Ο οδηγός που άφησε το τρένο στη μέση του πουθενά

Ο οδηγός που άφησε το τρένο στη μέση του πουθενάΣυγγραφέας: Στασινού, Ελένη

9,80€

Άμεσα διαθέσιμο

Ένα βιβλίο - παιχνίδι. Το «κανονικό» ποδηλατεί στον ουρανό. Το έντιμο αυτοαναφλέγεται. Το άνομο δεν προκάμνει να μεταμεληθεί. Και η εντιμότητα, κουρασμένη από την ορθόδοξη εκδοχή της, καταστρέφει – δίχως να νοιώθει την ανάγκη αναδημιουργίας. Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να είναι δραματικό. Εάν δεν έκλεινε μέσα του τόση επανάσταση. Δηλαδή, τόση παιδικότητα και τόσο έρωτα.

Μια ιστορία μεταξύ «συνοριοφυλάκων» και «εισβολέων». Όπου συνοριοφύλακες είναι οι νόμοι. Και όπου εισβολείς, όσοι επιδιώκουν την κατάλυσή τους. Οι ίστορες και οι ήρωές τους. Οι απηυδισμένοι απ’ την εγκράτεια γέροντες. Τα αυθάδη στη σοφία τους ανήλικα. Οι πολύχρωμες στη γενναιοδωρία τους γυναίκες.

 

 

 

 

Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-606-201-8
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2022
Ενιαία Τιμή Βιβλίου: ΝΑΙ
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14x21
Σελίδες: 240
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

ΚΡΟΤΑΛΙΖΟΥΝ ΤΑ ΝΕΙΑΤΑ
Η ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ
ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΠΙΠΙΛΟΥΣΕ ΤΙΣ ΓΛΥΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΣΚΑΡΩΝΕ «ΚΟΥΤΣΟΥΝΙΑ
ΟΙ ΝΕΟΙ ΦΙΛΟΙ
ΓΛΥΚΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΜΕ ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΑ
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΤΡΕΣ
Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ
ΦΡΟΥΤΑ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ
Η ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΗ ΠΟΛΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΑΝΑΜΕΤΡΩΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ
Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΠΛΑΤΗ
ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ
ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ
Η ΤΑΜΑΡ ΠΟΥ ΠΛΕΚΕΙ ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΞΑ
Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΝΗ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ
ΣΑΝ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΕΡΑ
Η ΚΡΑΥΓΗ
Η ΑΥΤΑΝΑΦΛΕΞΗ    
ΤΩΡΑ ΘΑ ΧΟΡΤΑΣΕΙ ΠΑΤΕΡΑ

ΧΑΓΚΑΝΤΑ
Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΑΛΟΜΑ164
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ  
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ     
ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ 
Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
ΜΑ ΤΙ ΑΝΕΛΕΗΤΗ ΖΩΗ  
Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ      
Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  
Η ΠΟΛΗ ΕΞΩ… ΚΥΛΑΕΙ      
ΕΞΟΔΟΣ    

Ο ΣΗΜ ΓΚΑΤΕΝΙΟ ερχόταν με την ίδια διάθεση που είχε σαν αναπολούσε το προξενιό εκείνο των παιδικών του χρόνων. Το γέλιο που προήλθε από την ανάμνηση του προξενιού, ήταν αυτό που τον ελευθέρωσε από όλα.
Κανείς δεν είχε χρειαστεί να πει το ελάχιστο για τη γυναίκα της Θαμβίας. Κανένας δεν ανέπτυσσε κρυφά σχέδιο της δικής του πολιορκίας. Πολύ απλά, η γυναίκα ήταν που με τα μάτια της έκανε μια έτσι, χραααπ, πήρε τα πάντα κι έφυγε. Με μια ματιά τον λήστεψε. Και τώρα αισθανόταν μόνος και απογυμνωμένος.
Σε όλη τη διαδρομή θα προσπαθήσει να αθροίσει όλα αυτά τα πράγματα που αποτελούσαν τον μέχρι τώρα πλούτο του. Οι στιγμιαίοι θρίαμβοι ήσαν πλούτος. Αλλά εγκλημάτησαν στη σύνεση. Η μόνιμη αποδοχή ήταν πλούτος. Αλλά εγκλημάτησε στην δημιουργικότητά του. Η σταθερή φροντίδα ήταν πλούτος. Αλλά εγκληματούσε στην ομορφιά του κινδύνου. Η σταθερή αγάπη ήταν πλούτος. Αλλά εγκληματούσε στον έρωτα. Κι η αποδοχή όλων αυτών, εγκληματούσε στην ίδια του τη ζωή.
Η ζωή του που δίχως φαντασία σερνόταν και γυάλιζε τους κρίκους της αμοιβαίας κατοχής που είχε με τους άλλους. Ένας αέρας με μυρωδιά ρίγανης τον αγγίζει. Ναι είναι έτοιμος. Δεν σκοπεύει να υποκλιθεί σε τυπική θλίψη. Δεν σκοπεύει να επιτρέψει την ύπουλη κατοχή του από όλα τα απεχθή «συν» — συμπάθειας, συμμετοχής, συμπαράστασης, σύμπραξης και πολύ περισσότερο συμβίωσης. Δεν θα επέτρεπε να εξουθενωθεί άλλο μέσα σε τυπικές συνεστιάσεις, τυπικές ανταλλαγές σιέλων και υγρών, φιλιών χωρίς αντίκρισμα.
Κι αργότερα, μετά λίγα χρόνια, να πνιγεί στα υπόκωφα δηλητηριώδη αέρια που απελπισμένα θα ψάχνανε διόδους σε πτυχώσεις υφασμάτων και πτυχώσεις δέρματος. Και τέλος να ενταφιαστεί με την κλασική μουσική της επιλογής του. Στο προσχεδιασμένο show του θανάτου του.
Όχι. Δεν θα του διέφευγε η ζωή. Η κάθε μέρα θα ήταν καλύτερη. Κι αν του πρόβαλλαν πως τάχα γέρασε και πως τάχα θα μετάνιωνε γιατί ο χρόνος ήταν αμείλικτος, θα τους απαντούσε ότι ο χρόνος ήταν ανθρώπινο κατασκεύασμα. Η εργασία και η παραγωγικότητα ήσαν αυτά που καταμετρούσαν τον χρόνο.
Σαν τα καταργούσε ο χρόνος θα έπαυε να υπάρχει.
Τον υποδέχεται καθισμένη. Δεν τον καλωσορίζει, δεν τον κοιτάζει. Απλώνει αργά το χέρι και του δίνει τον φάκελο με τις εξετάσεις. Λες και κάθε κίνηση θα έδειχνε υπερβολική αυτή τη στιγμή.
Ο Σημ Γκατένιο τείνει το χέρι με το προαίσθημα πως πάνω που αποφάσισε να αφανίσει τα δικά του τείχη, ανάμεσά τους τώρα πάλι αρχίζει να χτίζεται το καινούργιο. Κάθεται. Φυλλομετρά τα αποτελέσματα. Πρώτα αναρωτιέται αν είναι καλό να παίρνει ο ασθενής αυτοπροσώπως το αγγελτήριο του θανάτου του. Μετά, αν θέλει να κλείσει τα μάτια στο γεγονός και με ένα τίναγμα του κορμιού επάνω, να δηλώσει ότι δεν είναι δυνατόν.
Φυσικά και θεωρεί ανόητο να ρωτήσει εάν είναι σίγουρο. Έτσι, στην πιο ευλαβική ησυχία διαδραματίζεται το γεγονός που ενώ του επιφέρει τη μέγιστη εσωτερική αναστάτωση, παράλληλα τον θέτει απέναντι στο γεγονός αυτό. Λες και πρωταγωνιστεί σε έργο, που οφείλει και να σκηνοθετήσει από απόσταση.

Σηκώνει τα μάτια. Κι απορεί. Η γυναίκα αυτή μεταμόρφωσε τη ζωή του κι αίφνης έρχεται ως άγγελος κακών; Να του πει τι; Αλήθεια τι να του πει; Πως η εξέλιξη και η ιστορία του κόσμου δεν ήταν υπόθεσή του; Πως η σιγουριά της ζωής του ήταν μια ψευδαίσθηση; Πως η συνεκτικότητα δεσμών, θεσμών και επιτευγμάτων δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια άκαρπη ανθρώπινου εγωισμού; Κι έστω ομολογεί ότι ήδη είχε αποδεσμευτεί από τους ανόητους αυτούς θησαυρούς της φιλαυτίας, ποιος θα βρισκόταν να του εξηγήσει πως ήταν δυνατόν, ένας έρωτας να έσβηνε στις λίγες αράδες μιας ιατρικής γνωμάτευσης και μάλιστα –ιδίως αυτό– πριν καν δικαιωθεί;
«Τι ανελέητη ζωή», λέει και σηκώνεται χωρίς άλλη κουβέντα.
Θέλει να μείνει μόνος. Να περπατήσει. Να αναμετρηθεί με τον εαυτό του. Να αποφασίσει. Έχει ώρες ώσπου να περάσει το τρένο. Έπειτα, δεν γνωρίζει ακόμα με ποιον και αν θα ήθελε να μοιραστεί τα νέα του. Περπατά προς τον σταθμό που νομίζει ότι διαρκώς απομακρύνεται. Τυλιγμένος λες σαν σε μονωτικό κουκούλι. Θόρυβοι, κινήσεις, συναισθήματα δεν τον φτάνουν.
Περπατά και σκέφτεται χωρίς συναίσθημα πως η γυναίκα αυτή, η αγγελιοφόρος του τέλους, είχε εμπλακεί σε έναν άχαρο ρόλο. Από τη μία για σειρά βδομάδων υποσχόταν χίλια δοσίματα και προσφορές παραμυθένιες, από την άλλη, μετανιωμένη λες, γι’ αυτή την άπειρη γενναιοδωρία ερχόταν και τα έπαιρνε πίσω.
Κι ύστερα αναρωτιέται για τον άλλο εχθρό. Τον φόβο. Πότε θα τον χτυπήσει; Γιατί σίγουρα υπήρχε φόβος για το τέλος.
Τώρα στη σαστισμάρα του δεν τον ένοιωθε. Μα θα ερχόταν. Τότε; Τι θα ήταν που θα τον προστάτευε από τον ανυπόφορο πόνο, αυτόν που οδηγούσε τον άνθρωπο σε παραισθήσεις; Κι από την αναξιοπρέπεια ποιος; Το σπάραγμα, το κλάμα, τη σταδιακή διάλυση των λειτουργιών του σώματος και του πνεύματος;
Μήπως ένας έρωτας; Μήπως για την ακρίβεια τόσος έρωτας ώστε να αποτυπωθεί κάτω από τις ρόγες των δακτύλων του, ώστε σαν θα τον ρουφά ο θάνατος, αυτός να βυζαίνει ζωή ρουφώντας τα δάκτυλά του ένα-ένα;
Κάποιο τρένο κάνει το κουκούλι της σύγχυσης του να πάλλει.
«Είμαι ένας άνθρωπος…», συνειδητοποιεί, «μεγαλωμένος στη μεγάλη δόση της γελοιότητας που επωάζει και αναπτύσσει τους Νεανθρώπους. Και αυτή είναι η στιγμή μου. Η μικρή-μεγάλη στιγμή που αναλογεί σε όλους. Σαν χρέος ζωής ή θανάτου. Ωραία, δυνατή στιγμή. Με λίγο γκρίζο για αντίθεση και πολύ υποσχόμενο φως. Απ’ τη μεριά που δεν φαίνεται».
Στέκεται μπροστά στη βιτρίνα βιβλιοπωλείου. Δεκάδες βιβλία με μανταλάκια κρέμονται και στεγνώνουν τα δάκρυα των απελπισμένων συγγραφέων τους.
Τα μάτια του στέκονται σε έναν τίτλο. «Το προνόμιο της απελπισίας», διαβάζει και μπαίνει μέσα. Ζητά να το δει. Το φυλλομετρά και αργά επιστρέφει στις πρώτες σελίδες. Βάζει γυαλιά και στη σελίδα 7 διαβάζει το μότο: «Ουδέν ισχυρότερον της απογνώσεως» του αγίου Ισαάκ του Σύρου.
Τον άγιο δεν τον είχε ακουστά, του άρεσε όμως αυτό το προνόμιο, που σίγουρα σαν έφθινε το κουκούλι του, θα τον έκανε να αποκτήσει μια αίγλη αγιοσύνης λες και θα ήταν το μέγιστο μαρτύριο. Δεν το αγοράζει. Μπορεί με τον τίτλο και μόνο να κάνει τη δική του διατριβή. Γι’ αυτό και περπατά στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Δυνατά. Αποφασιστικά.
Κι η απορία στο μυαλό του καρφώνεται την ίδια στιγμή που στα πόδια του κείτονται τα υπολείμματα του κουκουλιού του. Διότι η συνειδητότητα αιχμηρή έχει επιστρέψει και τον κάνει να αναρωτιέται γιατί και πώς το σώμα του δεν είχε δώσει δείγματα της αλλαγής.
Ήταν ποτέ δυνατόν να επωάζεις τον θάνατο και να μην έχεις τα συμπτώματα της κυοφορίας του; Κάποια ζάλη, κάποια λιγοθυμιά, κάποια εμετική τάση; Ήταν δυνατόν το σώμα αυτό, εφόσον ήταν λίκνο θανάτου, να επιτρέπει στο μυαλό του να ονειρεύεται έρωτες και φρέσκα βρέφη, με την κοκκινομάλλα του νέα αγαπημένη; Αν λοιπόν –καθώς λέγανε– όλα ζούσαν σε απόλυτη αρμονία, ήταν δυνατόν το σώμα του να ζούσε άλλη ζωή από τη ζωή της ψυχής και του πνεύματός του;

 

«Ο οδηγός που άφησε το τρένο στη μέση του πουθενά», Ελένη Στασινού, Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ.

Πεζογραφία σαν ποίηση. Παραδοξότητα και κοφτερές αλήθειες.
Μαγικός ρεαλισμός στην αποθέωσή του.
Λυρισμός για να απαλύνει και την πιο σκληρή περιγραφή.
Θεωρώ ότι γραφή τόσο ξεχωριστή δεν έχω συναντήσει άλλη φορά.

...Ευχή που την συνόδεψε μέχρι τη στιγμή που μόνη πλέον, στημένη απέναντι σε καθρέπτη, θα ανακάλυπτε λιχνισμένο στο πρόσωπό της ένα δεμάτι ρυτίδες. 

 

Μαίρη Κόντζογλου- Τσιαχτσίρη


 

Ελένη Στασινού, Ο οδηγός που άφησε το τρένο στη μέση του πουθενά, Γκοβόστης 2022

  Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία της φίλης μου της Ελένης της Στασινού, με τελευταίο το «Μαινάδες του Κηφισού». Σειρά έχει σήμερα το «Ο οδηγός που άφησε το τρένο στη μέση του πουθενά».

  «Από τη γέννηση του μικρού Ζακχάρια ο ήλιος ανέτειλε δύο χιλιάδες εννιακόσιες είκοσι φορές περίπου κι εξακολουθεί να ανατέλλει μέχρι και αυτή τη μέρα του Ιουνίου που σηκώθηκε νωχελικά πάνω από την πόλη Θαμβία».

  Έτσι ξεκινάει ένα από τα πρώτα κεφάλαια του μυθιστορήματος, δίνοντας το χρόνο και το χώρο που τοποθετείται η δράση. Η Θαμβία βέβαια είναι πόλη φανταστική. «…η Θαμβία ήταν ο σταθμός στο τέλος του πολιτισμού και στην αρχή της μεγάλης ερήμου που διαρκούσε αμέτρητες ώρες έως ότου διακρίνει την επόμενη πολίχνη». Ανάμεσα σε αυτές τις δυο πόλεις, στη μέση της ερήμου, στη μέση του πουθενά, ο μηχανοδηγός παράτησε το τραίνο. «Ο ίδιος με ένα μπουκάλι χλιαρό νερό και μια πετσέτα στο κεφάλι χάθηκε πίσω από τον πρώτο αμμόλοφο» (σελ. 231).  

  Ο συνειρμός: «Άντε και ντε», του Νίκου Μαμαγκάκη σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, που το τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος.

ασίκης μηχανοδηγός

με το μικρό μουστάκι του

καλό τιμόνι οδήγαγε

το τραίνο για τον ουρανό

άιντε και ντε...

  Πραγματικό περιστατικό. Στη σύγκρουση δυο τρένων σκοτώθηκαν εικοσιένα άτομα, οι περισσότεροι φαντάροι (το τρένο για τον ουρανό).

  Οι ήρωες είναι εβραίοι. Η Ελένη δίνει τη μετάφραση των περισσότερων. Συμεών είναι ο υπάκουος, Σαλομά είναι η ευτυχισμένη, κ.ά. Και, καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή θα παρακολουθήσουμε τις ζωές τους, οι οποίες έχουν σημαντικές καμπές που θα τους αναστατώσουν ιδιαίτερα.

   Θα παρακολουθήσουμε τέσσερις ιστορίες. Η πρώτη: «Η οικογένεια που σκάρωνε κουτσούνια» (τίτλος κεφαλαίου) με κεντρικό πρόσωπο τον Ζοχάρ, με δίπλα του την Χάνα.

  «Ο πατέρας είχε κατασκευάσει καλούπια και σκόνη αργίλου. Η μάνα τα άλειφε με λίπος ή λάδι. Ο πατέρας ετοίμαζε το μείγμα από γύψο και λίγη σκόνη μαρμάρου, έριχνε νερό και ανακάτευε γρήγορα…» (σελ. 33).

  Και ο Ζοχάρ τα πουλούσε.

  Ζοχάρ σημαίνει Μνημόνιο (σελ. 130).

  Αλήθεια, εμείς σε ποιο ζοχάρ είμαστε τώρα;

  Στην επόμενη ιστορία θα συναντήσουμε τον Κεφά, έναν διεφθαρμένο πλούσιο της περιοχής, τους δυο γιους του, την δεύτερη γυναίκα του Ταβιθά, καθώς και τον γιο της από τον προηγούμενο γάμο της.   

  Η τρίτη ιστορία είναι του Αντρέ και της Έλι, που είχαν μια σύντομη ερωτική ιστορία. «Είχε ζήσει ξεχρεώνοντας επί χρόνια την δωδεκάωρη επανάστασή της». Αργότερα θα αγαπηθεί.

  Η Ελένη, με την ποιητική της πρόζα, περιγράφει με εξαίσιο τρόπο της συνευρέσεις τους, χρησιμοποιώντας και κάμποσα αποσπάσματα από τον «Εκκλησιαστή». 

  «Την ώρα αυτή που είμαστε ένα, με την ιερή μου ακίδα απόλυτα εφαρμοσμένη στον ιερό σου κύκλο και σε κοιτώ στα μάτια, βλέπω χιλιάδες φορές να με καθρεφτίζεις στην αγάπη σου. Τότε ο άντρας μέσα μου, μπορεί να πεθάνει. Γιατί στην επιθυμία σου τον ανασταίνεις χίλιες φορές. Έτσι κι ο κάθε άντρας μπορεί να πλησιάσει τον θάνατο, να τον αγγίξει ή και να τον νοιώσει. Εφόσον γνωρίζει ότι η γυναίκα με τον έρωτά της θα του επιστρέψει τη ζωή, που αυτός ενταφίασε σε μια στάλα σπέρμα. Γιατί αγάπη μου, εκσπερματώνοντας ο άντρας κατά κάποιο τρόπο πεθαίνει. Έχει φτάσει στην υψηλότερη στιγμή της ζωής του κι εκεί ακριβώς έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο. Διότι αυτή τη στιγμή, χάνει κάτι απόλυτα δικό του, κάτι που τον επιβεβαιώνει και τον συντηρεί» (σελ. 53).

  Έτσι εξηγείται το post coitum omnia animalia trista sunt, μετά τον οργασμό όλα τα ζώα είναι θλιμμένα.

  Η τέταρτη ιστορία είναι η ιστορία του Χαγκαντά και της Ταμάρ.

  Και ο μαγικός ρεαλισμός: Η κραυγή, τεράστια (ο συνειρμός με την «Κραυγή» του Μυνχ), προκάλεσε φωτιές και σεισμικές δονήσεις. Η Ταμάρ αυταναφλέχθηκε, μόνο η στάχτη της έμεινε.  

  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.

  «Ο χρόνος μπορεί να σκλαβώσει με τρεις τρόπους. Σαν παρελθόν. Αν γίνει κάτι τέτοιο δύσκολα πας μπροστά. Ο χρόνος μπορεί να σκλαβώσει σαν παρόν. Τότε φτύνεις το παρελθόν και δεν νοιάζεσαι για το μέλλον. Επίσης ο χρόνο μπορεί να σε σκλαβώσει και σαν μέλλον. Τότε νοιάζεσαι μόνο γι’ αυτό που θα κάνεις αύριο και χάνεις το τώρα, τη ζωή από τα χέρια σου» (σελ. 58-59).

  «Ες αύριον τα σπουδαία», η δεύτερη περίπτωση.

  «Η μικρή, και πιο όμορφη, είναι γυμνόστηθη και μόνο στη μέση της φορά λευκό χιτώνα. Φτιάχνει κλωστή με το αδράχτι, αλλά το μάτι του Ζοχάρ δεν μένει ούτε στο στήθος, ούτε στις ομορφιές της νεότητας, μα στα μάτια της – λίμνες πράσινες όπου παιχνιδιάρικες κόκκινες αστραπές τη διασχίζανε» (σελ. 60).

  «Λίμνες τα μάτια σου βαθιές που οι πόθοι μου αρμενίσαν», ένα κρητικό τραγούδι που τόσο μου άρεσε που το έμαθα στη λύρα.  

  «Μετά συμφώνησαν σε κάτι ωραίο. Να διαβάζουν το ίδιο βιβλίο με τη σειρά και κατόπιν να συζητούν απάνω σ’ αυτό» (σελ. 79).

  Το πρώτο που συζητήσαμε ήταν τα «Έντεκα λεπτά». Μια κουβέντα της ήταν αρκετή για να γράψω ένα βιβλίο (είπαμε, συχνά στις κριτικές μου αυτοβιογραφούμαι).

  «Εκεί μέσα τα παιδιά γίνονται άντρες και οι άντρες γίνονται παιδιά» (σελ. 80).

  Πού;

  Στη μαγική σπηλιά. Τώρα τι συνέβαινε εκεί μέσα, βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει.

  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που συναντήσαμε:

την έλλειψη ανέσεων στο σπίτι του αδελφού (σελ. 22)

Σκληρή, γριά και άσχημη, σαν τη δουλειά που κάνει (σελ. 60)

Θα σε πλουτίσω σήμερα με τα κοσμήματά μου (σελ. 72)

Ώστε ο σπόρος του ληστή, του μιαρού ερωτύλου (σελ. 85)

Και τα χιλιάδες μυστικά που έκρυβαν τα τραίνα (σελ. 214)

 

Ελένη μου, εξαιρετικό το βιβλίο σου, καλοτάξιδο να είναι.

ΜΠΆΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΆΚΗΣ

Στασινού, Ελένη

Η Ελένη Στασινού γεννήθηκε στην Πάτρα το 1948 και προέρχεται από εργατική οικογένεια, γεγονός που θεωρεί απολύτως τιμητικό. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έγραψε τις ποιητικές συλλογές «Οι οδύνες της μετάλλαξης» και «Πιο πέρα», καθώς και τα μυθιστορήματα «Η κουμπάρα η Μαργαρίτα», «Απόδραση προς το φως», «Ο Στέφανος του ελαιώνα», «H Αγία πόρνη της καρδιάς του» (best seller 2001), «H αυτοκρατορία των δήθεν», «Οντισιόν», «Νύχτες Υποταγής», «Η Γυναίκα των Δελφών». Το τελευταίο βραβεύτηκε το 2011 στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων του φορέα “Insula Europea” στην Perugia στις Ιταλίας (www.insulaeuropea.eu). Ακολουθούν «Οι Πιρογιέρηδες του Έρωτα» και το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Χορός των Κρυστάλλων». Συμμετείχε στη συλλογή διηγημάτων «Το λιμάνι της ζωής μου». Ασχολείται με τη δραματοποιημένη βιογραφία (Ερίκ Σατί, Σαίξπηρ, Διονύσιος Λαυράγκας). Από τις Εκδόσεις Γκοβόστη κυκλοφορούν, επίσης, τα μυθιστορήματα «Βρωμοθήλυκα της Ιστορίας» και «Μαινάδες του Κηφισού».

 

 

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.
 

Δείτε επίσης