Μαινάδες του Κηφισού

Μαινάδες του ΚηφισούΙστορία από νερό κι αλάτιΣυγγραφέας: Στασινού, Ελένη

15,00€

Άμεσα διαθέσιμο

Πόσο ένοχες θα είναι καταστρέφοντας ένα παράνομο φορτίο αλατιού;

Από πού έλκει τη δύναμή του το Αλάτι, ώστε να τιμωρείται όποιος ασχημονεί εις βάρος του, όποιος δεν μετρά και δεν υπολογίζει την αρχέγονη δύναμή του, όποιος δεν σέβεται τη θέση του στην αλυσίδα της ζωής μας και της ζωής πέραν της ζωής; Υπάρχουν δυνάμεις –όπως η αγάπη και η φιλία– που να δύνανται να αναχαιτίσουν την απονομή αυτής της ανώτατης δικαιοσύνης;

Ή η αρχαία του μνήμη διαχέεται στις γενιές καθορίζοντας συμπεριφορές και πεπρωμένα;

Υπάρχει θάνατος που μπορεί να χαρακτηρισθεί «κομψοτέχνημα»;

Να είναι αλήθεια πως ο έρωτας μπορεί να ζωντανέψει ένα νεκρό σώμα;

Ότι οι άνθρωποι δύνανται να περπατήσουν στο νερό; Τα παραμύθια του αλατιού που λέγονται στις Αλυκές τις νύχτες της ξεκούρασης, τι ρόλο μπορεί να παίξουν στις ζωές των πρωταγωνιστών; Μπορεί το αλάτι με κάποιον ανεξήγητο τρόπο να προκαθορίσει τη μοίρα των ηρώων μας, μπορεί να βοηθήσει σε αυτοκάθαρση η κάθαρση μέσω τιμωρίας;

Αγγίζει την εποχή μας η πεποίθηση της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων, που καθοριζόταν από το σχήμα ὓβρις - ἂτη – νέμεσις - τίσις;

Είναι τελικά το δαιμονοποιημένο στοιχείο της ατυχίας ή μήπως έχει την υπερφυσική δύναμη που πίστευαν οι Αλχημιστές, οι μάγοι, και οι σοφοί;

Σε μια χώρα που η ανθρώπινη γλώσσα ελάχιστα περιέγραψε, τη χώρα του αλατιού, όλα είναι δυνατά. Και καθώς η ιστορία των νυχτερινών παραμυθιών με το «τρόπαιο» που θα δοθεί στον άριστο αφηγητή θα επαναλαμβάνεται, θα αναρωτηθούμε πόσο τέλειος είναι αυτός ο κόσμος που πάντα θα ολοκληρώνει σε κύκλους αρχετυπικούς το καθετί που δείχνει τυχαίο.

 

Επίμετρο: Γαλιάσος, Φίλιππος
Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-606-049-6
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2018
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Σελίδες: 384
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Οι πέντε φίλες

Τι άλλο να είναι πέντε κορίτσια παρά ένα περιβόλι μυρωδιές; Με την Διδώ να μυρίζει νυχτολούλουδο. Την Κάτια φρέσκια μαργαρίτα. Την Ιωάννα πατσουλί. Την Μιχαήλα δεντρολίβανο.

Στη Βιργινία βέβαια όλες μπερδεύονταν. Άλλη έλεγε πως μυρίζει λεμονανθός, άλλη δάφνη, η τρίτη ευκάλυπτος. Μόνο η Διδώ αρνιόταν να πει, επιμένοντας πως «δεν γνωρίζουμε τα πάντα, υπάρχουν λουλούδια άγνωστα σε μας, ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από όση γνώση και να αποκτήσουμε γι’ αυτόν» και λέγοντας αυτά, έκρυβε την αλήθεια.

Η αλήθεια που γνώριζε ήταν ιδιότροπη, ή πες ιδιόμορφη, σαν καθετί μυστήριο ή δυσερμήνευτο, που αν θα έβγαινε στο φως της μέρας θα απαιτούσε αμέσως και την ερμηνεία του. Ερμηνεία δεν είχε η Διδώ. Ναι η Βιργινία σίγουρα μύριζε κάτι τις απροσδιόριστο, κάτι ασαφές, που δεν ανήκε μεν στο χώμα, ανήκε σε κάποιο άλλο στοιχείο, και που η Διδώ δεν ήθελε να ονοματίσει. Διότι αν θα το έκανε, τότε θα υπήρχαν κατηγορίες μεγαλύτερες από όσες γνώριζαν οι πολλοί, και η κατηγοριοποίηση κάθε είδους χωρίζει.

Η Διδώ, όπως όλες τους, ήθελαν να είναι απλώς μέρη ενός και μόνο συνόλου. Το σύνολό τους μπορούσαν να το ονομάζουν όπως ήθελαν, ας πούμε «οι φίλες» ή «οι πέντε φίλες», «οι Μούσες» ή «οι Αμαζόνες» για να καταλήξουν με τον καιρό πως το πιο αρμόζον ήταν «οι Μαινάδες» κι ακόμα καλύτερα «οι Μαινάδες του Κηφισού», ονομασία στην οποία κατέληξαν με ενθουσιασμό και σε απόλυτη συμφωνία, εφόσον αγαπημένος τόπος συναντήσεων, παιχνιδιών και πολλών άλλων, ήσαν τα παρόχθια του ποταμού Κηφισού, εκεί ψηλά όπου και χάνονταν οι απαρχές του σε βράχια, κάτω από την αρχαία γη, τα ηλικιωμένα βουνά ή τους όμορους νομούς καθώς έλεγαν κάποιοι εμβριθείς γνώστες.

Η Διδώ, λοιπόν, ήταν, που παρόλη την διαφορά των αρωμάτων, των χαρακτηριστικών τους και της πιθανής προέλευσης τους, θα τόνιζε πως όλες μαζί φτιάχνανε τον κόσμο με τα όλα τα στοιχεία του. Γη, νερό, αέρα και φωτιά.

Τα κορίτσια, αυτήν την πλατιά κατάταξη την δέχονταν ευχαρίστως σαν παλτό που τις προφύλασσε από το κρύο ενός κόσμου –που παλιότερα είχε διαιρεθεί, με τις συνέπειες να φτάνουν και στις μέρες τους– κι ας διαπληκτίζονταν για το ποια θα διαλέξει το ένα στοιχείο και ποια το άλλο.

«Δεν είναι στο χέρι σας να διαλέξετε εσείς. Ήδη το στοιχείο, είναι εκείνο που σας έχει επιλέξει», θα έλεγε η φίλη τους και δεν ήθελαν να την πιστέψουν, παρόλο που την πίστευαν σε όλα τα άλλα.

Η Διδώ «τους» ήταν το μάθημα που τις μάθαινε πώς θα πλησιάσουν τον έξω κόσμο τον πραγματικό και χειροπιαστό, ερμηνεύοντας τον μέσα κόσμο, τον αόρατο. Δεν είχαν φυσικά όλες την ίδια ικανότητα σε αυτό.

Η Ιωάννα ήταν που δεν την είχε καθόλου αυτήν την ικανότητα. Αν το καθετί δεν ήταν μετρήσιμο, δεν «έγραφε» στο μυαλό της. Άκουγε τα παράξενα σαν να ακούει παραμύθια ευχάριστα, μα όλο και έδειχνε μια δυσφορία πως, εντάξει, τώρα μεγάλωσαν, ας μην το παρακάνουν, δεν ήταν δα όλες και σαν την Βιργινία που καταγοητευμένη κρεμόταν από τα χείλη της Διδώς παρακαλώντας την «κι άλλο κι άλλο».

Η Μιχαήλα, πάλι, τα μετρούσε όλα και ρώταγε, με μιαν ανησυχία που νόμιζες πως τα πάντα την αφορούσαν. Σαν ο κόσμος, μαζί με τις χαρές του και τις λύπες του, να περνούσε από μέσα της, λες και η ψυχή της και τα συναισθήματά της να ήταν ο δρόμος –και όχι οποιοσδήποτε δρόμος μα μονόδρομος–, απ’ όπου αναγκαστικά όλη η οικουμένη θα έπρεπε να διαβεί, είτε για να βρει είτε για να χάσει τον στόχο και τον προορισμό της.

Στο βλέμμα ενός παρατηρητή, μόνον η Κάτια απ’ όλες, θα έμοιαζε πως γεννήθηκε σε καλή ώρα. Ήταν καλόγνωμη, εύπιστη, αφοσιωμένη. Κρατούσε τα καλά και αισιόδοξα στοιχεία από όσα άκουγε, αφήνοντας τα άλλα να κυλάνε και να φεύγουν χωρίς να της αφήνουν υπολείμματα.

Και τέλος, νά σου την, τη Βιργινία, που όλα όσα οι υπόλοιπες απαξίωναν, νά σου την να τα πιάνει να τα πλέκει στεφάνι, να το φορεί και να ελπίζει πως με τον καιρό θα της αποκαλύπτονταν τα μυστήρια, τα αδικαιολόγητα, τα υπερφυσικά και τα ανερμήνευτα.

Γι’ αυτό και έδειχνε πίστη στις φωτιές του Άη-Γιάννη και στον κλήδονα με τα νερά του, συνέκρινε με τόλμη τις επίσημες γιορτές με τις αρχαίες τελετές, μένοντας έκπληκτη από τα αποτελέσματα, χωρίς αυτό να την εμποδίζει να επιμένει με γέλια πως ένιωθε στα φυλλώματα τον ίσκιο του πρίγκηπα Μαξιμιλιανού της Βαυαρίας και των αυλικών του τα ιδρωμένα σώματα σαν ξεπλένονταν στα ίδια νερά^ κι ούτε την εμπόδιζε να παίρνει όρκο πως έβλεπε όλες τις νύμφες αλλά περισσότερο εκείνη την έρημη την Λειριόπη* [*Τον Κηφισό τον παρουσίασαν βιαστή της νύμφης Λειριόπης και γεννήτορα του Νάρκισσου.] να προσπαθεί να ξεφύγει από την ερωτική μανία του ποταμού.

Η Διδώ, τη Βιργινία την αγαπούσε πολύ, τη Μιχαήλα την προστάτευε, τις άλλες δυο, την Κάτια και την Ιωάννα, τις αγαπούσε ήρεμα και σταθερά. Γνώριζε πως ό,τι και να γινόταν αυτές οι δυο θα το θεωρούσαν γραμμένο, αντιθέτως με τις άλλες που ένιωθε πως ό,τι και να γινόταν θα το είχε επιδιώξει το ιδιαίτερο μένος της κάθε μίας.

Η σχέση τους φυσικά και περνούσε κρίσεις. Κρίσεις που τις θύμωναν, και τις χώριζαν, σαν μεταξύ τους ξιφουλκούσαν με λόγια άδικα ή απρόσεκτα. Η Διδώ θα τις άφηνε να μιλάνε και κατόπιν θα τις έβαζε να σκεφτούν τα λεγόμενα. Τέλος θα τις έπαιρνε αγκαλιά και θα τις παρηγορούσε αργότερα σαν θα έκλαιγαν μετανιωμένες. Μια μόνο μεγάλη ρήξη δεν είχε προλάβει η σοφή τους φίλη.

Πάνε χρόνια πολλά που συναντιόνταν τα μεσημέρια, πολλές φορές και μετά τα μαθήματα ακόμη και χειμωνιάτικες μέρες, για όσο μπορούσαν περισσότερο. Μακριές δείχνανε οι εποχές και ο κόσμος τους, που κάθε μέρα μεγάλωνε και πλούταινε, και πώς να τον άντεχαν αν δεν τον μοιράζονταν στα πέντε.

«Μακριά δεν είμαστε;» είχε διαπιστώσει μια τέτοια μέρα με ερώτηση η Διδώ, μα καμιά δεν άκουγε^ το άγνωστο πάντα είχε την ίδια και μεγαλύτερη γοητεία, άσε που η απόσταση από τα σπίτια τους έδινε την αίσθηση της ελευθερίας και πάντα κάτι νέο με μεγάλη χαρά θα το ανακάλυπταν.

Όπως αυτήν τη φορά, που αποκαλύφθηκε πίσω από πράσινη συστάδα θάμνων και δέντρων ψηλών, παλιός μύλος με ορθάνοικτη πόρτα, κάστρο έμοιαζε, τρελός ενθουσιασμός, θα γίνει το κάστρο μας, είπανε, πυργοδέσποινες θα γίνουμε, τα μαλλιά μας θα ρίχνουμε από ψηλά να σκαρφαλώνει το παλληκάρι, εδώ θα ερχόμαστε^ τις έχασε η Διδώ ώσπου να αρθρώσει λέξη, άλλη στην μυλόπετρα, άλλη στα ξύλινα σκαλιά που οδηγούσαν σε πατάρι στην μπροστινή πλευρά του μύλου, άλλη στη φτερωτή τη μισοξηλωμένη.

Από τότε, Αύγουστος του ’50 ήταν, και έγινε ο μύλος στέκι τους. Δεκάχρονα πουλάρια και πώς να τους περάσεις χαλινό.

Οπλίζονταν με ραβδιά για τα φίδια –που σίγουρα υπήρχαν– ας έλεγε η Διδώ πως αυτή σε μιαν άλλη ζωή είχε το φίδι περασμένο βραχιόλι στο χέρι της, και γι’ αυτό και μόνο κανένα ερπετό δεν θα τις πείραζε, άσε που ακόμα και τώρα –αν το ξέχασαν να τους το θυμίσει– η ίδια φορούσε πάνω της ντύμα που της είχε αφήσει φίδι σαν δώρο, όταν σε μια φωτιά σε εξωχώραφο, πήρε τα μικρά και τα μετέφερε, γλιτώνοντάς τα από τη μικρή πυρκαγιά που ευτυχώς σβήστηκε προτού κάψει τον τόπο, κι η νόνα της τής το έκαμε φυλακτό, τους το ’χε δείξει μάλιστα^ όπως και να ’χει εκείνες καλού - κακού χτυπούσαν με τα ραβδιά κι ανίχνευαν τα χόρτα, περπατώντας παράλληλα με την κοίτη του ποταμού που γινόταν βαθύτερο και μεγαλύτερο όσο έμπαιναν στο βουνό.

«Μην το πάθουμε σαν αυτή την Ευρυδίκη που μας έλεγες χτες, χωρίς να έχουμε γνωρίσει και τον όμορφο Ορφέα που θα μας φέρει πίσω» κορόιδευαν, μαθαίνοντας δύσκολα πράματα με παραμυθένιους τρόπους. Κι αμφισβητώντας. Μια την αγάπη του Ορφέα που στράφηκε να κοιτάξει την αγαπημένη του –δεν καταλάβαιναν την ανυπομονησία του έρωτα–, μια τον τρόπο της Δηιάνειρας που για να κρατήσει κοντά της τον Ηρακλή τού έδωσε τον δηλητηριασμένο με το αίμα του κενταύρου χιτώνα –δεν γνώριζαν ακόμα τα μέσα που μετέρχεται ο έρωτας–, δεν καταλάβαιναν ούτε την αυτοκτονία από τύψεις της Δηιάνειρας αλλά συμφωνούσαν γελώντας, όλες σχεδόν, πως ο Ηρακλής γλίτωσε απ’ όλων των ειδών τα θηρία για να τον κάψει το «φουστάνι», όπως θα έλεγαν οι μεγάλοι.

Η σχέση του Κέφαλου και της Πρόκριδας τις έριξε σε συζητήσεις μεγάλες, το χρήμα με την πίστη έμπαιναν στη ζυγαριά και μια έβγαινε το ένα μια το άλλο νικητής, βάζανε τη θέση τους στη θέση της γυναίκας και άκρια δεν έβρισκαν, έψαχναν, λοιπόν, στο μυαλό της Διδώς ζευγάρια που ευτύχησαν χωρίς δυσκολίες, η Διδώ τούς μιλούσε για την Γαλάτεια και τον Άκι που, ναι μεν χωρίστηκαν, μα μετά θάνατον έμειναν μαζί με κάποιον τρόπο, για να γελούν όλες λέγοντας πως, αν ήταν ο αγαπημένος τους να μεταμορφωθεί σε βρύση, πολύ πιθανόν τα ίδια τα νερά του Κηφισού να ήσαν νέοι ωραιότατοι μεταμορφωμένοι και ας βουτούσαν εκεί ανάμεσά τους για παιχνίδια δροσερά.

Έτσι με αυτά και άλλα παρόμοια, χάνονταν από τα σπίτια τους –η μία έλεγε πως ήταν στο σπίτι της άλλης– και μεγάλωναν προστατεύοντας με ψέματα τη βαθιά σχέση τους με τη Διδώ «μεγαλύτερη κατά τρία χρόνια που δεν έπαιρνε τα γράμματα και άραγε τι το καλό θα μάθαιναν από αυτήν», καθώς όλες οι μανάδες τους έλεγαν – πλην της Ισμήνης της μητέρας της Βιργινίας.

Σεπτέμβρης του 1951 ήταν τότε που κινδύνεψε σοβαρά αυτή η φιλία και που γι’ αυτόν τον λόγο θα έμενε στη μνήμη τους χαραγμένος. Είχε η ελαφρά σύγκρουση ξεκινήσει από νωρίτερα, με τη Βιργινία να έχει έρθει στον Αγιασμό του σχολείου με καινούργια ποδιά και παπούτσια και όλες να την έχουν ζηλέψει. Οι φίλες μόνο οι στενές μάσησαν το παράπονο, ευχήθηκαν με γεια με μισή καρδιά μα γρήγορα έδειξαν να συνέρχονται από την κατάφωρη αδικία του κόσμου, σε άλλους να περισσεύουν κι άλλοι να μην έχουν μπουκιά στο στόμα, έδειξαν να συνέρχονται, εξάλλου δική τους αποκλειστικά φίλη ήταν, μαζί είχαν μυστικά, μαζί έπαιζαν τη Ραπουντζέλ ή τη Χρυσομαλλούσα παλιότερα, τις νεράιδες ή τα ξωτικά μετά, στο δικό τους μαγεμένο πύργο.

Όλα θα ήταν καλά, σίγουρα θα τις απορροφούσε η γοητεία της περιπέτειάς τους στα νέα λημέρια των παιχνιδιών – σαν καινούργια έδειχναν μέρα με τη μέρα με τα νέα χαλκοκίτρινα και μπρουτζοκόκκινα χρώματα του φθινοπώρου – αν σε όλη τη διαδρομή η Βιργινία δεν έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να μην λερωθεί.

«Τι πας έτσι σαν κουτσή», ρώτησε η μια. «Γιατί προσέχεις τόσο», να λέει η άλλη. «Φοβάσαι μην χαλάσεις τα ακριβά καινούργια σου», να επιμένει η Ιωάννα. «Έτσι είναι τα πλουσιοκόριτσα», να προσθέτει καλοπροαίρετα η Κάτια. «Ναι, σιγά μην ζηλέψουμε», να επανέρχεται η Ιωάννα. «Λες και δεν ξέρουμε πως έχει κάνει τα λεφτά ο κύριος Σόλων…», να ειρωνεύεται παράξενα δηκτική για πρώτη φορά, «…κι οι δικοί μας πατεράδες αν έκαναν τα ίδια κι εμείς θα φορούσαμε ίδια και καλύτερα».

«Τι θες να πεις;» θύμωσε η Βιργινία και σταμάτησε να καθαρίσει χόρτα και χλωρά αγκάθια από την ποδιά της. «Προσπαθώ να πάω καθαρή ώστε να μπορώ να έρχομαι μαζί σας», εξήγησε και συνέχισε πως «όμως η Ιωάννα όφειλε να της εξηγήσει αυτό που είπε για τον πατέρα της».

Η Μιχαήλα, αμίλητη, είχε καθίσει στα σκαλιά του μύλου. Από τα μάτια της περνούσαν εικόνες καταστροφής. Εικόνες απωθημένες στο μυαλό της, ξανάρχονταν κι από κομμάτια ενώνονταν να γίνουν φρίκη. Η φρίκη των μεγάλων. Των γονιών και της γιαγιάς της. Και φρίκη ήσαν οι κραυγές. Κραυγές αναταραχής που δεν γνώριζε να την αντιμετωπίσει διαφορετικά παρά με το κλάμα παιδιού. Μικρό παιδί ήταν. Πολύ μικρό. Από αγκαλιά σε αγκαλιά, από δάκρυ σε δάκρυ, από κατάρα σε κατάρα είχε ταξιδέψει το βράδυ εκείνου του χαμού. Και σίγουρα θα τα είχε ξεχάσει ακόμη και αυτά, αν στο σπίτι κάθε τόσο και σε ακατάλληλες ώρες δεν λέγονταν λόγια ψιθυριστά. Αρχικά φυσικά και ήταν ακατανόητα. Μεγαλώνοντας κατάλαβε. Πως τότε με τη μεγάλη νεροποντή των εφτά ημερόνυχτων, ο μόνος υπαίτιος για όλη εκείνη την καταστροφή ήταν ένας. Ο Σόλων Κανιστριώτης. Ο πατέρας της φίλης τους.

«Λες και δεν ξέρουμε πως έχει κάνει τα λεφτά ο κύριος Σόλων», επαναλάμβανε πάλι κακότροπα η Ιωάννα και ενώ η Βιργινία εξακολουθούσε να περιμένει την εξήγηση, η Μιχαήλα άρχισε να σκέφτεται πως η φιλία όλων τους επρόκειτο να κινδυνέψει για κάτι που είχε γίνει πολλά χρόνια πριν.

«Όλοι ξέρουν πως τα έκανε τα λεφτά. Η επειδή δεν μιλάνε; Ρώτα τον νουνό σου που είχε κάνει και το υπόγειό του αποθήκη για κλεψιμαίικα», αποφάνθηκε εντέλει σκληρά η Ιωάννα κι η Βιργινία είχε ορμήσει πάνω της με νύχια και δόντια.

«Μην λες τέτοια για τον πατέρα μου και τον νουνό μου», φώναζε κλαίγοντας και –πράγμα ξένο για την Βιργινία που ήξεραν– αρπάζοντας την άλλη από τα μαλλιά, σέρνοντάς την κάτω, στα χόρτα τα αγκάθια και στις λάσπες που πάσχιζαν να στεγνώσουν στον ήλιο, την ίδια στιγμή που η μεν Διδώ και η Μιχαήλα ανάσαιναν με ανακούφιση γιατί δεν θα πήγαινε το κακό τόσο πίσω – τότε που χάθηκαν δυο ζωούλες αλλά και κινδύνεψαν δεκάδες άλλες. Oι υπόλοιπες φίλες θα έτρεχαν να τις χωρίσουν, όταν ξένες φωνές διαπέρασαν τα αυτιά της Διδώς για αυτό και διέταζε με κοφτή φωνή να πάψει κάθε ομιλία και κίνηση.

«Σσσσττττ, κάποιος έρχεται». Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους πανικόβλητες κι όρμησαν άλλη δεξιά, άλλη αριστερά στο μύλο, άλλη εδώ να κρυφτεί, άλλη εκεί να διπλωθεί, να εξαφανιστούν πριν οι φωνές οι αντρικές, γίνουν αληθινοί άντρες πέντε τον αριθμό που τραβώντας μουλάρια φορτωμένα με σακιά έφταναν κάθιδροι.

Κάθιδροι τραβούσαν οι άντρες τα κάθιδρα μουλάρια.

«Τα παραφορτώσαμε», είπε ο ένας.

«Γι’ αυτό τα ταΐζουμε», είπε ο άλλος κι έριξε με το πόδι του μια στην κοιλιά του ζωντανού.

«Καλύτερα να ανοίξουμε ένα δρόμο να ανεβαίνει το φορτηγάκι ως εδώ», πρότεινε τρίτη φωνή.

«Αν ανοίξουμε δρόμο θα είναι σαν να λέμε ελάτε πιάστε μας», απάντησε τέταρτη, γνωστή φάνηκε, σούρσιμο ακούστηκε πίσω από τα χόρτα. «Τι ήταν αυτό», ρώτησε ένας. «Καμία σκουνταρέλλα τι άλλο», απάντησε τέταρτος. «Εσύ τι λες αφεντικό;» επανήλθαν στα πρότερα. «Δοκιμαστικά πάμε, βήμα-βήμα. Αν αποδειχτεί ασφαλές, θα σκεφτούμε τι θα γίνει. Όπως κάναμε τόσες φορές ως τώρα. Μην βιάζεστε. Μπορεί και να μην αποδώσει. Όλα στην ώρα τους».

Εξακολούθησαν για ώρα.

Στασινού, Ελένη
Η Ελένη Στασινού γεννήθηκε στην Πάτρα το 1948, από εργατική οικογένεια, γεγονός που θεωρεί απολύτως τιμητικό. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στo Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έργα της είναι οι ποιητικές συλλογές «Οι οδύνες της μετάλλαξης» και «Πιο πέρα», τα μυθιστορήματα «Η κουμπάρα η Μαργαρίτα», «Απόδραση προς το φως», «Ο Στέφανος του ελαιώνα», «H Aγία πόρνη της καρδιάς του» (best seller 2001), «H αυτοκρατορία των δήθεν», «Οντισιόν», «Νύχτες υποταγής», ενώ συμμετέχει στο συλλογικό «Το λιμάνι της ζωής μου». Το 2011 «Η Γυναίκα Των Δελφών» επιλέγεται από το INSULA EUROPEA (με άλλες επτά συγγραφείς από την Ευρώπη,) ως αντιπροσωπευτικό έργο Ελληνίδας συγγραφέως, στις εκδηλώσεις Voci femminili inedite dall’Europa. Δικά της έργα είναι επίσης «Ο Χορός των Κρυστάλλων», ιστορικό μυθιστόρημα, και «Οι Πιρογιέρηδες του έρωτα», παραμύθι για μεγάλους που εκδόθηκαν το 2015.
Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.