Ο οδηγός που άφησε το τρένο στη μέση του πουθενά

Ο οδηγός που άφησε το τρένο στη μέση του πουθενάΣυγγραφέας: Στασινού, Ελένη

9,80€

Άμεσα διαθέσιμο

Ένα βιβλίο - παιχνίδι. Το «κανονικό» ποδηλατεί στον ουρανό. Το έντιμο αυτοαναφλέγεται. Το άνομο δεν προκάμνει να μεταμεληθεί. Και η εντιμότητα, κουρασμένη από την ορθόδοξη εκδοχή της, καταστρέφει – δίχως να νοιώθει την ανάγκη αναδημιουργίας. Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να είναι δραματικό. Εάν δεν έκλεινε μέσα του τόση επανάσταση. Δηλαδή, τόση παιδικότητα και τόσο έρωτα.

Μια ιστορία μεταξύ «συνοριοφυλάκων» και «εισβολέων». Όπου συνοριοφύλακες είναι οι νόμοι. Και όπου εισβολείς, όσοι επιδιώκουν την κατάλυσή τους. Οι ίστορες και οι ήρωές τους. Οι απηυδισμένοι απ’ την εγκράτεια γέροντες. Τα αυθάδη στη σοφία τους ανήλικα. Οι πολύχρωμες στη γενναιοδωρία τους γυναίκες.

 

 

 

 

Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-606-201-8
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2022
Ενιαία Τιμή Βιβλίου: ΝΑΙ
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14x21
Σελίδες: 240
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

ΚΡΟΤΑΛΙΖΟΥΝ ΤΑ ΝΕΙΑΤΑ
Η ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ
ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΠΙΠΙΛΟΥΣΕ ΤΙΣ ΓΛΥΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΣΚΑΡΩΝΕ «ΚΟΥΤΣΟΥΝΙΑ
ΟΙ ΝΕΟΙ ΦΙΛΟΙ
ΓΛΥΚΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΜΕ ΜΑΤΖΟΥΡΑΝΑ
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΤΡΕΣ
Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΣΦΑΛΜΑΤΩΝ
ΦΡΟΥΤΑ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ
Η ΠΑΡΗΚΜΑΣΜΕΝΗ ΠΟΛΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΑΝΑΜΕΤΡΩΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ
Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΠΛΑΤΗ
ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ
ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ
Η ΤΑΜΑΡ ΠΟΥ ΠΛΕΚΕΙ ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΞΑ
Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΝΗ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ
ΣΑΝ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΕΡΑ
Η ΚΡΑΥΓΗ
Η ΑΥΤΑΝΑΦΛΕΞΗ    
ΤΩΡΑ ΘΑ ΧΟΡΤΑΣΕΙ ΠΑΤΕΡΑ

ΧΑΓΚΑΝΤΑ
Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΑΛΟΜΑ164
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ  
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ     
ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ 
Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
ΜΑ ΤΙ ΑΝΕΛΕΗΤΗ ΖΩΗ  
Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ      
Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  
Η ΠΟΛΗ ΕΞΩ… ΚΥΛΑΕΙ      
ΕΞΟΔΟΣ    

Ο ΣΗΜ ΓΚΑΤΕΝΙΟ ερχόταν με την ίδια διάθεση που είχε σαν αναπολούσε το προξενιό εκείνο των παιδικών του χρόνων. Το γέλιο που προήλθε από την ανάμνηση του προξενιού, ήταν αυτό που τον ελευθέρωσε από όλα.
Κανείς δεν είχε χρειαστεί να πει το ελάχιστο για τη γυναίκα της Θαμβίας. Κανένας δεν ανέπτυσσε κρυφά σχέδιο της δικής του πολιορκίας. Πολύ απλά, η γυναίκα ήταν που με τα μάτια της έκανε μια έτσι, χραααπ, πήρε τα πάντα κι έφυγε. Με μια ματιά τον λήστεψε. Και τώρα αισθανόταν μόνος και απογυμνωμένος.
Σε όλη τη διαδρομή θα προσπαθήσει να αθροίσει όλα αυτά τα πράγματα που αποτελούσαν τον μέχρι τώρα πλούτο του. Οι στιγμιαίοι θρίαμβοι ήσαν πλούτος. Αλλά εγκλημάτησαν στη σύνεση. Η μόνιμη αποδοχή ήταν πλούτος. Αλλά εγκλημάτησε στην δημιουργικότητά του. Η σταθερή φροντίδα ήταν πλούτος. Αλλά εγκληματούσε στην ομορφιά του κινδύνου. Η σταθερή αγάπη ήταν πλούτος. Αλλά εγκληματούσε στον έρωτα. Κι η αποδοχή όλων αυτών, εγκληματούσε στην ίδια του τη ζωή.
Η ζωή του που δίχως φαντασία σερνόταν και γυάλιζε τους κρίκους της αμοιβαίας κατοχής που είχε με τους άλλους. Ένας αέρας με μυρωδιά ρίγανης τον αγγίζει. Ναι είναι έτοιμος. Δεν σκοπεύει να υποκλιθεί σε τυπική θλίψη. Δεν σκοπεύει να επιτρέψει την ύπουλη κατοχή του από όλα τα απεχθή «συν» — συμπάθειας, συμμετοχής, συμπαράστασης, σύμπραξης και πολύ περισσότερο συμβίωσης. Δεν θα επέτρεπε να εξουθενωθεί άλλο μέσα σε τυπικές συνεστιάσεις, τυπικές ανταλλαγές σιέλων και υγρών, φιλιών χωρίς αντίκρισμα.
Κι αργότερα, μετά λίγα χρόνια, να πνιγεί στα υπόκωφα δηλητηριώδη αέρια που απελπισμένα θα ψάχνανε διόδους σε πτυχώσεις υφασμάτων και πτυχώσεις δέρματος. Και τέλος να ενταφιαστεί με την κλασική μουσική της επιλογής του. Στο προσχεδιασμένο show του θανάτου του.
Όχι. Δεν θα του διέφευγε η ζωή. Η κάθε μέρα θα ήταν καλύτερη. Κι αν του πρόβαλλαν πως τάχα γέρασε και πως τάχα θα μετάνιωνε γιατί ο χρόνος ήταν αμείλικτος, θα τους απαντούσε ότι ο χρόνος ήταν ανθρώπινο κατασκεύασμα. Η εργασία και η παραγωγικότητα ήσαν αυτά που καταμετρούσαν τον χρόνο.
Σαν τα καταργούσε ο χρόνος θα έπαυε να υπάρχει.
Τον υποδέχεται καθισμένη. Δεν τον καλωσορίζει, δεν τον κοιτάζει. Απλώνει αργά το χέρι και του δίνει τον φάκελο με τις εξετάσεις. Λες και κάθε κίνηση θα έδειχνε υπερβολική αυτή τη στιγμή.
Ο Σημ Γκατένιο τείνει το χέρι με το προαίσθημα πως πάνω που αποφάσισε να αφανίσει τα δικά του τείχη, ανάμεσά τους τώρα πάλι αρχίζει να χτίζεται το καινούργιο. Κάθεται. Φυλλομετρά τα αποτελέσματα. Πρώτα αναρωτιέται αν είναι καλό να παίρνει ο ασθενής αυτοπροσώπως το αγγελτήριο του θανάτου του. Μετά, αν θέλει να κλείσει τα μάτια στο γεγονός και με ένα τίναγμα του κορμιού επάνω, να δηλώσει ότι δεν είναι δυνατόν.
Φυσικά και θεωρεί ανόητο να ρωτήσει εάν είναι σίγουρο. Έτσι, στην πιο ευλαβική ησυχία διαδραματίζεται το γεγονός που ενώ του επιφέρει τη μέγιστη εσωτερική αναστάτωση, παράλληλα τον θέτει απέναντι στο γεγονός αυτό. Λες και πρωταγωνιστεί σε έργο, που οφείλει και να σκηνοθετήσει από απόσταση.

Σηκώνει τα μάτια. Κι απορεί. Η γυναίκα αυτή μεταμόρφωσε τη ζωή του κι αίφνης έρχεται ως άγγελος κακών; Να του πει τι; Αλήθεια τι να του πει; Πως η εξέλιξη και η ιστορία του κόσμου δεν ήταν υπόθεσή του; Πως η σιγουριά της ζωής του ήταν μια ψευδαίσθηση; Πως η συνεκτικότητα δεσμών, θεσμών και επιτευγμάτων δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια άκαρπη ανθρώπινου εγωισμού; Κι έστω ομολογεί ότι ήδη είχε αποδεσμευτεί από τους ανόητους αυτούς θησαυρούς της φιλαυτίας, ποιος θα βρισκόταν να του εξηγήσει πως ήταν δυνατόν, ένας έρωτας να έσβηνε στις λίγες αράδες μιας ιατρικής γνωμάτευσης και μάλιστα –ιδίως αυτό– πριν καν δικαιωθεί;
«Τι ανελέητη ζωή», λέει και σηκώνεται χωρίς άλλη κουβέντα.
Θέλει να μείνει μόνος. Να περπατήσει. Να αναμετρηθεί με τον εαυτό του. Να αποφασίσει. Έχει ώρες ώσπου να περάσει το τρένο. Έπειτα, δεν γνωρίζει ακόμα με ποιον και αν θα ήθελε να μοιραστεί τα νέα του. Περπατά προς τον σταθμό που νομίζει ότι διαρκώς απομακρύνεται. Τυλιγμένος λες σαν σε μονωτικό κουκούλι. Θόρυβοι, κινήσεις, συναισθήματα δεν τον φτάνουν.
Περπατά και σκέφτεται χωρίς συναίσθημα πως η γυναίκα αυτή, η αγγελιοφόρος του τέλους, είχε εμπλακεί σε έναν άχαρο ρόλο. Από τη μία για σειρά βδομάδων υποσχόταν χίλια δοσίματα και προσφορές παραμυθένιες, από την άλλη, μετανιωμένη λες, γι’ αυτή την άπειρη γενναιοδωρία ερχόταν και τα έπαιρνε πίσω.
Κι ύστερα αναρωτιέται για τον άλλο εχθρό. Τον φόβο. Πότε θα τον χτυπήσει; Γιατί σίγουρα υπήρχε φόβος για το τέλος.
Τώρα στη σαστισμάρα του δεν τον ένοιωθε. Μα θα ερχόταν. Τότε; Τι θα ήταν που θα τον προστάτευε από τον ανυπόφορο πόνο, αυτόν που οδηγούσε τον άνθρωπο σε παραισθήσεις; Κι από την αναξιοπρέπεια ποιος; Το σπάραγμα, το κλάμα, τη σταδιακή διάλυση των λειτουργιών του σώματος και του πνεύματος;
Μήπως ένας έρωτας; Μήπως για την ακρίβεια τόσος έρωτας ώστε να αποτυπωθεί κάτω από τις ρόγες των δακτύλων του, ώστε σαν θα τον ρουφά ο θάνατος, αυτός να βυζαίνει ζωή ρουφώντας τα δάκτυλά του ένα-ένα;
Κάποιο τρένο κάνει το κουκούλι της σύγχυσης του να πάλλει.
«Είμαι ένας άνθρωπος…», συνειδητοποιεί, «μεγαλωμένος στη μεγάλη δόση της γελοιότητας που επωάζει και αναπτύσσει τους Νεανθρώπους. Και αυτή είναι η στιγμή μου. Η μικρή-μεγάλη στιγμή που αναλογεί σε όλους. Σαν χρέος ζωής ή θανάτου. Ωραία, δυνατή στιγμή. Με λίγο γκρίζο για αντίθεση και πολύ υποσχόμενο φως. Απ’ τη μεριά που δεν φαίνεται».
Στέκεται μπροστά στη βιτρίνα βιβλιοπωλείου. Δεκάδες βιβλία με μανταλάκια κρέμονται και στεγνώνουν τα δάκρυα των απελπισμένων συγγραφέων τους.
Τα μάτια του στέκονται σε έναν τίτλο. «Το προνόμιο της απελπισίας», διαβάζει και μπαίνει μέσα. Ζητά να το δει. Το φυλλομετρά και αργά επιστρέφει στις πρώτες σελίδες. Βάζει γυαλιά και στη σελίδα 7 διαβάζει το μότο: «Ουδέν ισχυρότερον της απογνώσεως» του αγίου Ισαάκ του Σύρου.
Τον άγιο δεν τον είχε ακουστά, του άρεσε όμως αυτό το προνόμιο, που σίγουρα σαν έφθινε το κουκούλι του, θα τον έκανε να αποκτήσει μια αίγλη αγιοσύνης λες και θα ήταν το μέγιστο μαρτύριο. Δεν το αγοράζει. Μπορεί με τον τίτλο και μόνο να κάνει τη δική του διατριβή. Γι’ αυτό και περπατά στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Δυνατά. Αποφασιστικά.
Κι η απορία στο μυαλό του καρφώνεται την ίδια στιγμή που στα πόδια του κείτονται τα υπολείμματα του κουκουλιού του. Διότι η συνειδητότητα αιχμηρή έχει επιστρέψει και τον κάνει να αναρωτιέται γιατί και πώς το σώμα του δεν είχε δώσει δείγματα της αλλαγής.
Ήταν ποτέ δυνατόν να επωάζεις τον θάνατο και να μην έχεις τα συμπτώματα της κυοφορίας του; Κάποια ζάλη, κάποια λιγοθυμιά, κάποια εμετική τάση; Ήταν δυνατόν το σώμα αυτό, εφόσον ήταν λίκνο θανάτου, να επιτρέπει στο μυαλό του να ονειρεύεται έρωτες και φρέσκα βρέφη, με την κοκκινομάλλα του νέα αγαπημένη; Αν λοιπόν –καθώς λέγανε– όλα ζούσαν σε απόλυτη αρμονία, ήταν δυνατόν το σώμα του να ζούσε άλλη ζωή από τη ζωή της ψυχής και του πνεύματός του;

 

Στασινού, Ελένη

Η Ελένη Στασινού γεννήθηκε στην Πάτρα το 1948 και προέρχεται από εργατική οικογένεια, γεγονός που θεωρεί απολύτως τιμητικό. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έγραψε τις ποιητικές συλλογές «Οι οδύνες της μετάλλαξης» και «Πιο πέρα», καθώς και τα μυθιστορήματα «Η κουμπάρα η Μαργαρίτα», «Απόδραση προς το φως», «Ο Στέφανος του ελαιώνα», «H Αγία πόρνη της καρδιάς του» (best seller 2001), «H αυτοκρατορία των δήθεν», «Οντισιόν», «Νύχτες Υποταγής», «Η Γυναίκα των Δελφών». Το τελευταίο βραβεύτηκε το 2011 στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων του φορέα “Insula Europea” στην Perugia στις Ιταλίας (www.insulaeuropea.eu). Ακολουθούν «Οι Πιρογιέρηδες του Έρωτα» και το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Χορός των Κρυστάλλων». Συμμετείχε στη συλλογή διηγημάτων «Το λιμάνι της ζωής μου». Ασχολείται με τη δραματοποιημένη βιογραφία (Ερίκ Σατί, Σαίξπηρ, Διονύσιος Λαυράγκας). Από τις Εκδόσεις Γκοβόστη κυκλοφορούν, επίσης, τα μυθιστορήματα «Βρωμοθήλυκα της Ιστορίας» και «Μαινάδες του Κηφισού».

 

 

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.
 

Δείτε επίσης