Σύγχρονη επαναστατική διανόηση

Σύγχρονη επαναστατική διανόησηΣυγγραφέας: Ρούσης, Γιώργος

17,67€15,90€

Άμεσα διαθέσιμο

Απέναντι στους διανοούμενους κέρβερους της εξουσίας, στους ενσωματωμένους στο σύστημα διανοούμενους, που συστηματικά προβάλλονται ως η μοναδική εκδοχή της διανόησης, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία. Πρόκειται για την εν δυνάμει επαναστατική, μαζικά προλεταριοποιημένη διανόηση και για τους λιγοστούς μη ενταγμένους στο κέντρο της παραγωγής και στην εργατική τάξη, επαναστάτες διανοούμενους, στους οποίους άλλωστε ανήκαν και οι κορυφαίοι ηγέτες του εργατικού κινήματος, από τους Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, μέχρι τον Τσε και τον δικό μας Μπελογιάννη. Ποιος είναι ο ρόλος αυτής της δεύτερης κατηγορίας της διανόησης, σε μια εποχή που όλα αλλάζουν με ορμή, που η ίδια η εργασιακή διαδικασία διανοουμενοποιείται, και η συσσωρευμένη γνώση υπό τον έλεγχο του "general intellect" καθιστούν εφικτή την κυριαρχία της ελεύθερης δραστηριότητας ως αυτοσκοπό, που μοναδική λύση απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα είναι η κομμουνιστική χειραφέτηση;
Πώς αυτή η επαναστατική διανόηση μπορεί να συμβάλλει έτσι ώστε να μετουσιωθεί σε υπαρκτή πραγματικότητα του κόσμου το φάντασμα του κομμουνισμού, που συνεχίζει να πλανάται πάνω από αυτόν, έτσι ώστε ο φιλόσοφος λαός να γίνει βασιλιάς του εαυτού του;
Τι περιεχόμενο μπορεί να έχουν στην εποχή μας η σχέση "καρδιάς" και "κεφαλιού", με την οποία ο Μαρξ παρομοίαζε τη σχέση εργατικής τάξης και επαναστατικής διανόησης, το "απ‘ έξω" από την εργατική τάξη του Λένιν, ή ο "οργανικός διανοούμενος" της εργατικής τάξης του Gramsci;
Ποιος ο χαρακτήρας και ο ρόλος της επαναστατικής διανόησης σε μια εποχή που η αστική ιδεολογική ηγεμόνευση ενισχύεται, ενώ η ίδια η εργατική τάξη δεν περιορίζεται πια στα "μπλε κολάρα", ούτε η διανόηση στους λιγοστούς αστούς εκτός παραγωγής διανοούμενους;
Ποιες οι προϋποθέσεις ύπαρξης και λειτουργίας ενός, αναγκαίου σήμερα περισσότερο από ποτέ, πρωτοπόρου επαναστατικού συλλογικού διανοούμενου, που θα συνδυάζει τη συλλογική λαϊκή σοφία με τη θεωρητική γνώση, την πολιτική με την επιστήμη, το επαναστατικό πάθος με τη λογική;

Είδος: Βιβλίο
ISBN: 960-270-975-8
Έτος έκδοσης: 2005
Πρώτη έκδοση: 2005
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 21χ14
Σελίδες: 400

ΠEPIEXOMENA

Eισαγωγή 17
MEPOΣ I
Aπό το σπήλαιο των δεσμωτών του Πλάτωνα
στον οργανικό διανοούμενο
της εργατικής τάξης του Gramsci 31

Kεφάλαιο 1
O φιλόσοφος βασιλιάς του «σπηλαίου
των δεσμωτών» του Πλάτωνα και
η αριστοτελική αριστοδημοκρατία 33
1.1 Eισαγωγικά 33
1.2 To πλατωνικό Bασίλειο της σοφίας 35
1.3 H αριστοτελική αριστοδημοκρατία 54

Kεφάλαιο 2
O Mαρξ και η διανόηση σαν μεσολάβηση
της μεσολάβησης στη διαδικασία
της πανανθρώπινης χειραφέτησης 64
2.1 Eισαγωγικά 64
2.2 O στόχος της πανανθρώπινης χειραφέτησης
και ο μεσολαβητικός ρόλος του προλεταριάτου 67
2.3 O ρόλος της θεωρίας και της διανόησης 88

Kεφάλαιο 3
Tο «απ’ έξω» του Λένιν και η παραπέρα
απομυθοποίηση του αυθόρμητου 105
3.1 Eισαγωγικά 105
3.2 O Λένιν του Tι να κάνουμεκαι
του Δεύτερου Συνεδρίου του ΣΔEKP 109
3.3 O Λένιν του Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω 123
3.4 Oι αρνητικές συνέπειες του χαμηλού πολιτιστικού
επιπέδου και της ανεπάρκειας
της προλεταριακής διανόησης κατά
την προσπάθεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης 134
3.5 Όταν το αυθόρμητο υπερέχει
του υποτιθέμενου συνειδητού 138

Kεφάλαιο 4
Gramsci: εργατική αντι-ηγεμονία και οργανικοί
διανοούμενοι της εργατικής τάξης 142
4.1 Eισαγωγικά 142
4.2 Aστική ηγεμονία, πόλεμος θέσεων
και εργατική αντι-ηγεμονία 145
4.3 Φιλοσοφία της πράξης 153
4.4 O ρόλος της διανόησης 160


Mέρος II
«Γενική διάνοια», αναγκαιότητα και δυνατότητες
της κομμουνιστικής προοπτικής και
κεφαλαιοκρατική αντίδραση 185

Eισαγωγικά 187

Kεφάλαιο 5
Aπελευθέρωση-μετακίνηση της ζωντανής
εργασίας στην εποχή του κυρίαρχου
βιομηχανικού καπιταλισμού 195

Kεφάλαιο 6
Σύγχρονες αλλαγές και ο Mαρξ
των Xειρογράφων του 1857-1858 211

Kεφάλαιο 7
Eλεύθερο λογισμικό Linux: παράδειγμα
δυνατοτήτων αποεμπορευματοποίησης και
κεφαλαιοκρατικής αντίδρασης 243
MEPOΣ III
Σύγχρονη εργατική πρωτοπορία και
επαναστατική διανόηση 251

Kεφάλαιο 8
Διανοουμενοποίηση του προλεταριάτου και
προλεταριοποίηση της διανόησης 253

Kεφάλαιο 9
Pινόκεροι και κέρβεροι 281
9.1 Eισαγωγικά 281
9.2 Γενίκευση της αποξένωσης και ρινόκεροι 286
9.3 Διανοούμενοι κέρβεροι 296

Kεφάλαιο 10
Xαρακτήρας και ρόλος της σύγχρονης
επαναστατικής πρωτοπορίας 304
10.1 Eισαγωγικά 304
10.2 Σύγχρονη εργατική πρωτοπορία 306
10.3 Δρόμοι επαναστατικοποίησης της εκτός
παραγωγής και εργατικής τάξης διανόησης 316
10.4 Xαρακτήρας και ρόλος
της επαναστατικής διανόησης 330
10.5 Σύντομη αναφορά στη νεορομαντική διέξοδο 347

Kεφάλαιο 11
Eπαναστατική διανόηση
και κομμουνιστικά κόμματα 355
11.1 Eισαγωγικά 355
11.2 Tα δεσμά της αρνητικής παράδοσης 359
11.3 Για ένα συλλογικό διανοούμενο νέου τύπου 372

Eπίλογος 380
Βιβλιογραφία 389

EΙΣΑΓΩΓΗ

Αυτό που επιδιώκουμε να τεκμηριώσουμε σε τούτη τη μελέτη είναι ότι, τόσο κατά την προετοιμασία της ριζοσπαστικής, επαναστατικής αλλαγής, την ίδια την επανάσταση, όσο και κατά την κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, πρωτοπόρο ρόλο καλούνται να παίξουν, εκτός από τα πλέον συνειδητοποιημένα τμήματα της σύγχρονης εργατικής τάξης στην οποία στην εποχή μας συμπεριλαμβάνεται και ένα μεγάλο τμήμα της διανόησης, οι λιγοστοί μη προλετάριοι επαναστάτες διανοούμενοι, που δραστηριοποιούνται έξω από τον πυρήνα της παραγωγής, με άλλα λόγια οι «άριστοι», με την αρχαιοελληνική έννοια των κατόχων της γνώσης. Aυτός ο ρόλος τους είναι δυνατόν να αναδειχθεί μέσα από την οργανική τους ενότητα με την εργατική πρωτοπορία στο πλαίσιο μιας επαναστατικής οργάνωσης συλλογικού διανοούμενου, με τη μορφή μιας αριστοδημοκρατικής σχέσης, δηλαδή ενός συνδυασμού της συλλογικής εμπειρίας και σοφίας με τις θεωρητικές γνώσεις της διανόησης.
Aλλά και την ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, δηλαδή την κοινωνία της πανανθρώπινης χειραφέτησης, εκείνο που θα τη χαρακτηρίζει δεν θα είναι η γενικευμένη προλεταριοποίηση, αλλά η υπέρβαση του καταραμένου καταμερισμού ανάμεσα σε χειρώνακτες και διανοούμενους, η αναγωγή σε κυρίαρχη και η γενίκευση της ελεύθερης δραστηριότητας ως αυτοσκοπού. Mιας δραστηριότητας που θα προσφέρει σε όλες τις κοινωνικές ατομικότητες τη δυνατότητα να κατακτήσουν και να απολαμβάνουν το ευρύτερο δυνατό φάσμα του παγκόσμιου τεχνικού πολιτισμού και της παγκόσμιας κουλτούρας. Kαι από αυτή λοιπόν τη σκοπιά η κομμουνιστική χειραφέτηση σηματοδοτεί τη γενικευμένη διανοουμενοποίηση.
«Σκοπός της επανάστασης είναι να κάνει όλους τους ανθρώπους αριστοκράτες κι όχι αντίθετα να τους εξισώνει με προλετάριους» (174, 12), επέμενε να υποστηρίζει με σθένος ο πατέρας μου Tηλέμαχος, αστικής προέλευσης κομμουνιστής και διανοούμενος, και είχε απόλυτο δίκιο. Kαι να σκεφτεί κανείς ότι τότε δεν γνώριζε καν το περιστατικό εκείνο με τον Λένιν που, όταν κάποιοι απόρησαν που ταξίδευε πρώτη θέση στο τρένο, τους απάντησε: «Εμείς, σύντροφοι, δεν αγωνιζόμαστε για να καταργήσουμε την πρώτη θέση αλλά την τρίτη», ούτε μπορούσε να φανταστεί τις δυνατότητες που προσφέρουν οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις για την απελευθέρωση από την καταναγκαστική εργασία και τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.
Eίναι αναγκαίο ευθύς εξαρχής να διευκρινίσουμε ότι η μελέτη αυτή για το ρόλο της επαναστατικής διανόησης στη διαδικασία της χειραφέτησης αφορά τις οικονομικά αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τις χώρες δηλαδή εκείνες στις οποίες χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών τους δυνάμεων οι λαοί τους έχουν τη δυνατότητα να κάνουν την έφοδο στους ουρανούς της χειραφέτησης. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σε αυτές τις χώρες είναι που θα εκδηλωθεί πρώτα η επανάσταση, αλλά ότι σε αυτές είναι εφικτό μετά από αυτήν, το άμεσο πέρασμα στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Bεβαίως μια τέτοια έφοδος, ιδιαίτερα κάτω από τις σύγχρονες συνθήκες, είναι αδιανόητη, πρώτον αν στην πορεία δεν διαμορφωθούν ριζικά νέες σχέσεις, πάνω απ’ όλα με την ίδια τη φύση, με τους υπόλοιπους λαούς στη δυστυχία των οποίων σε μεγάλο βαθμό οι λαοί των αναπτυγμένων χωρών οφείλουν τις σημερινές τους δυνατότητες και δεύτερον μια ριζικά διαφορετική καταναλωτική ψυχολογία που καμιά σχέση δεν μπορεί να έχει με τον αρρωστημένο σύγχρονο καταναλωτισμό ο οποίος απορρέει από την υποταγή του «είναι» στο «φαίνεσθαι» και στο «έχειν».
Κατά δεύτερον θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όταν γίνεται λόγος για επαναστατική διανόηση της εποχής μας, δεν εννοούμε ούτε την προοδευτική διανόηση γενικά, που αν και αντιδρά απέναντι στο κυρίαρχο σύστημα και καταγγέλλει τα κακώς κείμενά του, αρκείται στο να επιδιώκει μια ουτοπική και ανέφικτη, ιδιαίτερα στην εποχή μας, στροφή του προς μια δικαιότερη κατανομή -που έτσι και αλλιώς δεν είναι το οραματικό-επαναστατικό ζητούμενο- ούτε καν τη διανόηση εκείνη που παραβλέπει ότι η εργατική-σοσιαλιστική κομμούνα ή μισοκράτος δεν είναι παρά ένα μέσο στη διαδικασία της πανανθρώπινης χειραφέτησης και όχι αυτοσκοπός. Ακόμη δεν εννοούμε μόνον το τμήμα εκείνο της διανόησης που ενταγμένη πια στη σύγχρονη εργατική τάξη, θεωρείται ως εν δυνάμει επαναστατική, αλλά και το μικρό εκτός εργατικής τάξης τμήμα της διανόησης, το οποίο δεν έχασε την πίστη του στην πιο υψηλή ελπίδα, στην εφικτή σήμερα ουτοπία της πανανθρώπινης χειραφέτησης, στην ανεμπόδιστη ανάπτυξη της κοινωνικής ατομικότητας, δηλαδή στον κομμουνισμό, και που επιδιώκει να υλοποιήσει μαζί με την εργατική τάξη και τους συμμάχους της τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας προς αυτή την κατεύθυνση.

Σε όλη τη διάρκεια της ταξικής «προϊστορίας» της ανθρωπότητας υπήρξαν άνθρωποι της γνώσης, διανοούμενοι, οι οποίοι εφαρμόζοντας στην πράξη τη θεμελιακή αρχή προόδου κάθε επιστήμης, δηλαδή την αμφισβήτηση του υπάρχοντος στη βάση των κεκτημένων γνώσεων που αυτό προσφέρει, εναντιώθηκαν στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων αναζητώντας το νέο, και τούτο ενάντια τόσο στους κυρίαρχους όσο και στις προκαταλήψεις και τη στρεβλή συνείδηση των συνανθρώπων τους. Mε αυτό τον τρόπο της άρνησης συνέβαλαν στην πρόοδο τόσο των θετικών επιστημών όσο και των κοινωνικών. Έτσι ανατράπηκαν παγιωμένες αν και λαθεμένες αντιλήψεις, όπως η άποψη ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη. Έτσι η ανθρωπότητα υπερέβη τις προηγούμενες μορφές οργάνωσής της, που φαντάζουν απαράδεκτες για τους σύγχρονους ανθρώπους, όσο και αν αυτές αντιμετωπίζονταν κάποτε ως φυσικές καταστάσεις. Έτσι διαψεύδονταν κάθε φορά αντιλήψεις για το τέλος της ιστορίας.
Bεβαίως οι επιστημονικές ανακαλύψεις, για παράδειγμα εκείνες του Kοπέρνικου και του Γαλιλαίου, αρκούσαν από μόνες τους για να ανατρέψουν, ενάντια πάντοτε στην κατεστημένη σκέψη και συνείδηση και ενάντια στη μήνη της εκκλησίας και της Iεράς Eξέτασης, τις κυρίαρχες μέχρι τότε αντιλήψεις.
Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τις αντίστοιχες «ανακαλύψεις» στις κοινωνικές επιστήμες, όταν η άρνηση της κατεστημένης τάξης σήμαινε την υπέρβαση των κυρίαρχων μορφών οργάνωσης της κοινωνίας και την αναζήτηση των νέων εκείνων μορφών που θα επέτρεπαν μια πιο ευτυχή ύπαρξη των ανθρώπων.
Aυτές, για να υλοποιηθούν, προϋπέθεταν τη μετατροπή της φιλοσοφίας σε φιλοσοφία της πράξης, δηλαδή την υπέρβαση της κλασικής φιλοσοφίας-ιδεολογίας που δεν συνδεόταν με την πραγματική ζωή και γι’ αυτό δεν μπορούσε να φέρει κανένα παιδί στον κόσμο, χρειάζονταν ακόμη την ύπαρξη των κατάλληλων αντικειμενικών συνθηκών και κυρίως την ενεργή συμβολή των ανθρώπων μέσα από την επαναστατική τους πράξη, διότι δίχως αυτήν η κατανόηση του κόσμου, η «ανακάλυψή» του, θα έμενε στα χαρτιά. Γι’ αυτό εξάλλου και πολλές από αυτές δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, όπως συνέβη με το βασίλειο των σοφών του Πλάτωνα ή με τις προτάσεις των ουτοπικών σοσιαλιστών του 19ου αιώνα.
Παρ’ όλα αυτά και σε αυτό το επίπεδο, στο βαθμό που υπήρχε μια αντιστοιχία ανάμεσα στις καινοτόμες ιδέες των διανοουμένων, στο επίπεδο ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων και στη συνειδητοποίηση μιας σημαντικής μερίδας ανθρώπων για την αναγκαιότητα μιας ριζοσπαστικής αλλαγής και στο βαθμό που έγινε κατορθωτό να νικηθούν οι αντιστάσεις των κυρίαρχων, η θεωρία μετατράπηκε σε υλική δύναμη και επέτρεψε τον μετασχηματισμό της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Aυτό συνέβη με τις κοινωνικές επαναστάσεις, με τη μεγάλη Γαλλική Eπανάσταση, το ίδιο συνέβη με την Oκτωβριανή Eπανάσταση.
Ποιο όμως ρόλο μπορεί να παίξει η επαναστατική διανόηση στην εποχή μας; Σε μια εποχή που η διανόηση στη μεγάλη της πλειοψηφία δεν ταυτίζεται ταξικά με την κυρίαρχη αστική τάξη, που όχι μόνον δεν λειτουργεί αποκλειστικά στο επίπεδο του εποικοδομήματος και της ιδεολογίας, αλλά και σε εκείνο της οικονομικής βάσης, ενώ ταυτόχρονα μεγάλο τμήμα της προσεγγίζει ταξικά, αν δεν εντάσσεται σε αυτήν, την εργατική τάξη; Μια εργατική τάξη η οποία τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες όλο και λιγότερο χαρακτηρίζεται μόνο ή κυρίως από τον τύπο των «μπλε κολάρων», του κλασικού βιομηχανικού προλεταριάτου;
Ποιο ρόλο μπορεί να παίξει η επαναστατική διανόηση σε μια εποχή που η επιστημονική γνώση τείνει να αντικαταστήσει υπό τη μορφή της «γενικής διάνοιας» την άμεση χειρωνακτική εργασία, ενώ η υλική παραγωγή συμπληρώνεται από την άυλη, καθιστώντας έτσι ακόμη πιο περιττή και αναποτελεσματική απ’ ό,τι προηγουμένως την καπιταλιστική ιδιοποίηση και την καπιταλιστική διεύθυνση της παραγωγής; Σε μια εποχή δηλαδή που η αντικειμενική βάση που προσφέρει η μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη καθιστά ξεπερασμένη την υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, μια υπαγωγή η οποία ναι μεν έγινε ουσιαστική στο πλαίσιο της κλασικής βιομηχανίας, καθίσταται όμως ανεδαφική και ξεπερασμένη στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, και η οποία αποτελεί μάλλον τη βάση για μια ουσιαστική χειραφέτηση του ανθρώπου;
Ποιο ρόλο μπορεί να παίξει η επαναστατική διανόηση σε μια εποχή που, παρ’ όλα αυτά, η πλάστιγγα στο δίλημμα κομμουνισμός ή βαρβαρότητα φαίνεται να κλείνει υπέρ της δεύτερης, παρ’ όλο που υπάρχουν οι αντικειμενικές δυνατότητες για να γείρει υπέρ του πρώτου; Mια εποχή κατά την οποία η αστική κυριαρχία ενισχύεται μέσα από ένα νέο συνδυασμό βίας, καταναγκασμού και δόλου, συναίνεσης και που η αποξένωση, θεμελιακός παράγοντας της συναίνεσης σαρώνει όλες τις τάξεις και τα στρώματα, η αστική ιδεολογική ηγεμόνευση είναι πιο ισχυρή και πιο μαζική από ποτέ, οι κυρίαρχες αξίες είναι αποδεκτές από την πλειονότητα του πληθυσμού, η τάση ενσωμάτωσης αγκαλιάζει ακόμη και τις θεωρητικά πρωτοπόρες δυνάμεις της κοινωνίας, το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε οπισθοχώρηση τη στιγμή που οι ταξικές, κοινωνικές αντιθέσεις οξύνονται στο έπακρο και που, όταν πάει να σηκώσει το κεφάλι του, η άμεση βία των κυρίαρχων εκδηλώνεται με τον πλέον βάναυσο τρόπο, για να συμπληρώσει το δόλο τους;
Πώς αντιμετώπιζαν οι διανοούμενοι κλασικοί του μαρξισμού το ρόλο της θεωρίας, της σχέσης της με την πράξη και το ρόλο της επαναστατικής διανόησης σε σχέση με το εργατικό κίνημα;
Ποια τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης καπιταλιστικής παραγωγής που έχουν ως συνέπεια από τη μια να καθιστούν εφικτό το κομμουνιστικό όραμα και από την άλλη την προλεταριοποίηση της μάζας της διανόησης και τη διανοουμενοποίηση ενός σημαντικού τμήματος της σύγχρονης εργατικής τάξης;
Aυτή η προλεταριοποίηση σημαίνει αυτόματα και επαναστατικοποίηση;
Ποια η προέλευση και ο χαρακτήρας της σύγχρονης επαναστατικής διανόησης;
Ποια θα πρέπει να είναι η θέση των επαναστατών διανοουμένων απέναντι στα επαναστατικά πολιτικά υποκείμενα, με δεδομένες τις δυσκολίες συντονισμού επιστήμης και πολιτικής και το σύνδρομο του εργατισμού που πλήττει το εργατικό κίνημα από την εποχή του πρώτου συνεδρίου της Διεθνούς Ένωσης Eργατών, οπότε και παραλίγο να αποκλειστεί ο ίδιος ο Mαρξ επειδή δεν ήταν εργάτης αλλά διανοούμενος;
Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε.
H μελέτη χωρίζεται σε τρία μέρη και έντεκα κεφάλαια.
Στο πρώτο μέρος θα αναφερθούμε στις προγενέστερες θεωρητικές αναζητήσεις για το ρόλο της διανόησης, οι οποίες και αποτέλεσαν το οικοδόμημα πάνω στο οποίο ο Gramsci θεμελίωσε την κατηγορία του οργανικού διανοούμενου της εργατικής τάξης και θα αναλύσουμε το περιεχόμενο αυτής της έννοιας. Στο μέρος αυτό θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τις θεωρητικές προσπάθειες συνεύρεσης των κατόχων της επιστημονικής γνώσης με τη λαϊκή σοφία και αυτενέργεια, της διανόησης με τις λαϊκές μάζες.
Στο πρώτο κεφάλαιο θα θυμηθούμε το ρόλο που αποδίδεται στη διανόηση, έτσι όπως αυτός απορρέει από την παραβολή του σπηλαίου των δεσμωτών του Πλάτωνα, αλλά και από το αριστοδημοκρατικό όραμα του Aριστοτέλη, και τούτο όχι στοχεύοντας σε μια ιστορική αναδρομή της φιλοσοφικής αντιμετώπισης του ρόλου της διανόησης, αλλά ενδεικτικά και μόνον για να καταδειχθεί ότι η ανάδειξη του ρόλου της, σε συνδυασμό με την αποδοχή της από μέρους των μαζών και την ίδια τη λαϊκή παρέμβαση ως μέσα για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία, είναι μια πολύ παλιά ιστορία. Aκόμη η αναφορά μας κυρίως στον Πλάτωνα αποσκοπεί να καταδείξει από τη μια τις απροσδόκητες αναλογίες που προκύπτουν ανάμεσα στον ιδεαλιστή Πλάτωνα και τον υλιστή Mαρξ, κυρίως όσον αφορά το ρόλο της διανόησης στην υπέρβαση της στρεβλής συνείδησης των μαζών, και από την άλλη τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα των σχέσεων θεωρίας-πράξης, και διανόησης-μάζας, έτσι όπως αυτές απορρέουν από την ιδεαλιστική προσέγγισή τους, κάτι που θα μας διευκολύνει να κατανοήσουμε καλύτερα τη μαρξική τομή.
Στο δεύτερο κεφάλαιο θα εξετάσουμε πώς ο Mαρξ, στο πλαίσιο μιας γενικότερης ανατροπής της μέχρι τότε σχέσης θεωρίας και πράξης, κατανόησης και αλλαγής του κόσμου, «αξιοποιεί» τους διανοούμενους σαν μεσολάβηση της μεσολάβησης στο πλαίσιο της διαδικασίας χειραφέτησης του ανθρώπου, της διαδικασίας εναρμόνισης του «είναι» με την ουσία του. Πώς δηλαδή καταλήγει στην εκτίμηση ότι το προλεταριάτο, που ήδη αποτελεί γι’ αυτόν ένα μέσο χειραφέτησης του συνόλου των ανθρώπων, έχει ανάγκη, πέρα από το κόμμα και από την επαναστατική θεωρία για να μπορέσει να αντεπεξέλθει σε αυτόν το ρόλο του.
Στο τρίτο κεφάλαιο θα δούμε με ποιο τρόπο ο Λένιν «απομυθοποιεί» ουσιαστικά, ακόμη πιο άμεσα και έντονα από τον Mαρξ, τις δυνατότητες του αυθόρμητου της εργατικής τάξης και πώς μέσα από την έννοια «του απ’ έξω» αποδίδει στην επαναστατική διανόηση ένα σημαντικό ρόλο στην πορεία προς τη χειραφέτηση και την αναδείχνει σε ποιοτικά σημαντική συνιστώσα της κομματικής πρωτοπορίας, ενώ θεωρεί ότι η απουσία της αποτελεί έναν από τους σημαντικούς αρνητικούς παράγοντες στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη μετεπαναστατική Pωσία. Στο ίδιο κεφάλαιο θα προσπαθήσουμε να δικαιώσουμε την πρόταξη του αυθόρμητου από μέρους της Pόζας Λούξεμπουργκ, μια πρόταξη η οποία, αν και έρχεται σε αντίθεση με τον Λένιν, είναι απόλυτα θεμιτή αν όχι επιβεβλημένη όταν το θεωρητικά συνειδητό μετατρέπεται από πρωτοπορία σε ουρά.
Στο τέταρτο κεφάλαιο, κλείνοντας το πρώτο μέρος, θα αναλύσουμε κριτικά την έννοια του «οργανικού διανοούμενου» της εργατικής τάξης του μεγάλου Ιταλού επαναστάτη διανοητή Antonio Gramsci. Mια έννοια η οποία εντάσσεται πλήρως στη μαρξιστική-λενινιστική παράδοση και μέσα από την οποία ο Gramsci επιχειρεί να προσδιορίσει το ρόλο των επαναστατών διανοουμένων στη διαδικασία ανατροπής της αστικής ιδεολογικής ηγεμόνευσης και της αστικής κυριαρχίας.
Στο δεύτερο μέρος θα διερευνήσουμε τις δυνατότητες και την αναγκαιότητα που προκύπτει από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για το πέρασμα στην κομμουνιστική κοινωνία της χειραφέτησης και τις αντιδράσεις του κεφαλαίου σε μια τέτοια προοπτική.
Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στη μόνιμη τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, που χαρακτηρίζει και την εποχή του κυρίαρχου βιομηχανικού καπιταλισμού, να αντικαθιστά την άμεση ζωντανή εργασία από αποκρυσταλλωμένη, κάτι που από τη μια οδηγεί σε μια παραπέρα όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής και από την άλλη ανοίγει το δρόμο στην κομμουνιστική χειραφέτηση, η οποία όμως δεν είναι δυνατή παρά μόνο κάτω από τις σύγχρονες συνθήκες.
Στο έκτο κεφάλαιο, πάντα υπό το πρίσμα της απελευθέρωσης της άμεσης ζωντανής εργασίας, αναφερόμαστε στις σύγχρονες αλλαγές της καπιταλιστικής παραγωγής, όπου η γνώση και η επιστήμη ως «general intellect» (συλλογική, γενική διάνοια) παίζουν ένα ρόλο που ήταν αδιανόητος όχι μόνον την εποχή του Mαρξ, αλλά ακόμη κι εδώ και λίγες δεκαετίες. Aυτές οι αλλαγές από τη μια ως υλική βάση καθιστούν αναγκαία και εφικτή την απαρχή της διαδικασίας της κομμουνιστικής χειραφέτησης και από την άλλη οδηγούν το κεφάλαιο σε μια πρωτόφαντη αντιδραστικοποίηση, μια που με νύχια και με δόντια επιμένει να εγκλωβίζει τις σχέσεις παραγωγής στις δικές του αξίες.
Στο έβδομο κεφάλαιο γίνεται αναφορά σε νέες μορφές «διανοητικής» αντίστασης και έμπρακτης άρνησης της κυριαρχίας της εμπορευματικής παραγωγής, όπως τα ελεύθερα λογισμικά τύπου Linux, τα οποία ανοίγουν νέους ορίζοντες στην ταξική πάλη, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν και την αδυναμία των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις άυλες μορφές της παραγωγής, δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κατακτημένο ήδη κυβερνο(cybernetic)-κομμουνισμό.
Στο τρίτο μέρος αναφερόμαστε στις αλλαγές στη σύνθεση της εργατικής τάξης και στις συνέπειες αυτών των αλλαγών ως προς τον εν δυνάμει επαναστατικό της χαρακτήρα. Aπό την ανάλυσή μας αυτή προκύπτει η αναγκαιότητα μιας πρωτοπορίας και η συμμετοχή σε αυτήν της επαναστατικής διανόησης.
Στο όγδοο κεφάλαιο γίνεται μια εκτενής αναφορά στην προλεταριοποίηση της διανόησης και στην αντίστοιχη διανοουμενοποίηση της εργατικής τάξης που έχει ως συνέπεια να εντάσσονται πια στη σύγχρονη εργατική τάξη και εργαζόμενοι οι οποίοι απασχολούνται κατά κύριο λόγο σε πνευματική και όχι χειρωνακτική εργασία.
Στο ένατο κεφάλαιο, σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η προλεταριοποίηση ενός σημαντικού τμήματος της διανόησης και η γενικότερη τάση ταξικού διπολισμού δεν σημαίνουν και την επαναστατικοποίηση αυτών των προλεταριοποιημένων πια τμημάτων της κοινωνίας, αντιμετωπίζεται η διαδικασία γενίκευσης της αποξένωσης και της συνεπαγόμενης ενίσχυσης της αστικής ιδεολογικής ηγεμόνευσης στο πλαίσιο ενός νέου συναινετικού καταναγκασμού, μια διαδικασία που πλήττει και την «εξ ορισμού» πρωτοπόρα εργατική τάξη στο σύνολό της, αλλά και την ίδια τη διανόηση, εργατική ή μη.
Στο δέκατο κεφάλαιο γίνεται προσπάθεια να προσδιοριστεί η προέλευση και ο χαρακτήρας του σύγχρονου επαναστάτη διανοούμενου. Yποστηρίζουμε ότι αυτός δεν προκύπτει αυτόματα από την προσέγγιση ή και την ένταξη ενός μεγάλου τμήματος της σύγχρονης διανόησης στην εργατική τάξη και ότι μπορεί και να προέλθει με τη μορφή μεμονωμένων περιπτώσεων, από τους διανοούμενους που βρίσκονται έξω από την παραγωγική διαδικασία και την εργατική τάξη, μέσα από δρόμους που μόνον μια μικρή μερίδα διανοουμένων ακολουθεί.
Επίσης σε αυτό το κεφάλαιο διερευνώνται οι δρόμοι που μπορεί να οδηγήσουν αυτούς τους διανοούμενους να ενστερνιστούν την επαναστατική θεωρία. Eπίσης μέσα από την κριτική αντιμετώπιση απόψεων όπως του Max Weber, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο επιστήμονας-διανοούμενος δεν θα πρέπει να υπηρετεί κανέναν από τους «θεούς» που αλληλοσυγκρούονται ή να αναζητά κάποιον άλλον για να υπηρετήσει, ή του Julien Benda και του Edward Said, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο διανοούμενος θα πρέπει να υπερασπίζεται τις οικουμενικές αξίες δίχως να παίρνει θέση στις ταξικές αντιθέσεις, προσδιορίζονται τα χαρακτηριστικά και ο ρόλος της επαναστατικής διανόησης. Tέλος στο ίδιο κεφάλαιο υπάρχει μια σύντομη αναφορά στην ισχυρή πιθανότητα αναβίωσης από μια μερίδα διανοουμένων μιας νεορομαντικού τύπου αντίστασης στην κυρίαρχη τάξη και συζητείται το κατά πόσο αυτή η διέξοδος υπό την ελευθεριακή της εκδοχή, παρά το πάθος που τη διακρίνει, μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική λύση απέναντι στη σύγχρονη βαρβαρότητα ή αντίθετα μπορεί να οδηγήσει σε νέα πιο βασανιστικά, αν και ηρωικά, αδιέξοδα.
Στο ενδέκατο κεφάλαιο αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της σχέσης της επαναστατικής διανόησης με το κόμμα της εργατικής τάξης. Mέσα από την ανάδειξη των δυσκολιών του συντονισμού της πολιτικής και επιστημονικής δραστηριότητας ή με άλλα λόγια της υλοποίησης της φιλοσοφίας της πράξης, και γενικότερα των δυσκολιών της συνύπαρξης της επιστημονικής λογικής και της επαναστατικής πίστης, και μέσα από τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την οδυνηρή αρνητική εμπειρία της μετατροπής των περισσότερων κομμουνιστικών κομμάτων από επαναστατικές οργανώσεις σε ρεφορμιστικά ή δογματικά πατριαρχεία, προσπαθούμε να δούμε πώς είναι δυνατόν να διαμορφωθεί ένας σύγχρονος επαναστατικός συλλογικός διανοούμενος στους κόλπους του οποίου θα σφυρηλατείται η ενότητα θεωρίας και πράξης, διανόησης και εργατικής τάξης.
Yποστηρίζεται η άποψη ότι οι επαναστάτες διανοούμενοι θα πρέπει να συνεργάζονται ή ακόμη και να συμμετέχουν σε τέτοια κόμματα, συλλογικούς διανοούμενους νέου τύπου, δίχως όμως να απεμπολούν την ιδιότητά τους ως επαναστάτες διανοούμενοι για να διατηρήσουν την ιδιότητά τους ως κομματικά μέλη, όπως συχνά συνέβη κατά το παρελθόν με κορυφαίες προσωπικότητες της επαναστατικής διανόησης.
Tέλος, αντί επιλόγου, συνοψίζουμε τη συμβολή που μπορεί να έχει η επαναστατική διανόηση, μέσα από μια οργανική ενότητα με το εργατικό κίνημα, στην υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στις αντικειμενικές δυνατότητες της χειραφέτησης και την αποξένωση-ενσωμάτωση των εργαζομένων.
Όταν ο μεγάλος Gramsci ξεκίνησε να ασχολείται με το ζήτημα των διανοουμένων, έγραφε ότι λόγω της δυσκολίας του θέματος έχει συχνές ημικρανίες και συναντά σοβαρές μεθοδολογικές δυσκολίες. Όταν λοιπόν ξεκινήσαμε τούτη την προσπάθεια για το ρόλο της σύγχρονης επαναστατικής διανόησης στη διαδικασία της κομμουνιστικής απελευθέρωσης, είχαμε πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που θα συναντούσαμε και των αδυναμιών που θα είχε σε τούτη την τελική της μορφή.
Έτσι κι αλλιώς ο στόχος δεν είναι να εξαντλήσουμε το θέμα, αλλά να συμβάλουμε σε μια πτυχή του γενικότερου προβληματισμού για το σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο. Tο αν το πετύχαμε θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Aπό την πλευρά μας για το μόνο που μπορούμε να τους διαβεβαιώσουμε είναι για μια ακράδαντη πεποίθησή μας: H διανόηση η οποία επιλέγει συνειδητά και παθιασμένα να βρίσκεται από την πλευρά των καταπιεσμένων και ενάντια στους καταπιεστές, από την πλευρά της πραγματικής ελευθερίας και ενάντια στην ανελευθερία της αποξένωσης, υπερβαίνοντας θετικά τη δυστυχή συνείδηση που προκύπτει από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ευκολία της ενσωμάτωσης και τη δυσκολία της ρήξης, την ευκολία της υποταγής στη μερικότητα της αστικής κυριαρχίας και τη δυσκολία της υπεράσπισης της καθολικότητας της επιστήμης, αντιμετωπίζοντας όλες τις αρνητικές γι’ αυτή συνέπειες από την έχθρα των κυρίαρχων και την πίκρα από την συχνά δικαιολογημένη καχυποψία των κυριαρχούμενων, θα πρέπει να επιδιώκει αταλάντευτα τη σφυρηλάτηση της ενότητας της σκεπτόμενης ανθρωπότητας που βασανίζεται και της καταπιεζόμενης ανθρωπότητας που σκέφτεται, της ενότητας του βιώματος και της διανοητικής σύλληψης, της λαϊκής πάλης και της επαναστατικής θεωρίας. Δίχως αυτή την ενότητα είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν θα μπορέσει να δει το φως της μέρας η μόνη εφικτή σήμερα λύση απέναντι στη βαρβαρότητα, η μόνη καθολική χειραφέτηση, προϋπόθεση κάθε μερικής χειραφέτησης, η κομμουνιστική χειραφέτηση.

O ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΗΣ γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1948.

Είναι Ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου στο διδακτικό προσωπικό του οποίου ανήκει από το 1980. Έχει επίσης διδάξει στο ΕΚΠΑ, στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και στο Πανεπιστήμιο Μπένα Κνουν του Αλγεριού.

Είναι γνωστός διανοητής της κομμουνιστικής αριστεράς.

Οι θεωρητικές του αναζητήσεις περιστρέφονται κυρίως στα ζητήματα του κράτους και της χειραφέτησης του ανθρώπου, τα οποία και αντιμετωπίζει από μαρξιστική σκοπιά.

Έχει συγγράψει πολλά άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες και πολλά βιβλία μεταξύ των οποίων:

  • Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1985
  • Ασιατικός τρόπος παραγωγής και σοσιαλισμός, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, 1989
  • Κομμουνισμός, τέλος ή αρχή της ιστορίας, Εκδόσεις Στάχυ, 1991
  • Το κράτος από τον Μακιαβέλι στον Βέμπερ, Εκδόσεις Γκοβόστη, 1994
  • Ο λόγος στην ουτοπία, Εκδόσεις Γκοβόστη, 1996
  • Αρχαία Δημοκρατία για πάντα νέα, Εκδόσεις Γκοβόστη, 1999
  • Σύγχρονη Επαναστατικό Διανόηση, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2005
  • Μαρξ-Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2010
  • Από την κρίση στην επανάσταση- πόλεμος θέσεων, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2012
  • Μετάβαση από τη δύναμη της συνήθειας στην διεκδίκηση της μαρξικής ουτοπίας, Εκδόσεις Τόπος, 2014
  • Ο ελεύθερος χρόνος μέτρο του πλούτου, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2017
  • Εργατική τάξη και επανάσταση, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2019
Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.