Άστεγοι

ΆστεγοιΣυγγραφέας: Γιαννάκος, ΚωνσταντίνοςΑναμένεται 19/09/2022

18,50€

Σύντομα Διαθέσιμο

Ποιος φοβάται τα βιβλία;

Δυο άστεγοι που διαμένουν στο πάρκο Φινοπούλου περνούν τις ώρες τους στο πεδίο του Άρεως διαβάζοντας βιβλία. Ένα από αυτά είναι οι «Άστεγοι». Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης υποψιάζονται ότι είναι και ήρωες του μυθιστορήματος. Είναι τελικά; Εκεί χάνονται τα όρια ανάμεσα σε αφηγητές, αναγνώστες και ήρωες. «Αρνούμαι να γίνω ήρωας αυτής της ιστορίας… θέλω να φυλάξω τον αθώο αναγνώστη μέσα μου», φωνάζει ο Σολ.

Δυο παρέες, δυο γενιές συναντιούνται στα ένδοξα χρόνια του χρηματιστηρίου και συγκρούονται στα χρόνια των μνημονίων και στη Μεγάλη Συγκέντρωση. Στο χωνευτήρι της Ιστορίας είμαστε όλοι τροφή: κενόδοξοι και βολεμένοι, επαναστάτες και ρομαντικοί, λαμόγια και αξιοπρεπείς, θρύλοι όπως τα άφιλτρα Santέ.

Ο Πέτρος και ο Θωμάς γκρεμίζουν στερεότυπες αντιλήψεις, προτείνουν να αλλάξουμε πριν παραστεί ανάγκη, φωτογραφίζουν το όνειρο. Ζητούν να κόψουμε όλα τα σκοινιά που κρατούν το αερόστατο αγκυρωμένο στο παρελθόν, να το αφήσουμε να ταξιδέψει στον δικό του καιρό, με τους δικούς του ανθρώπους, τα δικά τους οράματα, τη δική τους σχεδία.

Έργα: Τζούχας, Νίκος
Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-606-212-4
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2022
Ενιαία Τιμή Βιβλίου: ΝΑΙ
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14Χ21
Σελίδες: 360
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Η φρατζόλα και το βιβλίο   
Το πρώτο όνειρο του Θωμά    
Οδοκαθαριστής    
Quo vadis, Πέτρο;    
Μαρία και Νίκη    
Ευνουχισμένο ρομπότ   
Στοά αθανάτων    
Τέχνη και ζωή   
Ανισόρροποι   
Τα σύμπαντα τέμνονται;   
Το αερόστατο   
Το φίλτρο της ποίησης   
Αρνούμαι   
Μου αρέσει, δε μου αρέσει   
Συνομιλία με τον πατέρα   
Τρία τέταρτα   
Θα δω τι θα κάνω…   
Αυθαίρετο   
Ο Καντ δεν ήταν τζογαδόρος   
Luxembourg   
Ο θάνατος της μάνας   
Το πάρτι   

Ζωή και τέχνη   
Κώστας και Θωμάς   
Μπάτσος με προβοσκίδα   
Στην παγίδα του χρόνου   
ΑΤΜ   
Το παιδί   
Το σκάρφι   
Ο φάρος   
Η ζωή είναι τέχνη  

Τα σύμπαντα τέμνονται;

Ο ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟΣ ΥΠΝΟΣ ΔΙΑΚΟΠΗΚΕ από τη μεγαλύτερη ανάγκη ενός παιδιού το καλοκαίρι· να απολαύσει ένα ακόμη παγωτό πριν το φθινόπωρο φέρει τα πρώτα «μη» μαζί με τα πρωτοβρόχια και το σχολείο. Οι μπίρες έκαναν αργές τις κινήσεις μας. Η καφεΐνη θα βελτίωνε την κατάσταση. Το βράδυ η Μαρία ζήτησε να πάμε σε ένα μπαράκι για να γιορτάσουμε τα κέρδη από το χρηματιστήριο. Το Ψαροπούλι ήταν ένας ήσυχος τόπος ποτισμένος με μια μυστική υπόκωφη ενέργεια. Ένας φορέας αυτής της κρυμμένης δύναμης έμοιαζε να είναι ο «Ανισόρροπος», ένας χώρος πειρατικά διακοσμημένος που ταξίδευε τους θαμώνες εκεί που δε θα μπορούσαν να πάνε στην ξύπνια τους ζωή, παρέα με γυναίκες και άντρες μιας άλλης κατηγορίας.
Μετά από το μεσημεριανό φαγοπότι μάς αρκούσε ένα σουβλάκι στο χέρι. Το φάγαμε και χωθήκαμε στο μπαράκι με το, αν μη τι άλλο, πρωτόγονο όνομα. Το πιο ιδιαίτερο στοιχείο του ήταν οι κιτς πινελιές στη διακόσμησή του όπως για παράδειγμα ένας τροχός κάρου φωτισμένου με πολύχρωμα λαμπιόνια δίπλα στην πειρατική σημαία-σύμβολο του καταστήματος. Η Μαρία, όπως τότε στο Καλλιμάρμαρο, με φιλούσε, με αγκάλιαζε, χοροπηδούσε σαν αγριοκάτσικο τριγύρω μου. Τα παιδιά πήραν αναψυκτικά, εγώ τζιν φις και η Μαρία βότκα πορτοκάλι. Απλώσαμε γυμνωμένα τα πόδια να δείχνουν μπροστά κατά τη θάλασσα και αφήσαμε πίσω τις έγνοιες. Ο καθένας βέβαια ήταν στον δικό του κόσμο, αλλά τουλάχιστον ήμασταν όλοι κάτω από τον ίδιο ουρανό.
Peter Tosh και UB40 για την ώρα ζέσταιναν τα αυτιά μας και στέγνωναν την υγρασία του χειμώνα μας. Συσκεύαζαν σε πολυτελείς κονσέρβες την ομορφιά να την ανοίγουμε τα μονότονα βράδια στο διαμέρισμα του Γκύζη συντροφιά με ένα ποτήρι κονιάκ και τυπωμένες φωτογραφίες. Απολάμβανα τη μουσική, μπήκα στον ρυθμό της ρέγκε και τον μετέδιδα στα χαμογελαστά παιδιά μας. Εκείνα πήγαιναν και έρχονταν στη θάλασσα και κουβαλούσαν βότσαλα, κοχύλια και γιαλόξυλα. Έστηναν το σπίτι τους μπροστά από το τραπέζι μας ανεβοκατεβαίνοντας ασταμάτητα τα τριάντα μέτρα μέχρι την παραλία. Το μπαράκι γέμιζε σιγά-σιγά.
Η Μαρία φερόταν σαν κότερο δεμένο χρόνια σε λιμάνι· έτοιμα πάντα τα πανιά για να ξεφύγει από τα δεσμά που την κρατούν κλεισμένη σε μια δουλειά, σε μια οικογένεια, σε έναν απαίσιο εαυτό. Μάτια παντού, να ψάχνουν ένα σήμα, να σηκωθεί, να ορτσάρει κατά πάνω του, αγνοώντας τα κύματα και τον αγέρα. Αν και χαμένη στη βότκα και στις ειδήσεις του χρηματιστηρίου –δεν αποχωριζόταν το κινητό της τηλέφωνο και τη σύνδεση με τα νέα του− είχε στήσει τις κεραίες της στις παρέες που ήδη σκορπούσαν τα αρώματά τους στην ατμόσφαιρα.
Οι κεραίες ήταν ακόμη ένα από εκείνα που θα τη συνέδεαν με τον Μιχάλη. Εκείνη την ώρα έμπαινε φουριόζος στον «Ανισόρροπο» αγκαλιά με την Ελένη· με τον Μιχάλη, αλλά και με όλους τους τύπους σαν αυτόν που φορούσαν μόνιμα κεραίες στο τριχωτό της κεφαλής τους, σημάδι απομεινάρι της έντομης συμπεριφοράς τους, δηλαδή μιας εναγώνιας προσπάθειας απόκτησης επαφής –θες για αναπαραγωγή θες για προφύλαξη– με οτιδήποτε κινιόταν στο πεδίο εμβέλειάς τους, τη συνέδεε αυτό ακριβώς· δεν μπορούσαν να μένουν μόνοι τους, με τον εαυτό τους. Άλλο ένα κοινό χαρακτηριστικό ήταν κι ο χαβαλές χωρίς λόγο και αιτία· μια ασύνειδη ευθεία διακωμώδηση του ίδιου τους του εαυτού, δείγμα μιας ιδιόρρυθμης προσπάθειας για χτίσιμο αυτοπεποίθησης υπό συνθήκες που κανείς δε θα μπορούσε να παρεξηγήσει. Αλλά γι’ αυτό ίσως μιλήσω αργότερα.
Ανήκε η Μαρία σε μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, αυτών που φέρουν κεραίες ακριβώς σαν εκείνες των εντόμων, που κουνιούνται ασταμάτητα ακόμη και στον ύπνο τους. Ανήσυχοι άνθρωποι, άνθρωποι του πλήθους, της μάζας θα τολμούσα να πω, που σπάνια κοιτούν προς τα μέσα τους. Γι’ αυτό «εκπέμπουν» διαρκώς και αναζητούν σήματα. Το μέσα τους ίσως είναι ισχνό, αδύναμο να τους αντέξει, και στρέφουν προς τα έξω την προσοχή τους.
Άκουσε τον Μιχάλη να μιλάει για την κλασική ομορφιά στο πακέτο Sante. Ο Μιχάλης άκουσε τη Μαρία να μιλάει για τη σταθερή αξία των τραπεζών. Οι συχνότητες συντονίστηκαν, οι ματιές ανταλλάχτηκαν εκεί, ανάμεσα σε γουλιές Screw driver και Bacardi cola.
Έτσι οι τέσσερις γίναμε δέκα· μια παρέα όλοι μαζί, «Αθηναίοι» απ’ του Γκύζη, τα Εξάρχεια, την Κυψέλη, τα Πατήσια. Τώρα από πού κρατούσε η σκούφια μας… αυτό ήταν αδιάφορο προς το παρόν τουλάχιστον.
«Εσείς δεν ήσασταν στο ουζερί το μεσημέρι;» πέταξε αποκωδικοποιημένο το σήμα η Μαρία.
«Και να θέλαμε να κρυφτούμε, δεν μπορούμε μ’ αυτόν τον χοντρομαλάκα».
Έδειξε τον Μιχάλη ο Πέτρος κρύβοντας μια έτσι κι αλλιώς ανεπαίσθητη ντροπή για τον φίλο του σε ένα αμήχανο χαχανητό που συνόδευσε την τελευταία λέξη της φράσης του και καθόλου δεν τον κολάκευε.
Τα έντομα σκόρπισαν στα γέλια· τραντάζονταν τα χέρια και τα πόδια τους και έδειχναν πιο γελοία από ό,τι ήταν. Δε γύρισαν ανάσκελα, αν και τίποτε δεν το απέκλειε να συμβεί. Με κατέλαβε προς στιγμή αυτό το σκαληνό συναίσθημα, η ιδιότυπη εσωτερική κατάσταση που την είχα βαφτίσει «συναισθηματικό εμετό» και την εκλάμβανα ως ασύμμετρη απειλή. Έσκυψα στα τσιγάρα μου και προσπάθησα να συγκεντρώσω τις δυνάμεις μου για να υπερνικήσω τον μόνιμο εκνευρισμό μου από παρόμοιες σκηνές. Με βοήθησε ο λίγος χρόνος, η καλοκαιρινή αύρα και το redemption song, αυτό το τραγούδι της ελευθερίας που ταξίδεψε απόψε για χάρη μου από τη Τζαμάικα στο Ψαροπούλι της Βόρειας Εύβοιας. «Απελευθερωθείτε από την πνευματική σκλαβιά. Κανείς, παρά μόνο εμείς μπορούμε να απελευθερώσουμε το πνεύμα μας». Είχα πετύχει αρκετά πράγματα, αλλά ήμουν πολύ μακριά από το να μιλάω για αυτοέλεγχο.
Ακούστηκαν όλα τα ονόματα· Φανή, Πέτρος, Θοδωρής, Μιχάλης, Ελένη, Δέσποινα. Και μετά Μαρία και Θωμάς. Και τα παιδιά, παιδιά. Τι να θυμηθώ; Μέχρι να ακουστεί το τελευταίο όνομα είχα ξεχάσει το πρώτο. Μετά ακολούθησαν και άλλες τυπικές ερωτήσεις «πώς βρεθήκατε εδώ, πού μένετε, πού τρώτε…» και σε λίγη ώρα, με αφορμή ένα τραγούδι ή τον ενθουσιασμό που προκαλούσε μια γερή δόση αλκοόλ άρχισαν οι πιο βαθιές κουβέντες.
Η Φανή είχε σπουδάσει οικονομικά και τώρα έκανε το μεταπτυχιακό της στην Αγγλία, η Ελένη ήταν χημικός και η Δέσποινα τοπογράφος. Κανένα από τα κορίτσια δεν εργαζόταν ακόμη· τα χρήματα των γονιών τους ζέσταιναν και δρόσιζαν τα καλοκαίρια και τους χειμώνες. Ο Θοδωρής ήδη δούλευε σε δημοτικό σχολείο κάπου στο κέντρο της Αθήνας και σπούδαζε στη Νομική όπου είχε μπει με κατατακτήριες· δεν είχε συμβιβαστεί απόλυτα με την ιδέα του δασκάλου και πολύ περισσότερο η μάνα του που «με ήθελε για κάτι πιο ψηλά». Ο Μιχάλης, πωλητής, εμποροϋπάλληλος. Ομορφούλης και επικοινωνιακός, έδειχνε ότι μόνο γι’ αυτή τη δουλειά είχε γεννηθεί. Η Μαρία δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό της, όπως πάντα όταν κάποιος ακουμπάει κάτι δικό της, είτε αυτό είναι ένα βαθύ συναίσθημα είτε μια απλή επιθυμία της για ένα παγωτό, μια μπίρα ή μια απροκάλυπτη κολακεία.
«Ο πατέρας μου με τα κονέ του στο κόμμα έχει βαλθεί να με χώσει στο ΙΚΑ. Δεν είμαι εγώ για τέτοια· χαρτούρες, κάρτες, μαλακίες, μια ζωή να περιμένω τον μισθουλάκο μου. Δικαστικός υπάλληλος ο μπαμπάς, μέχρι εκεί και τα όνειρά του για μένα. Με στρίμωξε και στη ΣΒΙΕ για να με βάλει στον σωστό το δρόμο…»
Κανείς δεν αμφέβαλε, ούτε οι πέντε συμμαθητές ούτε εγώ και η Μαρία, ότι ο Μιχάλης ήταν ο τύπος του αέρα όπως τον ξέρουμε να φυσά αιώνες τώρα στο Αιγαίο και μια να κατεβαίνει, βοριάς ανέμελος, απ’ τα Στενά και μόλις ξέπνοος αφήνει την τελευταία του ανάσα να δίνει τη θέση στον έρωτα νοτιά που κουβαλάει την πεθυμιά της Άφρικας. Ήταν το ύφος, τα λόγια και το παρδαλό του φέρσιμο που τον πρόδιδαν.
Η Ελένη και η Δέσποινα έδειχναν να απολαμβάνουν τη συντροφιά από κάποια απόσταση. Η Φανή είχε βολευτεί στην αγκαλιά του Πέτρου ενώ εκείνες συζητούσαν προβληματισμένες.
«Όταν κουραζόμαστε να ψάχνουμε, να αναζητάμε, αφηνόμαστε στον θεό».
Ήρθε αναπάντεχα να καλύψει ένα κενό στη μουσική η φωνή της Μπουμπούς, όπως αποκαλούσε τη Δέσποινα η Ελένη και μόνον αυτή. Την κοίταξα αιφνιδιασμένος παρατηρώντας με προσοχή τα κοκκινόχρωμα μαλλιά της σαν να δικαιολογούσα με αυτήν την παρατήρηση τον εαυτό μου για το ξάφνιασμα· πως ήταν τάχα η πυρόξανθη κόμη της η αιτία και όχι η απροσδόκητη εξομολόγηση μιας γοητευτικής είκοσι-βάλε μηχανικού που λίγο πριν μιλούσε με ατάκες από σίριαλ της τηλεόρασης.
Το κουβεντολόι συνεχίστηκε για ώρες. Οι βότκες και τα ρούμια έδωσαν τη θέση τους στα σφηνάκια. Βλέπεις η μόδα επιβλήθηκε ακόμη και εδώ· αντί να ζούμε τις όμορφες στιγμές που φέρνει η ηρεμία του αλκοόλ, τις μεταμορφώσαμε σε μια διαδικασία αναζήτησης της έντασης μέσα από τη φρενήρη διασκέδαση και, σαν να μην έφτανε αυτό, την επικυρώσαμε με πρωτόκολλο: σφηνάκια για να φτιαχτούμε ακόμη περισσότερο. Ο Μιχάλης είχε σχεδόν ξεφύγει. Η Μαρία μού ζήτησε να βάλω τα παιδιά στο πίσω κάθισμα· είχαν αποκοιμηθεί στις πολυθρόνες. Δεν τόλμησα να της ζητήσω να πάμε για ύπνο. Είχε αρχίσει να γουστάρει ολοφάνερα. Είχε ζαλιστεί και πήγε μια βόλτα να πάρει αέρα. Έμεινα να παρακολουθώ την παρέα να χαβαλεδιάζει. Σε λίγο σηκώθηκε και ο Μιχάλης να πάει για τσιγάρα. Επέστρεψε μετά από ένα τέταρτο με τη Μαρία δίπλα του να προσπαθεί να ισορροπήσει κρατώντας το μπράτσο του.
«Μάλλον δε θα περνούσατε το αλκοτέστ ούτε εσύ ούτε η Μαρία», τους καλωσόρισε η αχρείαστη ατάκα του Πέτρου.
«Κωλόμπατσος του κερατά· μια μέρα θα μας σπάσει τα κεφάλια ο κωλόβλαχος».
Ο Μιχάλης όταν έπινε δε μάσαγε τα λόγια του και πάντα προκαλούσε αμηχανία στην παρέα με την αθυροστομία και τη χοντροκοπιά του. Ο Πέτρος δεν του έδωσε καμιά σημασία, μονάχα γύρισε και φίλησε τρυφερά στο μάγουλο τη Φανούλα του. Ο DJ λες και ήταν στο μυαλό μου, ξαναέριξε στο πλατό το βινύλιο με το Redemption Song. Απελευθερωθείτε από την πνευματική σκλαβιά. Κανείς, παρά μόνο εμείς μπορούμε να ελευθερώσουμε το πνεύμα. Χρόνια τώρα τυλιγμένοι σαν τις σαρδέλες στις κονσέρβες, μέσα στα αλάτια της συντήρησης και των στερεότυπων. Ο Marley ζητούσε τη λύτρωση που μπορεί να προσφέρει η πνευματική ελευθερία και ο Μιχάλης, είκοσι κάτι χρονών «επαναστάτης», υπέφερε ακόμη από μια αρρώστια που μας φύτεψαν εδώ και χρόνια, την αρρώστια της μισητής εξουσίας, εκπροσώπου ενός κράτους που μισεί τα παιδιά του και τα δηλητηριάζει σαν τη Φραγκογιαννού του κοσμοκαλόγερου. Δε λέω, οι αστυνομικοί βαράνε στις διαδηλώσεις όπως βαράγανε και οι δάσκαλοί μας στα σχολεία. Αλλά είναι αυτός λόγος να μισούμε τους δασκάλους; Ήθελα να ρωτήσω τον Θοδωρή γι’ αυτό, αλλά εκείνη την ώρα δεχόταν την επίθεση της Μπουμπούς και κοκκίνιζε ολοφάνερα αμήχανος καθώς αντανακλούσε το χρώμα των μαλλιών της στο πρόσωπό του και η ερωτική πρόκλησή της σκόνταφτε σε κάποιες κρυφές αναστολές του. Η Ελένη παρακολουθούσε, όπως κι εγώ, τον Μιχάλη να φλερτάρει ανεπαισθήτως τη Μαρία και μάλλον δεν αισθανόταν καθόλου όμορφα.
Ήταν μια νύχτα γνωριμίας· ο μάγος χρόνος μάς είχε καλέσει στο πάρτι του και θα αποκάλυπτε, όταν εκείνος θα αποφάσιζε, το γιατί. Εκείνος θα διάλεγε την περίσταση να τμηθούν τα παράλληλα σύμπαντα των ανθρώπων που μέχρι σήμερα το μεσημέρι αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Τα μάτια μου, τα βλέφαρά μου δηλαδή, ανοιγόκλειναν σαν φωτοφράκτης, και κατέγραφαν καρέ-καρέ τα πρόσωπα και τις εικόνες που εξέπεμπαν. Έβλεπα να ξετυλίγεται όλο το φιλμ της καθημερινότητάς μας αυτήν την καλοκαιρινή μέρα και νύχτα. Τι κι αν βρισκόμασταν σε διακοπές; Οι συνήθειες δε διακόπτονται.

 

Ο Κωνσταντίνος Γιαννάκος γεννήθηκε στις Γούβες της Βόρειας Εύβοιας το 1965. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στα πανεπιστήμια Ιωαννίνων και Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης. Ζει στη Χαλκίδα και εργάζεται ως φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Κανήθου της πόλης. Το 2014 κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημά του με τίτλο Ρατζίφ ο Αφγανός (εκδόσεις Bookstars).

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.
 

Δείτε επίσης