Άννα τώρα κοιμήσου

Άννα τώρα κοιμήσουΣυγγραφέας: Παπαγεωργίου Γ. Κώστας

8,20€

Άμεσα διαθέσιμο
Τρία πρόσωπα, ένας άντρας και δύο γυναίκες. Θα μπορούσε να είναι απλώς μια ιστορία αγάπης, ένα μυθιστόρημα για έναν διχασμένο ανάμεσα σε δύο αγάπες άντρα. Ωστόσο, ο εσωτερικός μονόλογος, η ειλικρινής εξομολόγηση, τα θραύσματα προτάσεων, οι ασυναίσθητες επαναλήψεις, το παιχνίδι μεταξύ συνειδητού και υποσυνείδητου, μεταξύ του ολοκληρωμένου και του ματαιωμένου το καθιστούν μια βαθιά ψυχογραφική κατάδυση, με καμβά την αντίθεση ανάμεσα σε μια σχέση επιφανειακή και καθαρά σαρκική και μια άλλη μάλλον εφηβική, ειδυλλιακή και ψυχική. Από τη μία η Φιλιώ μια νέα, εντυπωσιακή κοπέλα που όμως –για τον αφηγητή– δεν είναι παρά το υποκατάστατο της Άννας, μιας μορφής που εμφανίζεται εξιδανικευμένη στον αναγνώστη, σχεδόν άσπιλη πίσω από το πέπλο με το οποίο την τυλίγει ο αφηγητής. Ο τελευταίος, κυνικός όσον αφορά τη Φιλιώ, ευγενικός και προστατευτικός απέναντι στην Άννα. Ώριμος και ψυχρός απέναντι στη Φιλιώ, έφηβος και αδέξιος απέναντι στην Άννα, ένας ήρωας με τάσεις φυγής από το τώρα του και νοσταλγικής επιστροφής στο χθες του.

“Tο τέλος του μυθιστορήματος είναι αντίστοιχο σε δύναμη με την εξέλιξή του, βασανιστικό [...] οι επαναλήψεις ως αφηγηματική τεχνική επιδέξια συμφύρουν τις χρονικές εκτάσεις του παρελθόντος και ανακυκλώνουν τον χρόνο της αφήγησης. Ίσως όμως να βρίσκεται εδώ, σ’ αυτά τα ψήγματα μνήμης που σχηματίζουν ανάκατα και ατελέσφορα λεκτικά κατάλοιπα, όλη η ουσία ενός βιωμένου έρωτα που μια πραγματίστρια όπως η Φιλιώ δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει. Γιατί μέσα σ’ αυτή κρύβεται απέραντη σκληρότητα και οδύνη. Άλλωστε, έχει ανάγκη ο έρωτας από αυταπόδεικτες αλήθειες;”
Δ. Τσατσούλης (ΤΟ ΒΗΜΑ) 

“Η ιστορία αναπτύσσεται παράλληλα μέσα σ’ ένα παρόν που με τη δράση του λειτουργεί κυρίως ως ένα μυθιστορηματικό σκηνικό μέσα στο οποίο ξετυλίγεται η πραγματική ιστορία ... Η τεχνική αυτή υπηρετεί παράλληλα τόσο την ανάπτυξη της πλοκής, όσο και την υπογράμμιση της ιδανικότητας του παρελθόντος σε σχέση με την ευτέλεια του παρόντος”.
Βαγγέλης Αθανασόπουλος (περ. ΑΝΤΙ)


Το ερωτικό παραλήρημα ενός ώριμου ματαιωμένου άντρα που ανάμεσα σε δύο γυναίκες –μία συνομήλική του και μία πολλά χρόνια νεότερή του· μία διαρκώς παρούσα, παρά τη σωματική της απουσία και μία απούσα, παρά το γεγονός ότι συμμετέχει ενεργά όσο διαρκεί η αφήγηση– βυθίζεται στα επικίνδυνα και σκοτεινά νερά της μνήμης, φέρνοντας στο φως πολύτιμα κομμάτια της περασμένης ζωής του. Προσπαθώντας να συναρμολογήσει σκόρπιες στιγμές και εικόνες μιας τελειωμένης ερωτικής ιστορίας, προκειμένου να δημιουργήσει ερείσματα ύπαρξης στο παρόν και να δικαιωθεί στα μάτια του άλλου. Και συνειδητοποιώντας, όσο διαρκεί η καταβύθιση και η αφήγησή του, ότι το θαύμα του έρωτα δεν μπορεί να έχει διάρκεια· ότι ο έρωτας, ερήμην των εκάστοτε πρωταγωνιστών του, αυτοπυρπολείται ανάμεσα σε δύο στιγμές. Η μία στιγμή είναι αυτή της γέννησής του και η άλλη του θανάτου του· το ενδιάμεσο διάστημα δεν είναι παρά ένα διάστημα  χειμερίας νάρκης, κατά τη διάρκεια του οποίου τον πρώτο λόγο έχουν η συνήθεια, η ψευδαίσθηση και οι αυταπάτες.
Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-446-139-4
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2015
Πρώτη έκδοση: 2015
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14 x 21
Σελίδες: 192
«Εσύ στις δέκα λέξεις που θα πεις οι πέντε έχουν να κάνουν με τη μνήμη», λέει η Φιλιώ απέναντι μου καθισμένη στο τραπέζι εκεί που τρώγαμε κι εγώ κρατούσα κάτω από το τραπέζι αλλά με τρόπο το χαρτί με λίγες λέξεις που ήθελα να πω αλ-λά δεν τις έστειλα την τελευταία στιγμή, κι ας είχα αποφασίσει να τις στείλω. Γιατί δεν ξέρω τι με κράτησε την τελευταία στιγμή και δεν τις έστειλα, αφού όταν τις έγραφα ήμουν αποφασισμένος ότι ναι, και μάλιστα ξεκίνησα για να τις στείλω αλ-λά τι μ’ έπιασε και το μετάνιωσα την τελευταία στιγμή, μπορεί αν τις έστελνα ότι « Άννα σε αγαπώ από πάντα όσο ποτέ» να ήταν αλλιώς τώρα τα πράγματα. Και όπως τσαλάκωνα στο χέρι μου με τρόπο κάτω από το τραπέζι το χαρτί τις λέξεις που δεν έστειλα ότι « Άννα σε αγαπώ κτλ.», ακούω μίλησε η Φιλιώ γιατί κάτι έλε-γε σαν να μονολογούσε ότι «ο άνθρωπος» μου λέει «πρέπει να έχει το κουράγιο να ξεφεύγει από τις μνήμες του» κι ότι «ειδαλλιώς»· εγώ κοιτάω με τρόπο κάτω από το τραπέζι το τσαλακωμένο μου χαρτί και τη ρωτάω να συνεχίσει «τι ειδαλλιώς», γιατί σταμάτησε· κι αυτή μου λέει ότι «ειδαλλιώς αν θες να ξέρεις χάνει την επαφή του με το σήμερα», μου λέει. «Τι λες», της λέω τότε εγώ αλλά χαμογελώντας σαν ειρωνικά και με το βλέμμα μου στις λέξεις ότι « Άννα σε αγαπώ κτλ.», κι εκεί που είναι έτοιμη να συνεχίσει αυτό που άρχισε δεν την αφήνω εγώ παρά κοιτάζοντάς την «άκου», της λέω, «αν θες να ξέρεις εκεί που τελειώνουν οι μνήμες μου αρχί-ζουν οι δικές σου». Κοιτάζει αυτή σαν παραξενεμένη, δεν κατάλαβε και «μάλι-στα» της λέω «εκεί που οι μνήμες μου τελειώνουν, μπορεί κι ακόμα πιο ύστερα αρχίζουν οι δικές σου». Κοιτάζει αυτή κι εγώ τελειώνοντας «τι να τις κάνω εγώ τις μνήμες σου», μου λέει, «μνήμες και πράσινα άλογα, εγώ το μόνο που έχω σίγουρα δικό μου είναι το σώμα μου κι αυτό δεν έχει μνήμες παρά μόνο επιθυμίες, αλλιώς είναι νεκρό αλλ’ από μνήμες-». Τι κάθεται και λέει τώρα αυτή, τη διακόπτω εγώ από μέσα μου, που εγώ το σώμα μου θυμότανε την Άννα σαν νερό, τι κάθεται και μου αραδιάζει τώρα αυτή αλλά δεν της μίλησα, της λέω μονάχα ότι «λοιπόν έχεις μεσάνυχτα απ’ αυτά» κι αυτή μου λέει σαν να την πρόσβαλα ότι «γι’ αυτό νομίζω είναι καλύτερα να σταματήσουμε, δεν πρόκειται να καταλήξει πουθενά αυτή η συ-ζήτηση και στο κάτω της γραφής-», εγώ στο «κάτω της γραφής» κοιτούσα κάτω από το τραπέζι το τσαλακωμένο μου χαρτί ότι «Άννα σε αγαπώ από πάντα όσο ποτέ», μου λέει λοιπόν αυτή ότι «στο κάτω της γραφής εγώ ούτε τα όνειρα μου δεν κατάφερα ποτέ να θυμηθώ. Ξυπνάω και τ’ όνειρο καπνός, ούτ’ ένα πρόσωπο, μια φράση, τίποτα, κενό εντελώς».
Μιλώντας έτσι για τα όνειρα η Φιλιώ, πως δε θυμάται τίποτα το πρωί ξυπνώντας και όλ’ αυτά, μου πέρασε μια ιδέα απ’ το μυαλό να την εκδικηθώ, που εγώ με τα όνειρα –αλλά και η Άννα το ίδιο πίστευε στα όνειρα– και  λέω λοιπόν τώρα θα δεις εσύ με τα όνειρα αλλά από μέσα μου, οπότε αφήνοντας να πέσει κάτω το χαρτί πέφτω με ορμή στο κεφαλάκι που είχε αρχίσει να κρυώνει πια τόση ώρα εκεί μπροστά ούτε που το άγγιξα. Πέφτω λοιπόν με ορμή στο κε-φαλάκι αρχίζοντας από τα μάτια του που τα έβγαλα μ’ ένα άγριο στρίψιμο του πιρουνιού και αφήνοντας τις κόγχες του αδειανές, νεύρα και λίπη έτσι που κρέ-μονταν προεξέχοντας στις άκρες τους· μετά τη γλώσσα σύρριζα αφαιρώ και αφού επιδέξια πρώτα τεμαχίσω γδέρνω τον ουρανίσκο, αφήνοντας για το τέλος το μυαλό που άθικτο έβγαλα τυλιγμένο στη μεμβράνη του με στίγματα αίμα και τα καταβροχθίζω όλα όσο να πεις. Αυτή ταράχτηκε από το θέαμα όσο κράτησε, την έβλεπα κατά διαστήματα λοξά γι’ αυτό το ξέρω ότι ταράχτηκε με το θέαμα αλλά δε μίλησε να πει, έμεινε αμίλητη· δεν έφαγε όμως, τίποτα δεν άγγιξε απ’ το πιάτο της, μόνο έβλεπε τους επιδέξιους χειρισμούς μου ίσως μορφάζοντας, όπως την έβλεπα λοξά κατά διαστήματα. Γι’ αυτό και λέω ότι ταράχτηκε και τίποτα δεν άγγιξε απ’ το πιάτο της, ώσπου σε μια στιγμή «ώρα να φύγουμε» μου λέει αγέλαστη εντελώς και βάζοντας στα χείλη της κραγιόν. «Πες του να φύγουμε είναι αργά». «Τι αργά;» της λέω «ακόμα ούτ’ ένδεκα δεν είναι» κρύ-βοντας το γέλιο μου «άκου αργά, ούτ’ ένδεκα δεν είναι ακόμα και είμαστε στην εξοχή» της λέω «μην το ξεχνάς, τώρα αρχίζουν οι άνθρωποι να βγαίνουν. Άκου αργά». Τώρα βιδώνει το κραγιόν και πιέζοντας τα χείλη της για να το απλώσει βγάζει τσιγάρο, ανάβει, φυσάει τη ρουφηξιά του ανάμματος και όπως φυσάει κατάμουτρα στο πρόσωπο μου λέει «σκουπίσου, έχεις μυαλά στο στόμα σου» και το «έχεις μυαλά στο στόμα σου» μου το είπε χαμογελαστή και σαν ειρωνικά όπως την κατάλαβα. Σκουπίστηκα, πήρα τσιγάρο το άναψα, αλλά με λιγδιασμέ-να χέρια όπως το κράτησα λαδώθηκε όλο και το πέταξα, γιατί ήτανε πικρό ε-πειδή κολλούσανε τα δάχτυλα μου από τα λίπη και το πέταξα. Πετώντας το ύ-στερα όταν έσκυψα ελαφρά να το πατήσω εκεί στο χώμα το σβολιασμένο ακό-μα από το πότισμα του απογεύματος, παίρνει το μάτι μου τσαλακωμένο το χαρ-τί που είχα πετάξει λίγο πριν με όλες τις λέξεις που δεν έστειλα ότι « Άννα σε αγαπώ από πάντα όσο ποτέ» που είχα ξεχάσει· όχι τις λέξεις, το χαρτί, όταν α-κούω τη Φιλιώ να λέει πεσμένα τώρα ότι «γιατί να ψυχραινόμαστε χωρίς αιτία γι’ αυτά» και «αφού στο κάτω της γραφής» ακούω να λέει, «δεν έχει νόημα θες να πεις;» την κόβω εγώ κι αυτή μου λέει «ε ναι, δεν έχει νόημα, κι αν θες τη γνώμη μου» συνέχισε η Φιλιώ «νομίζω ότι υπερβάλλεις όλο με το παρελθόν και με τις μνήμες μα έννοια σου», μου λέει χαμογελώντας σαν υπονοούμενα «και ξέρω εγώ τον τρόπο να σε πείσω. Ας πάμε πρώτα στο ξενοδοχείο και θα δεις», μου λέει χαμογελώντας υπονοούμενα η Φιλιώ. Εγώ μου ήρθε τότε να της πω ότι όχι, αλλά δεν έβρισκα τα λόγια που ήθελα να της το πω επειδή φοβήθηκα, όπως το είχα κιόλας φοβηθεί από την αρχή ότι χωρίς την Άννα οι λέξεις-, θέλω να πω χωρίς την Άννα οι λέξεις που μου χρειάζονται για να μιλάω κανονικά και που μου ανήκαν κάποτε μα τώρα πια έχω στερηθεί μπορεί για πάντα. Γιατί το είχα κιόλας φοβηθεί ότι εντάξει τέλος η Άννα, όμως εγώ πώς θα μπορέσω να ξανα-μιλήσω, που κι αν μπορέσω πώς, τι θα μπορώ να πω αν ξαναμιλήσω, τι θα έ-χουν δει τα λόγια που θα ξαναπώ, από πού θα βγουν και από τι δάκρυα, τι υγρά θα είναι λερωμένα και πώς θα τα ξεπλύνω εγώ μετά για να μη φθάνουνε στα χείλη μου έτσι ακάθαρτα.


“Tο τέλος του μυθιστορήματος είναι αντίστοιχο σε δύναμη με την εξέλιξή του, βασανιστικό [...] οι επαναλήψεις ως αφηγηματική τεχνική επιδέξια συμφύρουν τις χρονικές εκτάσεις του παρελθόντος και ανακυκλώνουν τον χρόνο της αφήγησης. Ίσως όμως να βρίσκεται εδώ, σ’ αυτά τα ψήγματα μνήμης που σχηματίζουν ανάκατα και ατελέσφορα λεκτικά κατάλοιπα, όλη η ουσία ενός βιωμένου έρωτα που μια πραγματίστρια όπως η Φιλιώ δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει. Γιατί μέσα σ’ αυτή κρύβεται απέραντη σκληρότητα και οδύνη. Άλλωστε, έχει ανάγκη ο έρωτας από αυταπόδεικτες αλήθειες;”
Δ. Τσατσούλης (ΤΟ ΒΗΜΑ) 

“Η ιστορία αναπτύσσεται παράλληλα μέσα σ’ ένα παρόν που με τη δράση του λειτουργεί κυρίως ως ένα μυθιστορηματικό σκηνικό μέσα στο οποίο ξετυλίγεται η πραγματική ιστορία ... Η τεχνική αυτή υπηρετεί παράλληλα τόσο την ανάπτυξη της πλοκής, όσο και την υπογράμμιση της ιδανικότητας του παρελθόντος σε σχέση με την ευτέλεια του παρόντος”.
Βαγγέλης Αθανασόπουλος (περ. ΑΝΤΙ)

Παπαγεωργίου Γ. Κώστας

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει δεκατέσσερα βιβλία ποίησης, έξι αφηγήματα και έξι βιβλία κριτικής και δοκιμίου. Συνδιευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό ποίησης "Τα Ποιητικά". Το 2001 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το Βραβείο Ποίησης του Περιοδικού "Διαβάζω" για την ποιητική συλλογή "Κλεμμένη ιστορία", το 2009 με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου και το 2013 με το Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας του περιοδικού "Διαβάζω" για το αφήγημα "Νερό".
Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.