Μαινάδες του Κηφισού

Μαινάδες του ΚηφισούΙστορία από νερό κι αλάτιΣυγγραφέας: Στασινού, Ελένη

15,00€

Άμεσα διαθέσιμο

Πόσο ένοχες θα είναι καταστρέφοντας ένα παράνομο φορτίο αλατιού;

Από πού έλκει τη δύναμή του το Αλάτι, ώστε να τιμωρείται όποιος ασχημονεί εις βάρος του, όποιος δεν μετρά και δεν υπολογίζει την αρχέγονη δύναμή του, όποιος δεν σέβεται τη θέση του στην αλυσίδα της ζωής μας και της ζωής πέραν της ζωής; Υπάρχουν δυνάμεις –όπως η αγάπη και η φιλία– που να δύνανται να αναχαιτίσουν την απονομή αυτής της ανώτατης δικαιοσύνης;

Ή η αρχαία του μνήμη διαχέεται στις γενιές καθορίζοντας συμπεριφορές και πεπρωμένα;

Υπάρχει θάνατος που μπορεί να χαρακτηρισθεί «κομψοτέχνημα»;

Να είναι αλήθεια πως ο έρωτας μπορεί να ζωντανέψει ένα νεκρό σώμα;

Ότι οι άνθρωποι δύνανται να περπατήσουν στο νερό; Τα παραμύθια του αλατιού που λέγονται στις Αλυκές τις νύχτες της ξεκούρασης, τι ρόλο μπορεί να παίξουν στις ζωές των πρωταγωνιστών; Μπορεί το αλάτι με κάποιον ανεξήγητο τρόπο να προκαθορίσει τη μοίρα των ηρώων μας, μπορεί να βοηθήσει σε αυτοκάθαρση η κάθαρση μέσω τιμωρίας;

Αγγίζει την εποχή μας η πεποίθηση της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων, που καθοριζόταν από το σχήμα ὓβρις - ἂτη – νέμεσις - τίσις;

Είναι τελικά το δαιμονοποιημένο στοιχείο της ατυχίας ή μήπως έχει την υπερφυσική δύναμη που πίστευαν οι Αλχημιστές, οι μάγοι, και οι σοφοί;

Σε μια χώρα που η ανθρώπινη γλώσσα ελάχιστα περιέγραψε, τη χώρα του αλατιού, όλα είναι δυνατά. Και καθώς η ιστορία των νυχτερινών παραμυθιών με το «τρόπαιο» που θα δοθεί στον άριστο αφηγητή θα επαναλαμβάνεται, θα αναρωτηθούμε πόσο τέλειος είναι αυτός ο κόσμος που πάντα θα ολοκληρώνει σε κύκλους αρχετυπικούς το καθετί που δείχνει τυχαίο.

 

Επίμετρο: Γαλιάσος, Φίλιππος
Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-606-049-6
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2018
Ενιαία Τιμή Βιβλίου: ΝΑΙ (έως 4/6/2020)
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Σελίδες: 384
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Οι πέντε φίλες

Τι άλλο να είναι πέντε κορίτσια παρά ένα περιβόλι μυρωδιές; Με την Διδώ να μυρίζει νυχτολούλουδο. Την Κάτια φρέσκια μαργαρίτα. Την Ιωάννα πατσουλί. Την Μιχαήλα δεντρολίβανο.

Στη Βιργινία βέβαια όλες μπερδεύονταν. Άλλη έλεγε πως μυρίζει λεμονανθός, άλλη δάφνη, η τρίτη ευκάλυπτος. Μόνο η Διδώ αρνιόταν να πει, επιμένοντας πως «δεν γνωρίζουμε τα πάντα, υπάρχουν λουλούδια άγνωστα σε μας, ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από όση γνώση και να αποκτήσουμε γι’ αυτόν» και λέγοντας αυτά, έκρυβε την αλήθεια.

Η αλήθεια που γνώριζε ήταν ιδιότροπη, ή πες ιδιόμορφη, σαν καθετί μυστήριο ή δυσερμήνευτο, που αν θα έβγαινε στο φως της μέρας θα απαιτούσε αμέσως και την ερμηνεία του. Ερμηνεία δεν είχε η Διδώ. Ναι η Βιργινία σίγουρα μύριζε κάτι τις απροσδιόριστο, κάτι ασαφές, που δεν ανήκε μεν στο χώμα, ανήκε σε κάποιο άλλο στοιχείο, και που η Διδώ δεν ήθελε να ονοματίσει. Διότι αν θα το έκανε, τότε θα υπήρχαν κατηγορίες μεγαλύτερες από όσες γνώριζαν οι πολλοί, και η κατηγοριοποίηση κάθε είδους χωρίζει.

Η Διδώ, όπως όλες τους, ήθελαν να είναι απλώς μέρη ενός και μόνο συνόλου. Το σύνολό τους μπορούσαν να το ονομάζουν όπως ήθελαν, ας πούμε «οι φίλες» ή «οι πέντε φίλες», «οι Μούσες» ή «οι Αμαζόνες» για να καταλήξουν με τον καιρό πως το πιο αρμόζον ήταν «οι Μαινάδες» κι ακόμα καλύτερα «οι Μαινάδες του Κηφισού», ονομασία στην οποία κατέληξαν με ενθουσιασμό και σε απόλυτη συμφωνία, εφόσον αγαπημένος τόπος συναντήσεων, παιχνιδιών και πολλών άλλων, ήσαν τα παρόχθια του ποταμού Κηφισού, εκεί ψηλά όπου και χάνονταν οι απαρχές του σε βράχια, κάτω από την αρχαία γη, τα ηλικιωμένα βουνά ή τους όμορους νομούς καθώς έλεγαν κάποιοι εμβριθείς γνώστες.

Η Διδώ, λοιπόν, ήταν, που παρόλη την διαφορά των αρωμάτων, των χαρακτηριστικών τους και της πιθανής προέλευσης τους, θα τόνιζε πως όλες μαζί φτιάχνανε τον κόσμο με τα όλα τα στοιχεία του. Γη, νερό, αέρα και φωτιά.

Τα κορίτσια, αυτήν την πλατιά κατάταξη την δέχονταν ευχαρίστως σαν παλτό που τις προφύλασσε από το κρύο ενός κόσμου –που παλιότερα είχε διαιρεθεί, με τις συνέπειες να φτάνουν και στις μέρες τους– κι ας διαπληκτίζονταν για το ποια θα διαλέξει το ένα στοιχείο και ποια το άλλο.

«Δεν είναι στο χέρι σας να διαλέξετε εσείς. Ήδη το στοιχείο, είναι εκείνο που σας έχει επιλέξει», θα έλεγε η φίλη τους και δεν ήθελαν να την πιστέψουν, παρόλο που την πίστευαν σε όλα τα άλλα.

Η Διδώ «τους» ήταν το μάθημα που τις μάθαινε πώς θα πλησιάσουν τον έξω κόσμο τον πραγματικό και χειροπιαστό, ερμηνεύοντας τον μέσα κόσμο, τον αόρατο. Δεν είχαν φυσικά όλες την ίδια ικανότητα σε αυτό.

Η Ιωάννα ήταν που δεν την είχε καθόλου αυτήν την ικανότητα. Αν το καθετί δεν ήταν μετρήσιμο, δεν «έγραφε» στο μυαλό της. Άκουγε τα παράξενα σαν να ακούει παραμύθια ευχάριστα, μα όλο και έδειχνε μια δυσφορία πως, εντάξει, τώρα μεγάλωσαν, ας μην το παρακάνουν, δεν ήταν δα όλες και σαν την Βιργινία που καταγοητευμένη κρεμόταν από τα χείλη της Διδώς παρακαλώντας την «κι άλλο κι άλλο».

Η Μιχαήλα, πάλι, τα μετρούσε όλα και ρώταγε, με μιαν ανησυχία που νόμιζες πως τα πάντα την αφορούσαν. Σαν ο κόσμος, μαζί με τις χαρές του και τις λύπες του, να περνούσε από μέσα της, λες και η ψυχή της και τα συναισθήματά της να ήταν ο δρόμος –και όχι οποιοσδήποτε δρόμος μα μονόδρομος–, απ’ όπου αναγκαστικά όλη η οικουμένη θα έπρεπε να διαβεί, είτε για να βρει είτε για να χάσει τον στόχο και τον προορισμό της.

Στο βλέμμα ενός παρατηρητή, μόνον η Κάτια απ’ όλες, θα έμοιαζε πως γεννήθηκε σε καλή ώρα. Ήταν καλόγνωμη, εύπιστη, αφοσιωμένη. Κρατούσε τα καλά και αισιόδοξα στοιχεία από όσα άκουγε, αφήνοντας τα άλλα να κυλάνε και να φεύγουν χωρίς να της αφήνουν υπολείμματα.

Και τέλος, νά σου την, τη Βιργινία, που όλα όσα οι υπόλοιπες απαξίωναν, νά σου την να τα πιάνει να τα πλέκει στεφάνι, να το φορεί και να ελπίζει πως με τον καιρό θα της αποκαλύπτονταν τα μυστήρια, τα αδικαιολόγητα, τα υπερφυσικά και τα ανερμήνευτα.

Γι’ αυτό και έδειχνε πίστη στις φωτιές του Άη-Γιάννη και στον κλήδονα με τα νερά του, συνέκρινε με τόλμη τις επίσημες γιορτές με τις αρχαίες τελετές, μένοντας έκπληκτη από τα αποτελέσματα, χωρίς αυτό να την εμποδίζει να επιμένει με γέλια πως ένιωθε στα φυλλώματα τον ίσκιο του πρίγκηπα Μαξιμιλιανού της Βαυαρίας και των αυλικών του τα ιδρωμένα σώματα σαν ξεπλένονταν στα ίδια νερά^ κι ούτε την εμπόδιζε να παίρνει όρκο πως έβλεπε όλες τις νύμφες αλλά περισσότερο εκείνη την έρημη την Λειριόπη* [*Τον Κηφισό τον παρουσίασαν βιαστή της νύμφης Λειριόπης και γεννήτορα του Νάρκισσου.] να προσπαθεί να ξεφύγει από την ερωτική μανία του ποταμού.

Η Διδώ, τη Βιργινία την αγαπούσε πολύ, τη Μιχαήλα την προστάτευε, τις άλλες δυο, την Κάτια και την Ιωάννα, τις αγαπούσε ήρεμα και σταθερά. Γνώριζε πως ό,τι και να γινόταν αυτές οι δυο θα το θεωρούσαν γραμμένο, αντιθέτως με τις άλλες που ένιωθε πως ό,τι και να γινόταν θα το είχε επιδιώξει το ιδιαίτερο μένος της κάθε μίας.

Η σχέση τους φυσικά και περνούσε κρίσεις. Κρίσεις που τις θύμωναν, και τις χώριζαν, σαν μεταξύ τους ξιφουλκούσαν με λόγια άδικα ή απρόσεκτα. Η Διδώ θα τις άφηνε να μιλάνε και κατόπιν θα τις έβαζε να σκεφτούν τα λεγόμενα. Τέλος θα τις έπαιρνε αγκαλιά και θα τις παρηγορούσε αργότερα σαν θα έκλαιγαν μετανιωμένες. Μια μόνο μεγάλη ρήξη δεν είχε προλάβει η σοφή τους φίλη.

Πάνε χρόνια πολλά που συναντιόνταν τα μεσημέρια, πολλές φορές και μετά τα μαθήματα ακόμη και χειμωνιάτικες μέρες, για όσο μπορούσαν περισσότερο. Μακριές δείχνανε οι εποχές και ο κόσμος τους, που κάθε μέρα μεγάλωνε και πλούταινε, και πώς να τον άντεχαν αν δεν τον μοιράζονταν στα πέντε.

«Μακριά δεν είμαστε;» είχε διαπιστώσει μια τέτοια μέρα με ερώτηση η Διδώ, μα καμιά δεν άκουγε^ το άγνωστο πάντα είχε την ίδια και μεγαλύτερη γοητεία, άσε που η απόσταση από τα σπίτια τους έδινε την αίσθηση της ελευθερίας και πάντα κάτι νέο με μεγάλη χαρά θα το ανακάλυπταν.

Όπως αυτήν τη φορά, που αποκαλύφθηκε πίσω από πράσινη συστάδα θάμνων και δέντρων ψηλών, παλιός μύλος με ορθάνοικτη πόρτα, κάστρο έμοιαζε, τρελός ενθουσιασμός, θα γίνει το κάστρο μας, είπανε, πυργοδέσποινες θα γίνουμε, τα μαλλιά μας θα ρίχνουμε από ψηλά να σκαρφαλώνει το παλληκάρι, εδώ θα ερχόμαστε^ τις έχασε η Διδώ ώσπου να αρθρώσει λέξη, άλλη στην μυλόπετρα, άλλη στα ξύλινα σκαλιά που οδηγούσαν σε πατάρι στην μπροστινή πλευρά του μύλου, άλλη στη φτερωτή τη μισοξηλωμένη.

Από τότε, Αύγουστος του ’50 ήταν, και έγινε ο μύλος στέκι τους. Δεκάχρονα πουλάρια και πώς να τους περάσεις χαλινό.

Οπλίζονταν με ραβδιά για τα φίδια –που σίγουρα υπήρχαν– ας έλεγε η Διδώ πως αυτή σε μιαν άλλη ζωή είχε το φίδι περασμένο βραχιόλι στο χέρι της, και γι’ αυτό και μόνο κανένα ερπετό δεν θα τις πείραζε, άσε που ακόμα και τώρα –αν το ξέχασαν να τους το θυμίσει– η ίδια φορούσε πάνω της ντύμα που της είχε αφήσει φίδι σαν δώρο, όταν σε μια φωτιά σε εξωχώραφο, πήρε τα μικρά και τα μετέφερε, γλιτώνοντάς τα από τη μικρή πυρκαγιά που ευτυχώς σβήστηκε προτού κάψει τον τόπο, κι η νόνα της τής το έκαμε φυλακτό, τους το ’χε δείξει μάλιστα^ όπως και να ’χει εκείνες καλού - κακού χτυπούσαν με τα ραβδιά κι ανίχνευαν τα χόρτα, περπατώντας παράλληλα με την κοίτη του ποταμού που γινόταν βαθύτερο και μεγαλύτερο όσο έμπαιναν στο βουνό.

«Μην το πάθουμε σαν αυτή την Ευρυδίκη που μας έλεγες χτες, χωρίς να έχουμε γνωρίσει και τον όμορφο Ορφέα που θα μας φέρει πίσω» κορόιδευαν, μαθαίνοντας δύσκολα πράματα με παραμυθένιους τρόπους. Κι αμφισβητώντας. Μια την αγάπη του Ορφέα που στράφηκε να κοιτάξει την αγαπημένη του –δεν καταλάβαιναν την ανυπομονησία του έρωτα–, μια τον τρόπο της Δηιάνειρας που για να κρατήσει κοντά της τον Ηρακλή τού έδωσε τον δηλητηριασμένο με το αίμα του κενταύρου χιτώνα –δεν γνώριζαν ακόμα τα μέσα που μετέρχεται ο έρωτας–, δεν καταλάβαιναν ούτε την αυτοκτονία από τύψεις της Δηιάνειρας αλλά συμφωνούσαν γελώντας, όλες σχεδόν, πως ο Ηρακλής γλίτωσε απ’ όλων των ειδών τα θηρία για να τον κάψει το «φουστάνι», όπως θα έλεγαν οι μεγάλοι.

Η σχέση του Κέφαλου και της Πρόκριδας τις έριξε σε συζητήσεις μεγάλες, το χρήμα με την πίστη έμπαιναν στη ζυγαριά και μια έβγαινε το ένα μια το άλλο νικητής, βάζανε τη θέση τους στη θέση της γυναίκας και άκρια δεν έβρισκαν, έψαχναν, λοιπόν, στο μυαλό της Διδώς ζευγάρια που ευτύχησαν χωρίς δυσκολίες, η Διδώ τούς μιλούσε για την Γαλάτεια και τον Άκι που, ναι μεν χωρίστηκαν, μα μετά θάνατον έμειναν μαζί με κάποιον τρόπο, για να γελούν όλες λέγοντας πως, αν ήταν ο αγαπημένος τους να μεταμορφωθεί σε βρύση, πολύ πιθανόν τα ίδια τα νερά του Κηφισού να ήσαν νέοι ωραιότατοι μεταμορφωμένοι και ας βουτούσαν εκεί ανάμεσά τους για παιχνίδια δροσερά.

Έτσι με αυτά και άλλα παρόμοια, χάνονταν από τα σπίτια τους –η μία έλεγε πως ήταν στο σπίτι της άλλης– και μεγάλωναν προστατεύοντας με ψέματα τη βαθιά σχέση τους με τη Διδώ «μεγαλύτερη κατά τρία χρόνια που δεν έπαιρνε τα γράμματα και άραγε τι το καλό θα μάθαιναν από αυτήν», καθώς όλες οι μανάδες τους έλεγαν – πλην της Ισμήνης της μητέρας της Βιργινίας.

Σεπτέμβρης του 1951 ήταν τότε που κινδύνεψε σοβαρά αυτή η φιλία και που γι’ αυτόν τον λόγο θα έμενε στη μνήμη τους χαραγμένος. Είχε η ελαφρά σύγκρουση ξεκινήσει από νωρίτερα, με τη Βιργινία να έχει έρθει στον Αγιασμό του σχολείου με καινούργια ποδιά και παπούτσια και όλες να την έχουν ζηλέψει. Οι φίλες μόνο οι στενές μάσησαν το παράπονο, ευχήθηκαν με γεια με μισή καρδιά μα γρήγορα έδειξαν να συνέρχονται από την κατάφωρη αδικία του κόσμου, σε άλλους να περισσεύουν κι άλλοι να μην έχουν μπουκιά στο στόμα, έδειξαν να συνέρχονται, εξάλλου δική τους αποκλειστικά φίλη ήταν, μαζί είχαν μυστικά, μαζί έπαιζαν τη Ραπουντζέλ ή τη Χρυσομαλλούσα παλιότερα, τις νεράιδες ή τα ξωτικά μετά, στο δικό τους μαγεμένο πύργο.

Όλα θα ήταν καλά, σίγουρα θα τις απορροφούσε η γοητεία της περιπέτειάς τους στα νέα λημέρια των παιχνιδιών – σαν καινούργια έδειχναν μέρα με τη μέρα με τα νέα χαλκοκίτρινα και μπρουτζοκόκκινα χρώματα του φθινοπώρου – αν σε όλη τη διαδρομή η Βιργινία δεν έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να μην λερωθεί.

«Τι πας έτσι σαν κουτσή», ρώτησε η μια. «Γιατί προσέχεις τόσο», να λέει η άλλη. «Φοβάσαι μην χαλάσεις τα ακριβά καινούργια σου», να επιμένει η Ιωάννα. «Έτσι είναι τα πλουσιοκόριτσα», να προσθέτει καλοπροαίρετα η Κάτια. «Ναι, σιγά μην ζηλέψουμε», να επανέρχεται η Ιωάννα. «Λες και δεν ξέρουμε πως έχει κάνει τα λεφτά ο κύριος Σόλων…», να ειρωνεύεται παράξενα δηκτική για πρώτη φορά, «…κι οι δικοί μας πατεράδες αν έκαναν τα ίδια κι εμείς θα φορούσαμε ίδια και καλύτερα».

«Τι θες να πεις;» θύμωσε η Βιργινία και σταμάτησε να καθαρίσει χόρτα και χλωρά αγκάθια από την ποδιά της. «Προσπαθώ να πάω καθαρή ώστε να μπορώ να έρχομαι μαζί σας», εξήγησε και συνέχισε πως «όμως η Ιωάννα όφειλε να της εξηγήσει αυτό που είπε για τον πατέρα της».

Η Μιχαήλα, αμίλητη, είχε καθίσει στα σκαλιά του μύλου. Από τα μάτια της περνούσαν εικόνες καταστροφής. Εικόνες απωθημένες στο μυαλό της, ξανάρχονταν κι από κομμάτια ενώνονταν να γίνουν φρίκη. Η φρίκη των μεγάλων. Των γονιών και της γιαγιάς της. Και φρίκη ήσαν οι κραυγές. Κραυγές αναταραχής που δεν γνώριζε να την αντιμετωπίσει διαφορετικά παρά με το κλάμα παιδιού. Μικρό παιδί ήταν. Πολύ μικρό. Από αγκαλιά σε αγκαλιά, από δάκρυ σε δάκρυ, από κατάρα σε κατάρα είχε ταξιδέψει το βράδυ εκείνου του χαμού. Και σίγουρα θα τα είχε ξεχάσει ακόμη και αυτά, αν στο σπίτι κάθε τόσο και σε ακατάλληλες ώρες δεν λέγονταν λόγια ψιθυριστά. Αρχικά φυσικά και ήταν ακατανόητα. Μεγαλώνοντας κατάλαβε. Πως τότε με τη μεγάλη νεροποντή των εφτά ημερόνυχτων, ο μόνος υπαίτιος για όλη εκείνη την καταστροφή ήταν ένας. Ο Σόλων Κανιστριώτης. Ο πατέρας της φίλης τους.

«Λες και δεν ξέρουμε πως έχει κάνει τα λεφτά ο κύριος Σόλων», επαναλάμβανε πάλι κακότροπα η Ιωάννα και ενώ η Βιργινία εξακολουθούσε να περιμένει την εξήγηση, η Μιχαήλα άρχισε να σκέφτεται πως η φιλία όλων τους επρόκειτο να κινδυνέψει για κάτι που είχε γίνει πολλά χρόνια πριν.

«Όλοι ξέρουν πως τα έκανε τα λεφτά. Η επειδή δεν μιλάνε; Ρώτα τον νουνό σου που είχε κάνει και το υπόγειό του αποθήκη για κλεψιμαίικα», αποφάνθηκε εντέλει σκληρά η Ιωάννα κι η Βιργινία είχε ορμήσει πάνω της με νύχια και δόντια.

«Μην λες τέτοια για τον πατέρα μου και τον νουνό μου», φώναζε κλαίγοντας και –πράγμα ξένο για την Βιργινία που ήξεραν– αρπάζοντας την άλλη από τα μαλλιά, σέρνοντάς την κάτω, στα χόρτα τα αγκάθια και στις λάσπες που πάσχιζαν να στεγνώσουν στον ήλιο, την ίδια στιγμή που η μεν Διδώ και η Μιχαήλα ανάσαιναν με ανακούφιση γιατί δεν θα πήγαινε το κακό τόσο πίσω – τότε που χάθηκαν δυο ζωούλες αλλά και κινδύνεψαν δεκάδες άλλες. Oι υπόλοιπες φίλες θα έτρεχαν να τις χωρίσουν, όταν ξένες φωνές διαπέρασαν τα αυτιά της Διδώς για αυτό και διέταζε με κοφτή φωνή να πάψει κάθε ομιλία και κίνηση.

«Σσσσττττ, κάποιος έρχεται». Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους πανικόβλητες κι όρμησαν άλλη δεξιά, άλλη αριστερά στο μύλο, άλλη εδώ να κρυφτεί, άλλη εκεί να διπλωθεί, να εξαφανιστούν πριν οι φωνές οι αντρικές, γίνουν αληθινοί άντρες πέντε τον αριθμό που τραβώντας μουλάρια φορτωμένα με σακιά έφταναν κάθιδροι.

Κάθιδροι τραβούσαν οι άντρες τα κάθιδρα μουλάρια.

«Τα παραφορτώσαμε», είπε ο ένας.

«Γι’ αυτό τα ταΐζουμε», είπε ο άλλος κι έριξε με το πόδι του μια στην κοιλιά του ζωντανού.

«Καλύτερα να ανοίξουμε ένα δρόμο να ανεβαίνει το φορτηγάκι ως εδώ», πρότεινε τρίτη φωνή.

«Αν ανοίξουμε δρόμο θα είναι σαν να λέμε ελάτε πιάστε μας», απάντησε τέταρτη, γνωστή φάνηκε, σούρσιμο ακούστηκε πίσω από τα χόρτα. «Τι ήταν αυτό», ρώτησε ένας. «Καμία σκουνταρέλλα τι άλλο», απάντησε τέταρτος. «Εσύ τι λες αφεντικό;» επανήλθαν στα πρότερα. «Δοκιμαστικά πάμε, βήμα-βήμα. Αν αποδειχτεί ασφαλές, θα σκεφτούμε τι θα γίνει. Όπως κάναμε τόσες φορές ως τώρα. Μην βιάζεστε. Μπορεί και να μην αποδώσει. Όλα στην ώρα τους».

Εξακολούθησαν για ώρα.

Ομιλία τού Αθανάσιου Δημητρούκα στην παρουσίαση του βιβλίου “ΜΑΙΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΗΦΙΣΟΥ” στο Ιδρ. Θεοχαράκη 31-5-2018
 
 
Το μήκος και η έκτασις τούτου του βιβλίου καταλήγουν στο ύψος των ιστορικών περιστάσεων που καθόρισαν και θα καθορίζουν την μοίρα κάθε ανθρώπου. Εκκινεί απ΄τα απώτατα ριζώματα των Ορφικών και των λόγων του ασυλλήπτου παραλόγου του Ηροδοτειου Ζάλμοξη και έρχεται με μια επικολυρική και γλυκεία μετά Βυζαντινή και δουλεμένη γνήσια γλώσσα, να στρώση το υπόβαθρον και να στεριώση το βάθρον όλων εκείνων, που κάποτε ήθελεν να συμβούν ή και πρόκειται νάρθουν στο μέλλον. Πάνω σ΄αυτό το βάθρο στο ατελείωτο επίπεδο των αλιπεδων που εγώ τα γνώρισα και αντικρύζω συνεχώς ως σήμερα εκεί στο Μεσολόγγι έστησε την απ΄αρχαίων χρόνων τραγωδία των εξορίστων ποιητών και των ενάρετων ανθρώπων.
 
Όλοι είναι άνθρωποι και όλοι μετέχουν στ΄ανθρώπινα πάθη και στις καλές τους στιγμές. Όλοι έχουν μια αίσθηση αρχαίας μνήμης που όλο αναδεύεται στο άγνωστο μέλλον και όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
 
Τι μένει απ΄την τραγωδία αυτή που κορυφώνεται στο ύψιστο σημείο εμπνεύσεως και γραφής στις τελευταίες σελίδες του κειμένου; Η απ΄ Ανατολής έως Δύσεως – αν ποτέ ήθελεν έρθει- απροσμέτρητη, απροσδιόριστη λευκή και πάλλευκη λωρίδα τόπου – χρόνου και το γίγνεσθαι και το είναι του άλατος ως γραφή που έρχεται απ΄ τις αρχέτυπες μορφές της δημιουργίας και συνδέει άρρηκτα τα κινούμενα και άπιαστα και ενίοτε εφιαλτικά όνειρά μας.
 
Ο Θεός Κηφισσός εισέρχεται πολύ νωρίς στο κείμενο. Το ποτάμι ρέει αεί ποτέ και συνεχώς. Εκεί λούζονται οι νεανικές ψυχές των νυμφών – τόσο άδολες – των τεσσάρων πέντε κοριτσιών και το ρέον απ΄το ιερό βουνό της Βοιωτίας πηγάζον ύδωρ, εκχέετε στη μεγάλη θάλασσα της συμπυκνωμένης και εν πολλοίς αποξενωμένης κοινωνίας, η οποία διαταράσσεται απ΄τα αισθητά και ανερμήνευτα απ΄την έκβασή τους γεγονότα, ενός ανεξήγητου εμφυλίου μιάσματος και εκτροπής του Νεολληνικού κρατιδίου. Τα ρέοντα ύδατα του Βοιωτικού Κηφισσού όπου ο Μαξιμιλιανός των Αψβούργων ελούσθη το Αττικόν Φως των λαμπυρίζουσων Νυμφών - καταλήγει στα τρικυμιώδη πέλαγα ένθεν κακείθεν, του Αρχιπελάγους των θεών και της μοίρας του Ελληνισμού. Αυτό το εκχεόμενον ύδωρ θα ανταμώση τη θάλασσα των ονείρων μας- κάθε εποχής- και θάρθει θερμαινόμενον υπό του Απολλωνίου φωτός και την πυρά του Ηρακλείτου να καθιζάννη στις Αλυκές των ελληνικών τόπων και διαμονών. Εκεί όπου οι αναζητούντες ψυχία ζωής, ευπρέπειας και ταπεινώσεως έρχονται να στήσουν τις παράγκες της προσφοράς των στα παραπήγματα της προστασίας απ’ την ανελέητη καταδίωξη της βίας ενός κράτους που ξέκοψε απ΄τα ήθεα των προγόνων. Δεκαετία 1950 και ύστερα ως τα 1967 το πικρόν και δυστυχές Νεοελληνικόν κρατίδιον, τα παιδιά που σύρονται στα αλατοχώραφα της ασηψίας, για να μένη αλώβητη η Αρχαία Όψις και μορφή και της Δήλου και των Δελφών και του εξ Ανατολών Φωτός, που ούτως ή άλλως εισήλθεν στον χώρον μας με εκείνο το κατά Ιωάννην ΄΄Ελήλυθεν η ώρα΄΄.
 
Γιατί λοιπόν προσδοκούμε την δίχως πίκρα λύσι αυτού του δράματος, αυτών των ανθρώπινων ψυχών που αναλώνονται στο άναλον και ένυλον λευκότατον τοπίον, που συνεχώς κινείται μεταβαλλόμενον στο εδώ και στο τώρα, στο Είναι ενός Χάιντεγγερ και από κει διεξοδικά και γραμμένο απ΄την μοίρα στο ΄΄γίγνεσθαι΄΄ της σκέψης ενός Ηράκλειτου, κινούμενον στο όρος το πάλλευκον του άλατος όπου η αρχαία Ύβρις ελλοχεύει
-
 
Αυτή η ύβρις – άρνησις των καθεστώτων και των παραδεδομένων αξιών - των κατά σύμβασιν αξιών - η άρνησις μιας γυναίκας να επανορθώση ότι κατάστρεψε, ότι εγκατέλειψε, ότι προσέβαλε, και ιδία την τιμήν του εγκαταλειμένου ανδρός - συζύγου και των παιδιών της. Άρνησις που δείχνει κίνηση αυτόνομης ελευθερίας προς το αέναο και επιστρεφόμενο νερό των Ωκεανών και στην καθιζάνουσα πήξη με το πάλλευκο τοπίο του συνδετικού ιστού της μικροαστικής οικογένειας, που ακόμα δεν ξεπέρασε και δεν έσπασε τις αλυσσίδες της απ’ τα τραύματα ενός μετεμφυλιακού πάθους. Ύβρις. Και η Ύβρις θα πληρωθεί με την βεβήλωση του λευκού που νικάει και το σκοτάδι της νύχτας. Γιατί το λευκό είναι υπαρκτό αισθητό στο σύμπαν ενώ το σκοτεινό το μαύρο είναι ιδεατό γιατί είναι ανύπαρκτο, γιατί είναι μια ιδέα.
 
Εικοσιοκτώ μαχαιριές και δεν μετάνιωσε. Πώς να μετανοιώση αφού οδεύει στο απέραντο το γαλήνιο το αναπάντεχο το προαιώνιον και ενεστώς και εσαεί αιώνιον
-
Πρέπει να ομολογήσω ότι προβληματίστηκα με αυτή την καταγεγραμμένη στα 2017 τραγωδία από μία δοκιμασμένη συγγραφέα. Η τραγωδία αυτή ξεκινώντας απ’ τα πρώτα σκιρτήματα την πρώτη Ανατολή θα διαπεράση το Είναι μας σε διάρκεια αιώνων και χιλιετηρίδων ως την πρώτη ένωση της δημιουργίας, ως την πρώτη απόφαση περί της φθαρτής μας υπάρξεως και θα ακολουθήση μια πορεία ανέλιξης σ΄όλα τα μήκη και πλάτη των αισθήσεων, της βούλησης, της Λογικής και αυτής ταύτης της ψυχής μας. Θα καταλήξει με πίκρα και οδύνη στο τέλος που περιμένουμε ως αδύναμες υπάρξεις στα χέρια του Παντοδύναμου και του Ανίκητου. Ελεύθεροι, όμως ελεύθεροι έστω, και αν η ζωή μας υπήρξε πολυδαίδαλη και πολλαπώς πολιορκημένη!
 
Τέλος θα σημειώσω ότι η λεκτική εικόνα του βιβλίου αυτού γεννάται, έρχεται, επανέρχεται, σβήνει και ξαναγεννιέται. Έτσι την βλέπω εγώ απ΄τα αλατοχώραφα της Παναγιάς της Φοινικιάς στις αλυκές του Μεσολογγίου όταν στον αφρό της σιωπής και της έσω διεργασίας καθρεφτίζεται η αρχαία Πλευρών και ο μύθος του βασιλιά του Ανήλιαγου που και΄ κείνος χάθηκε πάνω απ΄τα αλατοχώραφα την ώρα που τον πρόφθανε ο θεός ήλιος. Πάνω και πίσω απ΄την οροσειρά των παιδικών μας προσμονών και ελπίδων που και στο βιβλίο αυτό έμειναν απλώς προσμονές και ελπίδες αλλά ποτέ όμως ηττημένες.
 
Μην αναμένετε ένα βιβλίο αναψυχής ή αφηγηματικής οριζόντιας γραφής. Δεν θα το πάρετε μαζί σας στην εκδρομή σας στη θάλασσα ή το καταφύγιο των βουνών. Ίσως μόνο σ΄ένα ερημητήριο. Θα πρέπει να ανασυντάξετε δυνάμεις αρχέγονες της ζωής και του επερχόμενου θανάτου, να βρείτε την ελεύθερη πεδιάδα του Ρωμαίου Σαλουστίου όπου πετούν μόνο πεταλούδες και διασχίζουν ρύακες γνώσεων. Και αφού κρατήσετε της μέρας και της στιγμής τον εσωτερικό χρόνο στο είναι του σύμπαντος κόσμου ανοιχτείτε με μια ελπίδα σωτηρίας στο Αρχιπέλαγος του Αλατιού, που σφίγγει και δένει τις ρωγμές και τα ρήγματα της ψυχής και του πνεύματος.
Αφουγκρασθείτε τον καθαρό ελληνικό λόγο και διαπεράστε στο είναι σας την έκφραση ενός λόγου που υπερβαίνει τα μέτρα και το μήκος του συνήθους και κουραστικού δρόμου μας. Συνεχίστε να αγναντεύετε φρούρια άμυνας στην τόσο πρεσσαρισμένη και πιεσμένη πολλαπλώς ζωή μας σε δύσκολους καιρούς και δίσεχτα χρόνια
 
Ποιος είναι ο κυρίαρχος αυτού του νοητικού χρονικού αυτής της οδοιπορίας
- Μόνο ένας. Ο Ίων και οι Ίωνες κάθε Ιωνικής γης. Ευαίσθητοι, αλαφροΐσκιωτοι, ταξιδεμένοι, παιδιά στερημένα, άνδρες σακατεμένοι, όνειρα της νιότης μακροθώρητα, κόσμος παραμυθένιος. Κάπου εδώ η σύλληψις της Ε.Σ. εγγίζει την μεγάλη αφαίρεση των αισθητών και το πέρασμα σένα άλλο κόσμο που δεν πιάνουμε γιατί πρέπει να αγωνισθούμε δίνοντας εκ των προτέρων θυσία την ζωή μας στο θυσιαστήριο των κάθε αξιών, των κάθε εννοιών, των κάθε σκέψεων και κάθε ονείρου προς οποιαδήποτε συμπλήρωση και ολοκλήρωση. Όλα χαμένα πια γιατί έφυγαν τόσο γρήγορα στο μέλλουμενο και αναπάντεχο του χρόνου. Στις σελίδες 260 έως 268 επανήλθα πολλές φορές ακολουθώντας τους Μυστικούς του κόσμου. Είδα τον Νίτσε στην έκστασή του στα 6500 πόδια στις παγωμένες κορφές του Sils – Maria των Άλπεων, να γεννιέται πάλιν και πάλιν ως τo Αιώνιο γίγνεσθαι, αναζητώντας την αρχή του παντός, την Αρχή του Ανθρώπου, την έννοια της Eλευθερίας. Ίσως και΄ κει στο πάλλευκο παγωμένο τοπίο οι είκοσιοχτώ μαχαιριές στο αιώνιο πλέον σύμβολο της γυναίκας των αλυκών, ναταν μαχαιριές στο πνεύμα και την ψυχή και να αναβίωναν τους ζωικούς ειρμούς και τα μουσικά μυστικά πάνω σε μια ζωή που πάντα μπροστά στο μεγαλείο του Κυρίου αποζητά την κρίση ή την αιωνιότητα ή και την αιώνιο επιστροφή μας.
Athanassios V. Dimitroukas
 
 
 

Ο Μπάμπης Δερμιτζάκης στο “ΛΕΞΗΜΑ” για τις “ΜΑΙΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΗΦΙΣΟΥ”

 

 

Ένας μεγάλος έρωτας, μια μεγάλη εξέγερση, με φόντο το αλάτι

Ελένη Στασινού, Οι μαινάδες του Κηφισού, Γκοβόστης 2018, σελ. 375

Μετά τα «Βρωμοθήλυκα της ιστορίας» η Ελένη Στασινού μας δίνει το καινούριο της μυθιστόρημα, «Οι μαινάδες του Κηφισού», με τον υπότιτλο «ιστορία από νερό κι αλάτι». Έχουμε τους ήρωες της ιστορίας όπως σε κάθε μυθιστόρημα, όμως ο αφηγηματικός ιστός είναι το αλάτι, εξ ου και ο υπότιτλος. Όλοι οι ήρωες, περισσότερο ή λιγότερο, σχετίζονται με το αλάτι, και οι ιστορίες τους περιπλέκονται από την ύπαρξή του. Διαβάζουμε αρκετά για την παρασκευή του αλατιού, καθώς και για μύθους, προλήψεις και ιστορίες σχετικές με το αλάτι. Κεντρική ηρωίδα είναι η Βιργινία. Δίπλα σ΄ αυτήν είναι ο άντρας που την αγαπά και που θα τον παντρευτεί. Πίσω της είναι ο πατέρας της με τους φίλους του, που οι διάφορες (παρ)ανομίες τους θα αποτελέσουν καταλύτη για τις μεταγενέστερες εξελίξεις. Και οι μαινάδες; Αυτές είναι οι φίλες της Βιργινίας. Γιατί μαινάδες; Γιατί συμπεριφέρθηκαν σαν μαινάδες απέναντι σε δυο νεαρούς. Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη, η πλοκή των οποίων τοποθετείται σε τρεις χρονικές περιόδους. Η πρώτη είναι η κατοχική και η μετακατοχική. Τέσσερις φίλοι αγαπούν την ίδια γυναίκα. Θα τους την κλέψει κυριολεκτικά κάτω από τα μάτια τους ο ένας. Ο ένας αυτός εμφορείται και από το ιδανικό μιας καινούριας κοινωνίας. Οι άλλοι τρεις είναι τα λαμόγια, που θα πλουτίσουν με διάφορες παρανομίες. Ο ένας από τους τρεις θα το φέρει βαρέως που στη μοιρασιά ρίχτηκε. Οι άλλοι δυο έγιναν μεγάλοι και τρανοί, αυτός απλός ταβερνιάρης. Ο γιος της όμορφης και του αριστερού θα ερωτευθεί την Βιργινία, την κόρη ενός από τα λαμόγια. Θα κάνει μεγάλες, μα πάρα πολύ μεγάλες θυσίες για χάρη της. Την ιστορία του έρωτά τους θα την παρακολουθήσουμε στο δεύτερο μέρος. Όσο για το τρίτο, τους βλέπουμε παντρεμένους, εδώ και δεκατρία χρόνια. Είναι ευτυχισμένη η Βιργινία από αυτόν τον γάμο; Στο διδακτορικό μου πραγματεύθηκα μυθιστορήματα πέντε συγγραφέων, πολλά από τα οποία είχαν ως θέμα το δίπολο «συμβιβασμός/μη συμβιβασμός». Σε όλα ο μη συμβιβασμός προβάλλεται ως υπέρτατη αξία, όμως το τίμημα είναι συχνά πολύ ακριβό. Το τίμημα αυτό το πλήρωσε και η Βιργινία, που αρνήθηκε να συμβιβαστεί. Όμως ας μην κάνουμε spoiler, μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο. Το ύφος της Στασινού είναι το γνωστό μας από τα προηγούμενα βιβλία της: ένας τιθασευμένος λυρισμός, που αφήνει όλο και περισσότερο χώρο στον διάλογο. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα αν το συγκρίνει κανείς με την «Απόδραση στο φως», βιβλίο του 1999 το οποίο παρουσιάσαμε πρόσφατα. Το δοκιμιακό στοιχείο είναι επίσης αρκετά έντονο. Αλλά το μυθιστόρημα αυτό έχει και αρκετά καινούρια στοιχεία. Πρώτα πρώτα έχει αρκετές υποσημειώσεις, παραθέτοντας ιστορικές και άλλες πληροφορίες. Επίσης έχει τρία επιμύθια. Το πρώτο τοποθετήθηκε μετά το τέλος, γιατί διαφορετικά θα λειτουργούσε περίπου ως spoiler. Το δεύτερο είναι τα γράμματα που έγραψε κάποια από τις αλυκές στον άντρα της Βιργινίας ενημερώνοντάς τον για τη γυναίκα του. Το τρίτο περιέχει ορισμένες από τις ιστορίες που αφηγούνταν το βράδυ, μετά τη δουλειά της ημέρας στις αλυκές, όλοι τους με την προσμονή ποιανού την ιστορία θα προκρίνει η Βιργινία σαν την καλύτερη για να δώσει το έπαθλο. Όμως η πιο μεγάλη πρωτοτυπία είναι η ενσωμάτωση στην αφήγηση αποσπασμάτων από άλλα έργα της λογοτεχνίας, συχνά με πλαγιαστά, με την αναφορά της προέλευσής τους σε υποσημείωση. Το μόνο ανάλογο που έχω υπόψη μου είναι η ενσωμάτωση στίχων παλιών κινέζων ποιητών σε καινούρια ποιήματα, χωρίς αυτό να θεωρείται λογοκλοπή
- απεναντίας, έδειχνε την ικανότητα και την κουλτούρα του ποιητή. Και τώρα κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε. Και πρώτα πρώτα ένα που περιγράφει τη δουλειά στις αλυκές. «Τι να πρωτοέλεγε λοιπόν σήμερα; Για το γέμισμα των αλατο-χωραφιών με τα νερά, με το που πήγαιναν; Για τον μόχθο που είχαν μετά για να βγάζουν και να κουβαλούν σε κουβάδες τη λάσπη και τη βρωμιά που είχαν κατακαθίσει; Για την άντληση του νερού με τους νερόμυλους, τα κουβαδάκια, όπως τα έλεγαν; Σκληρές δουλειές, χειρωνακτικές. Κι ύστερα να βλέπεις τους άντρες να σκάβουν τις θίνες με γκασμά κι άλλους με σύρτη και φτυάρια να το συγκεντρώνουν σε σωρούς και, στη συνέχεια, παιδιά, γυναίκες και λιγοστοί άνδρες να το μεταφέρουν στις προσωρινές αποθήκες απ΄ όπου και θα το έπαιρναν για καθάρισμα από τις λάσπες, με πλύσιμο από θαλασσινό νερό, κι όλα αυτά στη λάβρα του ήλιου;» (σελ. 122). Θα διαβάσουμε και άλλες ανάλογες περιγραφές. «Λέω πως αυτός που έχει αδικηθεί έστω και πικραμένος, μπορεί να κοιμηθεί. Μα αυτός που ευθύνεται για κακό, περνάει θηλιά στο λαιμό του κι όπου πάει κι ό,τι κάνει, να ησυχάσει δεν μπορεί» (σελ. 136). Αυτή είναι και η κύρια διαφορά ανάμεσα στο δράμα και την τραγωδία. «Γιατί λαξευμένες λευκές γάμπες πλανούσαν κάθε βλέμμα
- για να αφεθεί εκεί όπου η γεωμετρία ανάπαυε το ωραιότερό της σχήμα. Είχε καιρό τώρα σχηματίσει τις καμπύλες» (σελ. 202). Αυτή είναι η Βιργινία
- που, παρεμπιπτόντως, από τον τρόπο που την περιγράφει η Στασινού μου έφερνε στο μυαλό μια κινηματογραφική ηρωίδα, η Μιράντα, από την ταινία του Peter Weir «Πικνίκ στον κρεμαστό βράχο». Συχνά αυτοβιογραφούμαι στις κριτικές μου. Διαβάζοντας το βιβλίο της Στασινού ήρθε στην επιφάνεια μια παλιά μου ανάμνηση. Πρέπει να ήμουν φοιτητής. Λούζομαι και ξεπορτίζω αμέσως. Κάτι ξεχνάω και κάνω να γυρίσω πίσω. Και τι βλέπω; τη μάνα μου με την αλατιέρα να με αλατίζει. Ο λουσμένος είναι ευάλωτος στο κακό μάτι, έπρεπε να το ξορκίσει. Το έκανε στα κρυφά, μην την πάρω χαμπάρι και της βάλω τις φωνές ή την κοροϊδέψω. Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι αν της έβαλα τις φωνές ή την κοροΐδεψα. Εξαιρετικό και αυτό το βιβλίο της Ελένης Στασινού, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο. Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι με τους οποίους τελειώνουμε τις αναρτήσεις μας. Ας πούμε σαν βεβήλωση μια ιερής ουσίας (σελ. 41) Εγώ τον λέω Γέρακα, εσύ τον λες προδότη (σελ. 79) Τότε τον αντιλήφθηκε στο άνοιγμα της πόρτας (σελ. 107) Θραύσματα διηγήσεων λάθρα αποκτημένων (σελ. 112) Βέβαια ήμουν σίγουρος για την ορθή σου κρίση (σελ. 120) Αχτένιστη και άπλυτη, ίδιο άγριο ζώο (σελ. 132) Ενώ συνάμα την τραβούν, γελούν και την πειράζουν (σελ. 134) Μέσα της έβγαζαν φωτιές και μύριζαν θειάφι (σελ. 136) Όσο μιλά και εξηγεί το ύφος της αλλάζει (σελ. 145) Σταμάτησε από μόνη της, δεν είχε σημασία (σελ. 146) Η Εύα τιμωρήθηκε για τον καρπό της γνώσης (σελ. 155) Και τώρα που το σκέφτομαι πιστεύω πως έτσι είναι (σελ. 159) Καλύτερα να έλεγε πως την απεχθανόταν (σελ. 187) Και η Διδώ την κοίταξε υπενθυμίζοντάς της (σελ. 210) Βουητό και τις φωνές που έσκισαν τη νύχτα (σελ. 216) Άσε που τα κορίτσια τους τα ρίχνανε σε σπίτια (σελ. 216) Που γέμιζε τις νύχτες του στάχτες από τσιγάρα (σελ. 220) Και έμεινε ακίνητος στο άνοιγμα της πόρτας (σελ. 261) Στην πλάτη της καρέκλας του ο καρφωμένος Ίων (σελ. 279) Να ψάξει συμπεριφορές ώστε να την τονίσει (σελ. 282) Που προκαλούσε θαυμασμό δίχως να φέρνει δέος (σελ. 282-283) Που έγινες γυναίκα μου και μάνα των παιδιών μου (σελ. 291) Στο σκοτεινό δωμάτιο των παιδικών του χρόνων (σελ. 305) Το στήθος του μεγάλωνε ώστε να τη χωρέσει (313) Οι λέξεις και τα πράγματα χάνουν τα όριά τους (σελ. 329) Που οργισμένο στρίγγλιζε μέσα στην αγκαλιά Του (σελ. 364) Ίσως τρομακτικότερο και απ΄ αυτή την ίδια (σελ. 365) Όμως να δώσω από ένα δείγμα και από άλλα μέτρα που εντόπισα. Να τρυγήσει ελπίδα στους δρόμους (σελ. 105, ανάπαιστος). Θα ξανακάνω το σχόλιο, αν αφαιρέσουμε το «Να» έχουμε αμφίβραχυ. Το έχω συναντήσει πολλές φορές σε άλλα κείμενα. Σεπτέμβρης στη μέση του, Σάββατο βράδυ (σελ. 320, αυθεντικός αμφίβραχυς αυτός). Δεν σταμάτησε μαζί τους (σελ. 321, τροχαίος) Μπήκε στη θάλασσα κι απομακρύνθηκε (σελ. 321, δάχτυλος).

Μπάμπης Δερμιτζάκης

 


 
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΙΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΗΦΙΣΟΥ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΝΕΡΟ ΚΙ ΑΛΑΤΙ – ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΣΙΝΟΥ – ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ – 2018

Απ' τις πρώτες κι όλας σελίδες του βιβλίου, ανάμεσα στις πυκνές γραμμές και τα συμπυκνωμένα νοήματα, νιώθει κανείς την οικειότητα και τη θαλπωρή της γνωστής και αγαπημένης γραφής της Ελένης Στασινού.Μια μαγεύτρα της αφήγησης, μια ιέρεια της λογοτεχνίας μάς διηγείται μια ευφάνταστη, καινούργια ιστορία. Ένα αριστούργημα για απαιτητικούς κυρίως αναγνώστες. Ένα μυθιστόρημα-ύμνος. Για τη ζωή που δεν είναι ποτέ εύκολη και ούτε αρκετή. Μια ιστορία για το νερό και το αλάτι γιατί η ζωή είναι φτιαγμένη απ΄ αυτά τα μαγικά υλικά.Μια ιστορία για τις παλιές αγάπες και το μίσος που καυτηριάζει τις εσωτερικές πληγές της.Μια ιστορία για την παλιά και τη νέα πατρίδα και τη δικαιοσύνη που είναι στρεβλή.Μια ιστορία για τις πληγές που αν δεν γειάνουν στην ώρα τους, κακοφορμίζουν και πονάνε πιο πολύ, ειδικά όσο γερνάνε.Ένα βιβλίο για τους καημούς της νιότης και για τους ίδιους κι απαράλλαχτους καημούς της ωρίμασης.Ένα βιβλίο για τη ζωή και για τη δύναμη της αγάπης, την ομορφιά και την τυραννία του έρωτα. Όλα όσα μας καθορίζουν τα βρίσκουμε μπροστά μας αριστοτεχνικά πλεγμένα για να μας μαγέψουν, να μας ταξιδέψουν, να μας ορμηνέψουν, να μας διαφεντέψουν, να μας κατατρέξουν και να μας αγαπήσουν ή να μας πονέσουν. Η αγάπη, η πατρίδα, η δικαιοσύνη, τα νομοταγή αγόρια, οι ρόλοι και τα ονόματα, οι εφιάλτες και τα σκοτάδια, οι ξένες ενοχές, η γνώση, τα φρικτά μαθήματα νομιμοφροσύνης, τα παιδιά που τα ‘καναν γενίτσαρους, οι μεγάλες πανίσχυρες οικογένειες, ο αόρατος και ύπουλος εχθρός, η πατρίδα που αναμορφώθηκε και ξέχασε πως χρωστά ευγνωμοσύνη στο αλάτι –το μόνο φυσικό γιατρικό και συντηρητικό-, τα θαυμάσια και δυνατά μυαλά που πήγαν χαμένα γιατί έστρεψαν το βλέμμα εντός, ενώ με τις ιδέες τους θα μπορούσαν να φτιάξουν μια καλύτερη γη, η αγάπη της μάνας που είναι πάνω από ιδεολογία, καθήκον και πατρίδα (μια αγάπη πικρή, αλμυρό γάλα στο στήθος της), η κοίτη του ποταμού που έχει μνήμη και δεν ξεχνά ούτε συχωρνά, ο έρωτας που κρύβεται παντού ·σε όλα τα χρόνια ·ειδικά στα πέτρινα, ο άνθρωπος που απεχθάνεται τον εαυτό του μια φορά και αυτόν που χρειάζεται, διπλά, είναι μερικά απ' αυτά. Ο πόνος έχει σχήμα, χρώμα και μυρωδιά αλμύρας και η αλμύρα έχει τη μυρωδιά του φόβου, του έρωτα και της ζωής γιατί από νερό κι αλάτι αποτελείται και ο πόνος και η ζωή.Ο άνθρωπος βάζει νερό κι αλάτι στις πληγές του για να τον πονάνε και να του θυμίζουν το μίσος που νιώθει, γιατί ο πόνος είναι αυτός που κρατάει το μίσος του ανθρώπου άσβεστο.Ο άνθρωπος βάζει νερό κι αλάτι στις αναμνήσεις, στις τύψεις και στους εφιάλτες, στα βαριά λόγια και στις παλιές έχθρες για να τα ξορκίσει. Γιατί το αλάτι είναι η ανοιχτή πληγή, είναι ο εμφύλιος, οι αμαρτίες, το μίσος και η αδικία. Γιατί το νερό είναι η γιατρειά, είναι η νέα πατρίδα, η νέα γενιά, οι Μαινάδες, οι ιέρειες, τα ξωτικά. Το νερό ξεπλένει το αρμυρισμένο χώμα και τη μυρωδιά του θανάτου που κουβαλάει. Οι θνητοί είναι τα ζωντανά γράμματα στο τετράδιο του θεού και της ιστορίας και το αλάτι είναι ο κονδυλοφόρος του, γιατί το αλάτι έχει μνήμη.«Αμήν λέγω υμίν», είναι γραμμένο στη μνήμη του αλατιού. Στη σοφία και στη δικαιοσύνη του αλατιού. Ακόμα δεν πιστεύω πως διάβασα αυτό το βιβλίο. Ένα βιβλίο θηλυκό και ετοιμόγεννο που γεννοβόλησε τόσο σπουδαίες ιστορίες. Δεν το χωράει ο νους μου πώς κατάφερε η συγγραφέας να πλέξει αυτό το μοναδικό υφαντό και πώς κατάφερε να οδηγήσει από το χέρι τον αναγνώστη με δεμένα μάτια χωρίς να φοβηθεί. Είθε αυτό το βιβλίο να φωλιάσει σε όλες τις αλμυρές καρδιές.

 

Μαρία Φουσταλιεράκη 29-6-2018


ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΙΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΗΦΙΣΟΥ

tovivlio.net

 

Με τον ευρηματικό τίτλο «Μαινάδες του Κηφισού» και υπότιτλο «Ιστορίες από νερό κι αλάτι», η Ελένη Στασινού με το γνωστό ύφος τής γραφής της μας ταξιδεύει πίσω στη δεκαετία του ’50. Τούτη τη φορά όμως ο αναγνώστης, ο οποίος σίγουρα θα κάνει την ίδια κίνηση που έκανε ο γράφοντας, την ίδια κίνηση που κάνει κάθε αναγνώστης, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια ερώτηση που δεν είναι βέβαιο πως ζητά απάντηση γιατί απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα δεν είναι διόλου εύκολο να δοθούν! Ρωτά η Στασινού στο οπισθόφυλλο: ‘Υπάρχει θάνατος που μπορεί να χαρακτηρισθεί «κομψοτέχνημα»;’ Κι ακριβώς από κάτω συνεχίζει: ‘Να είναι αλήθεια πως ο έρωτας μπορεί να ζωντανέψει ένα νεκρό σώμα;’. Πώς να σταματήσει την ανάγνωση του βιβλίου ο άμοιρος ο αναγνώστης όταν οι ερωτήσεις αυτές είναι σίγουρο πως θα κεντρίσουν την ψυχή του και θα την ωθήσουν να αναζητήσει τις απαντήσεις όχι μόνο μέσα στο βιβλίο αλλά κι έξω από αυτό, στο μυαλό και τις σκέψεις της συγγραφέως!

Το μυθιστόρημα είναι ένα αριστοτέχνημα! Αυτή η πρόταση μπορεί να περιγράψει επακριβώς τις Μαινάδες του Κηφισού από τις εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ. Για να γράψει κανείς τις σκέψεις του για το βιβλίο, αφού έχει κατανοήσει πλήρως την ιστορία αλλά κυρίως τη φιλοσοφία πίσω από αυτή και πίσω από τις γραμμές του, προϋποθέτει να μπορέσει πρώτα απ’ όλα ο ίδιος να έχει τη δυνατότητα να εκφέρει το λόγο του με τρόπο αντίστοιχο με αυτόν που διάβασε στο βιβλίο ειδάλλως θα το αδικήσει όσο φιλότιμη προσπάθεια κι αν κάνει, ως εκ τούτου οφείλω εκ προοιμίου να κάνω σαφές πως αυτές οι γραμμές που με μεγάλη αγωνία καταθέτω εν είδη γνώμης, ίσως δεν αντιπροσωπεύουν και δεν αναδεικνύουν τη μεγάλη του αξία.

Οι Μαινάδες είναι μια πολυεπίπεδη, πυκνογραμμένη ιστορία, με πολλούς χαρακτήρες, δοσμένη με τη λυρικότητα της πένας της κυρίας Στασινού, λυρικότητα όμως που χαρακτηρίζεται από το έντονο στοιχείο του ζωντανού διαλόγου που εμπλουτίζει το μυθιστορηματικό στοιχείο και αναδεικνύει το βαθύτερο κόσμο και τον ψυχισμό των ηρώων που με μαεστρία πλάθει η συγγραφέας. Η αγάπη, το πάθος κι ο έρωτας με φόντο τον Κηφισό και τις αλυκές και στο βάθος τον εμφύλιο, μπλέκουν με το αλάτι που δρα ως το συνεκτικό στοιχείο όλων των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν την ιστορία. Δε λείπει η βία μέσα από την οποία αναζητείται η λύτρωση, το δίκιο και το άδικο παλεύουν με τη μοίρα, ενώ πίσω από τις λέξεις η Ελένη Στασινού θέτει σοβαρά φιλοσοφικά ερωτήματα αλλά και δύσκολα υπαρξιακά που μετατρέπουν το βιβλίο σε κάτι λίγο διαφορετικό από ένα απλό μυθιστόρημα.

Η αφηγηματική δεινότητα της συγγραφέως είναι γνωστή, την είχαμε συναντήσει και στα προηγούμενα βιβλία της, αλλά σε τούτο έχει ξεπεράσει ίσως ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό. Ταξιδεύει τον αναγνώστη στο χρόνο, εντέχνως κρύβει τα μυστικά που φανερώνονται στην πιο κατάλληλη στιγμή, έχει ανατροπές που δεν τις περιμένει κανείς, μεγαλώνει την αγωνία του με κάθε γύρισμα της σελίδας. Οι πέντε Μαινάδες, τα πέντε κορίτσια που από την πρώτη κιόλας σελίδα ομοιάζουν με «ένα περιβόλι μυρωδιές», και η αλμύρα που κυλά ανόθευτη σε όλο το βιβλίο ποτίζουν την ψυχή του αναγνώστη με αληθινή λογοτεχνία, με εκείνο το στοιχείο που είναι απαραίτητο για να γίνει καλύτερη, με Τέχνη.

Δε θα απαντήσουμε βεβαίως στα ερωτήματα της συγγραφέως που αναφέραμε στην αρχή των σκέψεών μας, θα αφήσουμε τον αναγνώστη να βρει και να δώσει την απάντηση ξεκινώντας από το υπέροχο εξώφυλλο αυτού του βιβλίου και φτάνοντας μέχρι την τελευταία λέξη του αλλά και τα Παραμύθια του αλατιού στο τελευταίο επιμύθιο.


ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΣΙΝΟΥ: «Μαινάδες τοῦ Κηφισσοῦ», μυθιστόρημα

 
 
  ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
 
Μετὰ τὸ συναρπαστικὸ ταξίδι στὸν χρόνο ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ διαρκεῖ 150 ἔτη μὲ τὰ "Βρωμοθήλυκα τῆς Ἱστορίας" (2016), ἡ Ἑλένη Στασινοῦ στήνει τὴν ἑπόμενη ἀφήγησή της μὲ τίτλο "Μαινάδες τοῦ Κηφισσοῦ", μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει τὴν παράνοια τῆς μετεμφυλιακῆς περιόδου καὶ τὰ ἀσύντακτα βήματα τῆς χώρας νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ σύγχρονο κράτος. Τὰ γεγονότα διαποτίζονται ἀπὸ τὴν μυθολογικῶν προεκτάσεων εἰσέλευση τοῦ ἁλατιοῦ στὸ προσκήνιο τῆς καθημερινότητας. 
Ἡ ἀθωότητα, ἡ τυχαιότητα, οἱ ἀρχέγονες δυνάμεις καί, τέλος, ἡ σκληρὴ πραγματικότητα συναπαρτίζουν τὸ πὰζλ τοῦ νέου μυθιστορήματος τῆς Ἑλένης Στασινοῦ, ἡ ὁποία ἀξιοποιεῖ ἐνεργὰ τὸ εὐμετάβολο τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ συνθέτει μιὰ παραστατικότατη τοιχογραφία χαρακτήρων, ποὺ ἑρμηνεύουν μὲ πειστικὸ τρόπο τὸ κλίμα τῆς ἐποχῆς. 
Οἱ δεκαετίες τοῦ ᾽50 καὶ τοῦ ᾽60 εἶναι μιὰ δύσκολη συγκυρία γιὰ τὶς Μαινάδες τοῦ Κηφισσοῦ, ὅπως αὐτοαποκαλεῖται μιὰ παρέα πέντε μαθητριῶν, ποὺ παίζουν ἐκεῖ στὰ βόρεια προάστια τῆς Ἀθήνας, στὰ παρόχθια μονοπάτια τοῦ ὀρεινοῦ Κηφισσοῦ, κουβαλώντας ἡ κάθε μία τὰ οἰκογενειακά της μυστικά. Ἐκεῖ σφυρηλατοῦν τὴν ἔννοια τῆς ἑνότητας, ἐκεῖ ξεδιπλώνουν τοὺς ἐσώτερους χαρακτῆρες τους, ἐκεῖ νιώθουν τὴ μέθεξη τῶν ἀπόκρυφων δυνάμεων τῆς φύσης, φθάνοντας μέχρι τὸν ἀσύνειδο καὶ ὑπερβατικὸ φόνο. 
Ὡστόσο οἱ μέγγενες τῆς φοβισμένης κοινωνίας ἐπιτελοῦν γύρω τους τὶς δικές τους ἀσφυκτικὲς συσφίξεις καὶ τὸ ἁλάτι ποδηγετεῖ, προστάζει, ἀποκαλύπτει καὶ τροχιοδρομεῖ τὴν ὅποια σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. 
Ἀπὸ μυστηριακὸ ὑλικὸ μαγγανείας μέσα στὴ φούχτα τῆς αὐτοσχέδιας ἱέρειας καὶ ἀπὸ ἐλλεῖπον συστατικὸ τῆς καθημερινῆς χαμοζωῆς μέχρι νὰ γίνει διττὸ φωτεινὸ σύμβολο τῶν ἁλυκῶν, δηλαδὴ ἔμβολο τοῦ παράνομου καὶ ἀπάνθρωπου κέρδους, ποὺ βάζει σὲ κίνηση δολοπλοκίες καὶ βιαιότητες, ἀλλὰ καὶ φῶς ἐλπίδας ποὺ θερμαίνει τὶς σχέσεις καὶ τὶς ἐλπίδες τῶν ἀνθρώπων, τὸ ἁλάτι συσφίγγει καὶ ταυτόχρονα διαβρώνει τοὺς κατόχους καὶ τοὺς ἐκμεταλλευτές του, τοὺς έργάτες παραγωγούς του, ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἐμπλέκονται συνειδητὰ σ᾽ ἕναν βίο μὲ πολλὰ κοινὰ στοιχεῖα. 
Ἡ συγγραφέας μὲ μεγάλη ὀξυδέρκεια ἐπιφέρει τὶς ἀπρόβλεπτες ἀνατροπὲς στὴν ἱστορία της καὶ μὲ ἀληθοφάνεια ὑπονοεῖ τὶς σπαρακτικὲς ἀπόκρυφες ἀντιδράσεις τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὅταν οἱ Ἑνότητες σπάζουν καὶ κατακερματίζονται σὲ ἀπειροελάχιστα θραύσματα. 

Ἡ γλωσσικὴ δεξιότητα, ἡ τεχνικὴ εὐστροφία, ἡ προσεγμένη ἔρευνα, τὸ ταλέντο τῆς συγγραφέως νὰ μιλᾶ ὑπαινικτικὰ γιὰ πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπ᾽ ὅσα συγκεκριμένα ἀναφέρονται στὸ κείμενο, δημιουργοῦν στὸν ἀναγνώστη μιὰ κατάσταση αἰχμαλωσίας, ποὺ λήγει μόνο μὲ τὸ τέλος τῆς ἀνάγνωσης τοῦ βιβλίου.


 
 
Ο Φίλιππος Γαλιάσος ο “παραμυθάς” των Μαινάδων του Κηφισού, μιλάει γι αυτές..
 
 
Μόλις τελείωσα τις "Μαινάδες του Κηφισού" της Ελένης Στασινού. Πήρα το βιβλίο, το έκλεισα και το ακούμπησα πάνω μου καθώς ήμουν καθισμένος. Σκέφτηκα όλα αυτά που είχα διαβάσει, όλες αυτές τις σελίδες, τις σκέψεις, την πλοκή της ιστορίας που σε κάθε της ξετύλιγμα, νέες προοπτικές και μεταφράσεις πετάριζαν, παραλλάσσοντας τον ρου, εμβαθύνοντας σε νέες ματιές, δημιουργώντας το καθρέφτισμα μέσα σε αέναους καθρέπτες. Το ακούμπησα πάνω μου και προσπαθούσα να αφουγκραστώ την επόμενη στιγμή. Όταν όλοι οι ήρωες είχαν κάνει τον κύκλο τους, όταν όλες οι εξηγήσεις είχαν δοθεί, όταν πλέον η κάθαρση είχε επέλθει. Και όμως... εξακολουθούσε και υπήρχε μια νέα αφήγηση μέσα στο μυαλό μου. Όλοι οι ήρωες είχαν δίκιο. Πάλευαν για το δικό τους σωστό τρόπο, την δική τους δικαιοσύνη, το δικό τους αύριο. Εκεί που πήγαινα να πάρω το μέρος του ενός, ξαφνικά έπαιρνα το μέρος του άλλου, και του άλλου, έως ότου κατάλαβα πως δεν υπήρχε σωστό και λάθος μέσα σε αυτό το βιβλίο. Και γι' αυτό το εκτίμησα ως κάτι πολύτιμο όπως εκτιμώ τους ανθρώπους που δεν βλέπουν τα πράγματα από μία μόνο οπτική αλλά έχουν την ικανότητα, διάθεση και θέληση να μπούν στα ρούχα του άλλου και να ζήσουν τα γεγονότα και μέσα από του άλλου τη ματιά. Η Ελένη έχει την πολύτιμη τεχνική της αφήγησης, την ουσιαστικής χρήσης των λέξεων, του σωστού και αρτιμελούς συντακτικού, της σοφίας να λέει ακριβώς όσα απαιτούνται σε κάθε περίσταση. Αυτό όμως είναι τέχνη, ίσως την έμαθε, ίσως γεννήθηκε με αυτή την ικανότητα. Δε στάθηκα εκεί, παρότι τέτοιου είδους ικανότητες είναι ουσιώδεις για να καταφέρουν να τραβήξουν σα μονογραφή την αναγνωστική πείνα για την επόμενη λέξη, πρόταση και παράγραφο. Δε στάθηκα εκεί για να θέλω να γράψω για το βιβλίο της, όπως τώρα κάνω. Αυτό που με τράβηξε ήταν αυτή η αίσθηση που είχα, καθώς το βιβλίο ήταν ξαπλωμένο και κλειστό πάνω μου και όλες οι λέξεις και τα νοήματα του είχαν παρελάσει μπροστά από τα μάτια μου. Το ένιωθα ακόμα και κλειστό να συνεχίσει να ρέει μέσα μου. Ο κάθε ήρωας συνέχιζε την πορεία του στο μυαλό μου ενώ προσπαθούσα να σκεφτώ αν ό,τι είχε κάνει και ό,τι πιθανόν θα έκανε στο μέλλον θα ήταν σωστό ή λάθος. Ακόμα και κλειστό το βιβλίο με έκανε να σκέφτομαι την σωτηρία που οι πρωταγωνιστές έψαχναν να βρουν και κυρίως το πως ο τρόπος του ενός παράλλασσε τις βλέψεις του άλλου ενώ κάτι άλλο, τυχαίο, απρογραμμάτιστο και ως τέτοιο μέσα στη ζωή κατάφερνε να γκρεμίσει τα πάντα και να τα κουβαριάσει σε μια νέα λογική. Σα μια τράπουλα απλωμένη στο τραπέζι που μετά το παιχνίδι οι παίκτες τη μαζεύουν. Δεν είχε σημασία το πως τελείωσε το προηγούμενο παιχνίδι, υπήρχε πάντα η αισιοδοξία του νέου, της ελπίδας του πάμε ξανά από την αρχή. Αυτό που κρατάω δεν είναι η αφηγητική δεινότητα και δεξιοτεχνία της συγγραφέως, αυτό είναι τεχνική. Αυτό που κρατάω και αυτό για το οποίο μιλάω είναι πως κάθε σκέψη, κάθε ήρωας είχε πρώτα περάσει από τη σκαπάνη η οποία έσκαψε τόσο βαθιά μέσα, τόσο ευθεία προς την ψυχή, τόσο αμερόληπτα και ουσιαστικά που με έκανε να σκεφτώ πως η κυρία Στασινού είχε βρεθεί με όλους αυτούς τους ήρωες σε κάποιες φάσεις της ζωής της, τους είχε μάθει, τους είχε ψυχολογήσει, τους είχε εκμαιεύσει κάθε μύχια σκέψη. Οι ήρωες αυτοί δεν είναι αποτέλεσμα μιας συγγραφικής ικανότητας. Η ιστορία δεν είναι το αποτέλεσμα ενός αρτιμελούς σκελετού. Το βιβλίο δεν είναι μόνο καλογραμμένο αλλά είναι η κόλαση και ο παράδεισος που βρίσκεται μέσα στον κάθε ένα από εμάς. Πριν δικαιώσει ανακαλύπτει άγνωστες πτυχές. Πριν καταδικάσει αφουγκράζεται. Το βιβλίο το κράτησα πάνω μου αρκετή ώρα καθώς σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω τώρα. Δεν υπάρχει τελειότερη επικοινωνία μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη παρά αυτή που όταν ο τελευταίος τοποθετήσει το βιβλίο του πρώτου στην βιβλιοθήκη του, η σχέση να συνεχίσει να υφίσταται, οι ήρωες να συνεχίζουν τις πορείες τους και η ζωή μετά από αυτό να γίνεται λίγο καλύτερη γιατί ανακαλύψαμε και κάτι το νέο που δεν έχει ειπωθεί.

 

Στασινού, Ελένη
Η Ελένη Στασινού γεννήθηκε στην Πάτρα το 1948, από εργατική οικογένεια, γεγονός που θεωρεί απολύτως τιμητικό. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στo Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έργα της είναι οι ποιητικές συλλογές «Οι οδύνες της μετάλλαξης» και «Πιο πέρα», τα μυθιστορήματα «Η κουμπάρα η Μαργαρίτα», «Απόδραση προς το φως», «Ο Στέφανος του ελαιώνα», «H Aγία πόρνη της καρδιάς του» (best seller 2001), «H αυτοκρατορία των δήθεν», «Οντισιόν», «Νύχτες υποταγής», ενώ συμμετέχει στο συλλογικό «Το λιμάνι της ζωής μου». Το 2011 «Η Γυναίκα Των Δελφών» επιλέγεται από το INSULA EUROPEA (με άλλες επτά συγγραφείς από την Ευρώπη,) ως αντιπροσωπευτικό έργο Ελληνίδας συγγραφέως, στις εκδηλώσεις Voci femminili inedite dall’Europa. Δικά της έργα είναι επίσης «Ο Χορός των Κρυστάλλων», ιστορικό μυθιστόρημα, και «Οι Πιρογιέρηδες του έρωτα», παραμύθι για μεγάλους που εκδόθηκαν το 2015.
Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.