ιστορικός που έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην εξορία, ήταν ενστικτωδώς συντηρητικός, ενώ κάποιοι δυναμικοί επαναστάτες έγιναν μέλη της Φάλαγγας.
Οι Βάσκοι εθνικιστές που πολέμησαν για την δημοκρατία, ήταν κυρίως συντηρητικοί οπαδοί της κληρικοκρατίας: Οι σύμμαχοί τους σε άλλες επαρχίες τούς εγκατέλειψαν εξαιτίας της αποστροφής τους για την πολιτική τους. Πολλοί φιλελεύθεροι τάχθηκαν με το μέρος του Φράνκο επειδή στην Ισπανία η φιλελεύθερη παράδοση ήταν πάντα συγκεντρωτική. Ο Φράνκο, σε μια προσπάθεια να καλύψει το χάσμα, ονόμασε το κίνημά του «Εθνικιστικό και Παραδοσιακό Κίνημα και Σύνδεσμος Εθνικο-συνδικαλιστικών Οργανώσεων». Το αριστερό «μέτωπο» αποτελούμενο από σοσιαλιστές, αναρχικούς, αυστηρά μαρξιστές και σταλινικούς που υπερασπίζονταν τη δημοκρατία, ποίκιλλε τόσο πολύ, ώστε οι εσωτερικές διενέξεις το οδήγησαν στην καταστροφή. Η ξεκάθαρη διαίρεση των δύο πλευρών συνέπεσε με τη ρωγμή που προκλήθηκε μεταξύ των συγκεντρωτιστών που μάχονταν στο πλευρό του Φράνκο και των αποκεντρωτικών που υποστήριζαν τη Δημοκρατίαo αλλά ακόμη και αυτό το γεγονός περιπλέχθηκε εξαιτίας των διαφορών μεταξύ βασκικών, γαλικιανών και καταλανικών εθνικισμών και ναβαρρέζικης εξατομίκευσης. Κάποιοι αριστεροί ήταν τόσο συγκεντρωτικοί όσο και ο Φράνκο. Ο Beevor παραθέτει την κραυγή του πολιορκημένου δημοκρατικού ηγέτη, Dr. Negrin, «Η Ισπανία είναι το μοναδικό έθνος στην Ισπανία!» Ο πόλεμος δεν μπορούσε επίσης να εξηγηθεί ούτε από τη διαίρεση του στρατού και της πολιτοφυλακής: Σχεδόν οι μισές από τις ένοπλες υπηρεσίες τάχθηκαν με το μέρος της δημοκρατίας. Και οι δύο πλευρές πρόδωσαν τους περισσότερους από τους υποστηρικτές τους. Οι σοσιαλιστές αρνούνταν να εξαπολύσουν «πυρ εναντίον της Μάλαγα» επειδή μισούσαν τους αναρχικούς υπερασπιστές της. Οι σταλινικοί κατέληξαν να διευθύνουν μια δημοκρατία-οπλοστάσιο αφού κήρυξαν έκνομους και εκκαθάρισαν τους μαρξιστές και τους αναρχικούς. «Δεν είμαστε όλοι σοσιαλιστές;», ρώτησε ο Όργουελ στη διάρκεια των αλληλοκτόνων μαχών της αριστεράς στη Βαρκελώνη. Ήταν σαν να ρωτούσε κάποιος, «Δεν είμαστε όλοι χριστιανοί;», κατά τη σφαγή την ημέρα του Αγίου Βαρθολομαίου.
Ο Φράνκο εγκατέλειψε τους παραδοσιοκράτες χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να έχει νικήσει τον πόλεμο, και εξαπάτησε τους μοναρχικούς. Θεωρώ εκπληκτικό ότι εξακολουθούν να υπάρχουν στην Ισπανία φιλελεύθεροι αριστοκράτες συναισθηματικά δεμένοι με τη μοναρχική ιδεολογία, οι οποίοι -μετά τη θυσία μελών των οικογενειών τους στον πόλεμο και πολλών δεινών από το καθεστώς
- πιστεύουν ακόμη ότι ο Φράνκο ήταν στην πλευρά τους. Ο δικτάτορας γελοιοποίησε τις «ισπανικές αξίες» ξεπουλώντας την Ισπανία στον καπιταλισμό και τον καταναλωτισμό. Δεν πίστεψα ποτέ στην ειλικρίνεια της μεταστροφής του στον καθολικισμό. «Η Ισπανία», φαίνεται να έχει δηλώσει, «αξίζει πολύ μια λειτουργία». Σε τελευταία ανάλυση, ο πόλεμος δεν ήταν ιδεολογικός επειδή οι περισσότεροι Ισπανοί δεν είχαν δεσμευθεί ιδεολογικά: Ενεργούσαν καιροσκοπικά και συμμαχούσαν με οποιαδήποτε πλευρά, η οποία ασκούσε τον έλεγχο στην περιοχή τους.
Την υποτιθέμενη διεθνή σημασία του Ισπανικού Εμφύλιου Πολέμου υπογράμμισε πρώτος ο Beevor. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο: Ουσιαστικά μια στρατιωτική έκθεση, γραμμένη σύμφωνα με τα μαθήματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πιο ενημερωμένη εκδοχή, που σηματοδοτεί την εβδομηκοστή επέτειο από την εθνικιστική εξέγερση του Φράνκο, είναι κάτι παραπάνω από παράθεση πληροφοριών. Το βιβλίο είναι μια διαρκής απόλαυση της συγγραφικής δεινότητας του Beevor, που με την αριστοτεχνική διαχείριση του υλικού και την επιδεξιότητα του συγγραφέα στην στρατιωτική ιστορία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εργασία άλλου συγγραφέα. Ο Beevor φαίνεται πως έχει διαβάσει όλα όσα κυκλοφόρησαν την περίοδο μεταξύ των δημοσιεύσεων, και τα έχει λάβει σχεδόν όλα υπόψη του, αν και ίσως δεν δικαιώνει πολλές από τις προσωπικές αφηγήσεις, ιδίως από την πλευρά των εθνικιστών. Πάνω απ’ όλα, χρησιμοποίησε ντοκουμέντα από τα ρωσικά αρχεία, στα οποία δεν υπήρχε πρόσβαση πρωτύτερα και στα οποία έκανε πρωτοποριακή έρευνα.
Το βιβλίο του παραμένει πολύ δυνατό ως αφήγηση στρατιωτικών γεγονότων. Κανένα άλλο βιβλίο της ίδιας κλίμακας δεν είναι τόσο καλό. Το επιχείρημά του δεν αλλάζει: Η διοίκηση των δημοκρατικών ήταν ασυναγώνιστη από τη στιγμή που ο Φράνκο μετέφερε τις λεγεώνες του από το Μαρόκο, σχεδόν χωρίς εναντίωση, για την υποστήριξη της απόπειρας πραξικοπήματος στις 18 Ιουλίου του 1936. Πολιτικές αναστολές έκαναν τη δημοκρατική στρατιωτική διοίκηση ακόμα πιο αναποτελεσματική. Οι Ρώσοι «σύμβουλοι» δεν ήξεραν πώς να μεταχειριστούν τα τανκς. Η προπαγάνδα της αριστερής πτέρυγας ήταν καταστροφική αποτυχία. Ο Beevor καταδεικνύει ότι οι εθνικιστές «συγκέντρωναν τις προσπάθειές τους σε ένα επιλεγμένο ακροατήριο στη Μ. Βρετανία και στις Η.Π.Α. Ήταν μακράν καλύτεροι από τους αντιπάλους τους στην εξύφανση ιστοριών με ωμότητες. Αυτό διασφάλιζε ότι οι δημοκρατίες παρέμεναν εκτός πολέμου και ότι η εισροή κεφαλαίων και η ανεπίσημη βοήθεια προς τους εθνικιστές συνεχιζόταν. Επομένως, δεν ήταν τόσο ότι ο Φράνκο κέρδισε τον πόλεμο όσο ότι οι Δημοκρατικοί τον έχασαν. Σε γενικές γραμμές, οι κορυφαίοι αξιωματικοί των εθνικιστών δεν ήταν ανώτεροι από τους αντιπάλους τους. Ο Beevor κάνει μια προσεκτική αναφορά στον ρεβιζιονισμό του Βlanco Escoli -του σπουδαίου ανατόμου του μύθου του Φράνκο ως σπουδαίου διοικητή- και γενικώς αποδέχεται ότι ο Generalissimo ήταν υποτονικός στο ρόλο του, αν και ίσως υποτιμά την έκταση στην οποία ο βασανιστικός ρυθμός των κατακτήσεων του Φράνκο είχε εξαπλωθεί πολιτικά: Οι νικητές χρειάζονταν χρόνο για να «καθαρίσουν» το κατακτημένο έδαφος των εχθρών τους. Σύμφωνα με τον Beevor, η διαφορά μεταξύ των δύο παρατάξεων δεν ήταν ο ανώτερος επαγγελματισμός ή ο εξοπλισμός των εθνικιστών -κάτι που αποδεικνύεται από τις νίκες της δημοκρατικής πολιτοφυλακής στις μάχες-, αλλά η αδυσώπητη λογική της διεθνούς κατάστασης, η οποία άφησε τη Δημοκρατία ουσιαστικά χωρίς συμμάχους και εντέλει χωρίς προμήθειες. Τα ξένα δανεικά στρατεύματα και το πολεμικό υλικό, που αναπλήρωσαν τις ελλείψεις των εθνικιστικών δυνάμεων, «δεν συνέβαλαν στη νίκη», σύμφωνα με τον Beevor, αλλά εμπόδισαν τη νίκη των δημοκρατικών. Όσο πιο πολύ διαρκούσε η μάχη, τόσο πιο σίγουρη γινόταν η νίκη των εθνικιστών: Ο Φράνκο εξασφάλιζε όπλα και δάνεια, ενώ ο χρυσός και ο άργυρος της Τράπεζας της Ισπανίας εξαφανίζονταν, τα τανκς των δημοκρατικών είχαν έλλειψη από καύσιμα, και οι διανομές τροφίμων για τους υπερασπιστές της Βαρκελώνης λιγόστευαν σε περίπου τέσσερις ουγγιές όσπρια την ημέρα. Από μία άποψη, ο Beevor αναγνωρίζει ότι οι ξένοι ήταν ήταν πραγματικά εισβολείς στον πόλεμο. Γι’ αυτό δεν ήταν μία κρίση της δημοκρατίας. Όπως επισημαίνει ο Beevor, η Αριστερά άρχισε τον πόλεμο με τρανταχτά δημοκρατικά διαπιστευτήρια και γρήγορα εκχώρησε ακόμη κι αυτά. Σε ένα απόσπασμα, ο Beevor φαντάζεται τι θα είχε συμβεί εάν είχε αναδυθεί η δημοκρατία. Μία νίκη των δημοκρατικών μετά από έναν μακροχρόνιο πόλεμο θα είχε μετατρέψει την Ισπανία σε δορυφόρο των σταλινικών, ίσως παρατείνοντας τη δικτατορία μέχρι την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Μια γρήγορη νίκη των δημοκρατικών θα μπορούσε να έχει προκαλέσει ακόμη έναν εμφύλιο πόλεμο: Όχι εναντίον της Δεξιάς, που θα είχε κηρυχθεί έκνομη, αποδυναμωμένη και κατευνασμένη -όπως έκανε ο Φράνκο με τους παλιούς εχθρούς του- αλλά ανάμεσα στις πολεμικές φατρίες μέσα στις οποίες η αριστερά είχε διαιρεθεί. Το μοναδικό σημείο στο οποίο η κριτική του Beevor φαίνεται λιγότερο τέλεια, είναι στις απόψεις του σχετικά με τις εκκαθαρίσεις που κάθε πλευρά επέβαλε στην άλλη: Τείνει να
βλέπει την Αριστερά ως πιο επιλεκτική στην καταδίωξη απ΄ ό,τι η Δεξιά. «Σπάνια», ισχυρίζεται, «υπήρχε ένας τίμιος μπακάλης κακοποιημένος ή ένας παπάς που έθαβε τόσο τους πλούσιους όσο και τους φτωχούς». Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο είναι καθαρά ρομαντικό.
Η απόδειξη ότι ο πόλεμος υπήρξε μια χαρακτηριστικά ισπανική υπόθεση είναι ότι προκαλούσε αμηχανία σε κάθε ξένο που έφτανε, ο οποίος περίμενε να πολεμήσει σεένα τοπικό μέτωπο μιας παγκόσμιας σύγκρουσης. Ο Στάλιν -τώρα πλέον γνωρίζουμε- πούλησε όπλα και στις δύο πλευρές. Ο Γκαίρινγκ ήταν αναμεμειγμένος σε μυστικές συμφωνίες με τους δημοκρατικούς για λαθραία και παράνομα όπλα. Ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Μουσολίνι διατηρούσαν φιλικά αισθήματα για τον Φράνκο, τον οποίο υποστήριζαν εν μέρει δίνοντάς του όπλα και αεροπλάνα. Τοποθετώντας τον πόλεμο μέσα σε ένα ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο, ο Beevor χάνει την ευκαιρία να τονίσει την ισπανικότητα της σύγκρουσης. Όμως, κάνει καλή δουλειά καταρρίπτοντας έναν από τους παραδοσιακούς μύθους για την ισπανική μοναδικότητα.
Δεν υπήρχε κάποιος χαρακτηριστικά ισπανικός τρόπος για να γίνει ο πόλεμος. Δεν ήταν ο δονκιχωτισμός που έκανε τους πολιτοφύλακες να περιφρονούν τα χαρακώματα: Δεν είχαν εργαλεία για να τα σκάψουν. Η βία και η σκληρότητα της σύγκρουσης δεν ήταν αποτέλεσμα των ισπανικών παθών αλλά του παγκόσμιου δαίμονα που υπήρχε στο πεδίο της μάχης: «Φόβος μεταμφιεσμένος». Οι άνθρωποι σκότωναν όχι από μοιρολατρική αδιαφορία για το θάνατο, αλλά εξαιτίας της παλιάς, απεχθούς σοφιστείας: «Οι νεκροί δεν προβάλλουν αντίσταση».
Τελικά οι πόλεμοι καταγράφονται όπως θέλει ο μύθος: Ό,τι πιστεύουν οι άνθρωποι, γεννά συνέπειες και αποτελεί ένας είδος αλήθειας. Εκατοντάδες ξένοι εθελοντές συνέρρευσαν στην Ισπανία επειδή πίστευαν ότι έπαιρναν μέρος στην υπεράσπιση της διεθνούς εργατικής τάξης, «ενώνοντας την ανθρώπινη φυλή». Περίπου 17.000 πέθαναν. Τουλάχιστον 5.000 Ισπανοί πέθαναν ως εθελοντές για τον Χίτλερ στη Ρωσία, πιστεύοντας ότι συνέχιζαν μία αντι-μπολσεβικική σταυροφορία. Αν και οι εμπειρίες και στις δύο πλευρές ήταν παραπλανητικές, πολλοί συμμετέχοντες και θεατές σφυρηλάτησαν νέες φιλίες και συνειδητοποίησαν ότι ο πραγματικός παγκόσμιος αγώνας δεν θα ήταν εκείνος της Αριστεράς εναντίον της Δεξιάς, αλλά της δημοκρατίας εναντίον των υπολοίπων. Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος δεν ήταν αληθινά ένα πρελούδιο ή μέρος αγώνα, αλλά εσφαλμένες ερμηνείες τον παρουσίασαν ως σύμπτυξη και των δύο. Όταν τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ισπανία είχε απομονωθεί από τους συμμάχους της. Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο, η Ισπανία δεν είχε σχέση. Μέχρι την δεκαετία του ‘60, όταν η ιστορία της Ισπανίας συνέχισε ξανά την κανονική πορεία της και η χώρα άρχισε να μοιάζει με την υπόλοιπη Ευρώπη, η Ισπανία ήταν τόσο «διαφορετική» όσο τη διαφήμιζαν τα τουριστικά φυλλάδια. Έτσι, σταδιακά αποσπάστηκε από την περίοδο των Παγκόσμιων Πολέμων και ο εμφύλιος πόλεμος αντιμετωπίστηκε ως μια χαρακτηριστικά ισπανική τραγωδία. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα φάση της ιστοριογραφίας της σύγκρουσης, η οποία βασίζεται σε ένα νέο είδος λογοτεχνίας στην Ισπανία, σύμφωνα με το οποίο παιδιά και εγγόνια των θυμάτων αναλαμβάνουν ταξίδια μέσω της μνήμης σε αναζήτηση των νεκρών. Από αυτόν τον μετα-ιδεολογικό πόλεμο, ο Antony Beevor συνάγει ανθρώπινα μαθήματα.




 

Beevor, Antony

Ο Antony Beevor σπούδασε στο Winchester και το Sandhurst. Ως μόνιμος Αξιωματικός της 11ης Ίλης Oυσάρων υπηρέτησε στη Γερμανία και την Aγγλία μέχρι που παραιτήθηκε από τον στρατό μετά από πέντε χρόνια υπηρεσίας.

Eίναι παντρεμένος με την Artemis Cooper, σε συνεργασία με την οποία έγραψε το Paris after the Liberation, 1944-1949. Kαι οι δύο έχουν ανακηρυχθεί Chevalier de l' Ordre des Arts et des Lettres από τη Γαλλική Kυβέρνηση.

Στα έργα του περιλαμβάνονται τα: Κρήτη: Η Μάχη και η Αντίσταση (Βραβείο Runciman), Βερολίνο: Η Πτώση 1945 (Βραβείο Longman-History Today Trustees), Στάλινγκραντ (Βραβείο Samuel Johnson, Βραβείο Ιστορίας Wolfson και Βραβείο Λογοτεχνίας Hawthornden), Το μυστήριο της Όλγας Τσέχοβα, Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939 (Βραβείο La Vanguardia), D-Day: Η Απόβαση στη Νορμανδία (Βραβείο Henry Malherbe και Μετάλλιο RUSI Westminster) και Ένας Συγγραφέας στον Πόλεμο: Ο Βασίλι Γκρόσμαν με τον Κόκκινο Στρατό, 1941-1945.

Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και έχουν πουλήσει περισσότερα από έξι εκατομμύρια αντίτυπα.

Έχει διατελέσει πρόεδρος του Society of Authors, ενώ είναι επίτιμος διδάκτορας στα πανεπιστήμια του Kent, του Bath και της East Anglia και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Kent. Το 2014, στις Ηνωμένες Πολιτείες, του απονεμήθηκε το Βραβείο Λογοτεχνίας Pritzker για τη συνολική προσφορά του στη Στρατιωτική Ιστορία.

Ο Beevor ζει στην Αγγλία.

 

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.