Τα Ποιητικά - Τεύχος 30

Τα Ποιητικά - Τεύχος 30Συγγραφέας: ΔΙΑΦΟΡΟΙ

5,00€

Άμεσα διαθέσιμο

Τα Ποιητικά έχουν εξαρχής επιλέξει να παρακολουθούν συστηματικά την τρέχουσα ποιητική παραγωγή και να δημοσιεύουν κριτικές γι’ αυτήν, καλύπτοντας ένα κενό. Συχνά, πέραν της συγχρονικής κριτικής, δημοσιεύουν και θεωρητικά κείμενα για την ποίηση. Το ζήτημα όμως δεν είναι το πόσο της κριτικής, αλλά το πώς, όπως ωραία το θέτει η Μέλπω Αξιώτη πριν από εβδομήντα χρόνια: ποιος και πώς μιλάει για την ποίηση και τη λογοτεχνία. «Εγώ ο υπογραφόμενος διαβάζοντας το τάδε πράμα, μ’ άρεσε ή δε μ’ άρεσε και για τους τάδε λόγους. Τότε μάλιστα. Γιατί τότε ένας αναγνώστης ή πολλοί αναγνώστες μας λένε έτσι τη γνώμη τους. Όπως ωφελεί να την πει καθένας ευαίσθητος δέχτης της τέχνης». Ιδού ένας αποδεκτός τρόπος της κριτικής, μας λέει η Αξιώτη, ο οποίος βασίζεται στην αποδοχή της υποκειμενικότητας. Η κριτική ως γνώμη ενός ευαίσθητου δέκτη της λογοτεχνίας· ή μια επιστημονική άποψη, βασισμένη στη βαθιά γνώση και την πολυγλωσσία και την εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση της ξένης λογοτεχνικής ζωής - να θυμίσουμε τη ζέση με την οποία τα περιοδικά του μεσοπολέμου αλλά και της μεταπολεμικής περιόδου αποτύπωναν και την παραμικρή εξέλιξη ακόμη στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική ζωή; Η κριτική όμως δεν μπορεί να είναι, λέει η Αξιώτη, αξιωματική θέση, τύπου «αυτό είναι ρόδι, αυτό είναι πράσο».

Πώς βλέπει τον κριτικό ένας νέος λογοτέχνης σήμερα, όπου γενικεύεται η συζήτηση για τον θάνατο του κριτικού και της κριτικής; Ιδού η άποψη ενός νέου συγγραφέα, που έκανε εντυπωσιακή είσοδο στο πεδίο της λογοτεχνίας με το πρώτο του βιβλίο Οι παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη, σε μια συζήτησή του με τον M. Hulot, στη lifo (http://www.lifo.gr/articles/book_articles/153099):

Όσον αφορά τους δημοσιογράφους-κριτικούς, στην προ-ίντερνετ εποχή ερχόσουν σε επαφή μονάχα με την πλευρά που επέλεγαν οι ίδιοι να αποκαλύψουν, η οποία αφορούσε σχεδόν πάντα την αυθεντία τους (υπαρκτή ή μη) με το αντικείμενο ενασχόλησής τους, αφήνοντας τελείως εκτός το ανθρώπινο στοιχείο τους. Από τη μια αυτό λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας απέναντι σε φαινόμενα αποκαθήλωσης που μπορεί πολύ εύκολα να υπάρξουν στο τερέν των social media, από την άλλη οδηγούσε σε μια τοτεμική λατρεία της μονομερούς εξειδίκευσης των ατόμων αυτών. Οπότε, αναφορικά με το αν υπάρχουν δημοσιογράφοι που μπορώ να εμπιστευτώ πλέον τη γνώμη τους, η απάντηση είναι πως πλέον αυτό είναι αρκετά πιο δύσκολο σε σχέση με παλιότερα, γιατί έχουν αποκαθηλωθεί τα είδωλα στην εποχή της παθητικής κατανάλωσης άποψης και εικόνας – τώρα θα εμπιστευτώ το άτομο που θα με πείσει τόσο αναφορικά με τις γνώσεις του (σε πρώτο βαθμό) όσο και με το κατά πόσο το εμφανές (λιγότερο ή περισσότερο) κοινωνικό του δίκτυο αφήνει ανεπηρέαστη την κριτική του ματιά.

Δεν μπορεί κανείς να μη δεχτεί ότι κάπου συναντιούνται οι δυο απόψεις. Γνώσεις, αμεροληψία κι ο κριτικός ως άνθρωπος κανονικός, που λέει τη γνώμη του ως «ευαίσθητος δέχτης». Θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι κριτικές που δημοσιεύουμε στο περιοδικό ανήκουν στις δύο αυτές κατηγορίες και δεν εμπίπτουν στις περί φρούτων και λαχανικών αποφάνσεις, αλλά θέτουν ζητήματα που δεν τίθενται σε πολλές, ακόμη και εκτενέστατες, παρουσιάσεις στα ηλεκτρονικά μέσα, όπου συχνά -  αλλά όχι πάντα φυσικά, καθώς η κριτική, νομίζουμε, ανθίζει, κατά τόπους, και στο διαδίκτυο - η αξιολογική κρίση, άμεσα ή έμμεσα διατυπωμένη, υποκαθίσταται από τη λογική του like και του dislike, από μια στιγμιαία σύσταση δηλαδή, για να μη μιλήσουμε για την αλγοριθμική σύσταση στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, με βάση τις αναζητήσεις μας. Έτσι, η κριτική μοιάζει να χάνει έδαφος, τη στιγμή που η πληθωριστική πληροφορία την καθιστά πιο απαραίτητη από ποτέ: ως διάλογος με τον ποιητή και τον λογοτέχνη περί αισθητικής και πραγματωμένου έργου και ως συνομιλία με τον αναγνώστη περί της αξίας και των τρόπων του αναγιγνώσκειν. Επ’ αυτού λοιπόν, θυμίζουμε: στην παραλία μπορεί κανείς να διαβάσει ό,τι και οπουδήποτε αλλού. Καλό καλοκαίρι.

Είδος: Αλλο
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2018
Πρώτη έκδοση: 2018
Δέσιμο: Αγνωστο δέσιμο
Διαστάσεις: 33 x 22,5
Σελίδες: 32
Σειρά: Τα Ποιητικά
Α/Α σειράς: 30
Εικονογράφηση:
Θεματική Ταξινόμηση: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Η ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ

-Σταμάτης Πολενάκης-

 

JOHN MALCOLM BRINNIN (1916-1998)

«Είμαι τόσο γνωστός όσο αξίζω να είμαι»

-Εισαγωγή-Επιλογή-Μετάφραση: Αυγή-Άννα Μάγγελ-

 

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

-Τιτίκα Δημητρούλια-

 

ΗΛΙΑΣ ΓΚΡΗΣ

(Ηλίας Γκρής, Σαν Άλλος Οιδίποδα, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2018)

-Άλκηστις Σουλογιάννη-

 

ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

«Η ποίηση είναι μια τάση προσέγγισης του απόλυτου μέσω των συμβόλων»

-Αλίνα Τριανταφύλλου-

 

ΑΠΟ ΤΙΣ «ΦΟΝΙΚΕΣ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ» ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ «ΘΑΥΜΑΤΟΣ».

Σύντομη περιδιάβαση στη συλλογή Μελισσόχορτο του Γιάννη Ζαρκάδη [Μελάνι, 2017]

-Κατερίνα Κωστίου-

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

(Βαγγέλη Δημητριάδης, Κυπαρίσσια, Εκδόσεις Γαβριηλίδης Αθήνα 2018)

-Κώστας Γ. Παπαγεωργίου-

 

ΜΥΡΣΙΝΗ ΓΚΑΝΑ

(Μυρσίνη Γκανά, Τα πέρα μέρη, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2017)

-Κώστας Γ. Παπαγεωργίου-

 

ΕΥΑ ΜΟΔΙΝΟΥ

(Εύα Μοδινού, Η ηλικία της πέτρας, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2017)

-Κώστας Γ. Παπαγεωργίου-

 

ΦΩΤΗΣ Α. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ

(Φώτης Α. Σταθόπουλος, Νηστεία του χρόνου, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2018)

-Κώστας Γ. Παπαγεωργίου-

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΖΗΣ

(Παναγιώτης Βούζης, Η γλώσσα των υπερηρώων, Εκδόσεις της Κοινωνίας των (δε)κάτων, Αθήνα 2015)

-Γιώργος Βέης-

 

EDGAR ALLAN POE

ULALUME (Γιουλαλούμ)

-Απόδοση: Γιάννης Ευθυμιάδης-

ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Έρως-Ήρως

-Ελένη Λάππα-Οικονόμου-

 

ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

(Ανδρέας Καρακόκκινος, Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017)

-Γιάννης Στρούμπας-

 

ΕΦΗ ΚΑΡΑΛΕΞΗ

(Έφη Καραλέξη, Cocktail Εποχών, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2017)

-Πολυξένη Κ. Μπίστα-

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΙΛΛ

(Δημήτρης Χιλλ, Κιθαιρώνας, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2017)

-Χάρης Ιωσήφ-

 

ΑΠΟΡΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

-Μέλπω Αξιώτη (1905-1973)-

 

Δημοσιεύονται ποιήματα των: ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΥΛΙΑΝΟΥ, ΣΤΡΑΤΗ ΧΑΒΙΑΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΕΡΖΕΚΟΥ, ΜΑΡΙΓΩ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ,

 

 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου,

Τιτίκα Δημητρούλια

ΤΑΚΤΙΚΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΘΩΜΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΣΕΛΙΔΕΣ: 32 , ISSN: 1792-8877, ΣXHMA: 24,5×34,5 cm

Τιμή:  €5,00, Ετήσια συνδρομή:  €20,00

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Αποτιμήσεις όσον αφορά στη θέση συγκεκριμένων συλλογών, αλλά και του συνολικού ποιητικού έργου Ελλήνων και ξένων στην ιστορία και την τρέχουσα πραγματικότητα.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η ποιητική παραγωγή, ελληνική και ξένη, μέσα από τα ποιήματα καθαυτά, σε ένα πλαίσιο που επιδιώκει να προβάλει τόσο τη συνέχεια όσο και τη ρήξη.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο δημιουργός στη σχέση του με τον κόσμο και τις λέξεις.

ΣΕΛΙΔΕΣ ΠΑΛΙΑΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σύντομες παρουσιάσεις ποιητικών βιβλίων, σε μια προσπάθεια ανοίγματος του περιοδικού σε όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της ποιητικής παραγωγής.

ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ

Ανθολόγηση ποιημάτων από δημοσιευμένες συλλογές.

EDITORIAL

Μέλπω Αξιώτη (1905-1973)

Απορία αναγνώστη

Τα παρακάτω αφορούν μόνο τη μ ο ρ φ ή που μεταχειρίζεται η τέχνη για να εκφραστεί. Γιατί για  το  π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν ο δε γεννιέται διαφωνία. Είναι πάντα καλύτερο εκείνο που αρπάζει παραπάνω τις μυστήριες φωνές της εποχής του, σε πιο μεγάλη αχτίνα, σύνολο ανθρώπινο και βάθος:

ΖΗΤΗΜΑ 1ο

Πάντα απόρησα και ρωτιόμουνα σε τι χρησιμεύει η «Κριτική». Η τέχνη δε μαθαίνεται σαν την επιστήμη ή τα γράμματα. Είναι μια ιδιότητα τόσο πολύ προσωπική, που δε θα ’τανε λάθος να την πεις. Δηλαδή είσαι δημιουργός από μια επιλογή φυσιολογική, όπως είσαι ξανθός ή ανάστροφα. Εκείνο που μπορούσες να συμπλήρωνες με την επίμονη δουλειά ή τις γνώσεις, θα ’τανε λίγο πράμα. Λεπτομέρειες! Αλλά σημαντικός τεχνίτης, μ’ όποια προσπάθεια δε γίνεσαι. Είσαι.

Κι ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Τσάρλς Μόργκαν το λέει γουστόζικα σε μια τελευταία του συνέντευξη:

«Μια νύχτα, ύστερα απ’ το δείπνο, ο πατέρας του Σέλλεϋ πήγε να κοιμηθεί όπως το ’χε συνήθεια, και προς μεγάλη του έκπληξη, και μπελά, βγήκε ο Πέρσυ Μπύσσε Σέλλεϋ». Όχι σ’ όλη τη θεωρία του, μα σ’ αυτό το σημείο νομίζω, έχει δίκιο.

Λοιπόν η κριτική τι θέλει∙ Πάει να διδάξει; Ποιον; Τον αναγνώστη ή το δημιουργό; Μα αν ήταν εύκολο να διδάξει, θα βλέπαμε δημιουργημένα διεθνώς «σχολεία», ειδικά και συστηματικά, όπου να τρέχει ο κόσμος. Γιατί θα ’ταν υπόθεση σπουδαία και σοβαρή. Μα τέτοιο πράμα ως σήμερα τουλάχιστον και στις χώρες που ξέρουμε, δεν έγινε.  Κι οι κριτικοί περιορίζονται στα γραφτά τους.

Και πάλι αν ήταν να ’τανε γνώστες της διεθνούς παραγωγής, ξένων γλωσσών, ώστε να μελετήσανε τα κείμενα στο πρωτότυπο και την τεχνική στους αιώνες, τότε ασφαλώς είναι πολύτιμοι επιστήμονες σαν τους γιατρούς ή τους αρχαιολόγους. Υπήρξανε τέτοιοι κάμποσοι, όπως ο Σαιντ Μπεβ στη Γαλλία, ο Μπιελίνσκι στη Σοβιετική Ρωσία που στάθηκαν για τους διανοούμενους πολύ χρησιμότατοι. Γιατί σίγουρα ο Παρθενώνας καταντά πιο ωραίος όταν σου δώσουν τη σωστή του εξήγηση.

Αλλά η άλλη κριτική; Που κάποτε δεν ξέρει ο δράστης της άλλη απ’ τη μητρική του γλώσσα κι αρπάζει τα βιβλία και τα αναντουντουλιάζει και σου λέει κάνω κριτική, ενώ θα ’ταν σωστό να πει: Εγώ ο υπογραφόμενος διαβάζοντας το τάδε πράμα, μ’ άρεσε ή δε μ’ άρεσε και για τους τάδε λόγους. Τότε μάλιστα. Γιατί τότε ένας αναγνώστης ή πολλοί αναγνώστες μας λένε έτσι τη γνώμη τους. Όπως ωφελεί να την πει καθένας ευαίσθητος δέχτης της τέχνης.

Μα οι κριτικοί κορδώνονται και μας μιλούν καθολικά. Απ’ τον άμβωνα. Αυτό είναι ρόδι. Αυτό είναι πράσο, τέλειωσε, και το κοινό διαβάζοντας το χαραχτηρισμό, είτε δεν έχει γνώμη και φουριάζουν τα μάτια του και φαπ, βλέπει το ρόδι εκεί που δεν υπάρχει τίποτα, είτε έχει πολλή γνώμη, και τότε σκάει στα γέλια.

Κι όσο για τον δημιουργό; Αλίς του κι απαλίς του να καρτερεί τη διόρθωσή του από την κριτική. Και τι ήταν; Κάνας υπνοβάτης; Να στέκει να τον περπατάς;

Σα δεν είναι άξιος τεχνίτης, θα μπερδέψει χειρότερα. Θ’ ακούει λογιώ λογιώνε γούστα, και θα παραδέρνεται. Σαν όμως, έχει μέσα του εκείνη τη σπιθούλα π’ ανάβει και κορώνει τότε τα κυβερνά μ’ αυτήν. Τ’ αδύνατά του, αν δεν τα καλοβλέπει τη μια μέρα, αύριο του τα δείχτει η ίδια του η δουλειά (άλλο ζήτημα αν δεν μπορεί πάντοτε να τα σιάχνει).

Και το γουστόζικο είναι όπου, κατά κανόνα, και τα καλά και τ’ άσκημα, είναι ολότελα άλλα απ’ όσα ο «κριτικός» νομίζει. Γι’ αυτό πολλές φορές πράμα που του απόρριψε η κριτική, αν ήταν να το ξαναπεί θα το ’λεγε ακριβώς το ίδιο. Και δε θα ’χε άδικο. Είπαμε. Το γούστο στην επιλογή την καλλιτεχνική είναι ένστιχτο. Το βρίσκεις σαν το σκύλο που με τη μύτη του πάει στο λαγό! Κι απόδειξη ότι πολλοί άξιοι τεχνίτες, μπόρεσαν να ’ναι αγράμματοι. Όχι πως είναι προτέρημα η αγραμματοσύνη -κάθε άλλο- αλλά το λέω παράδειγμα.

Γι’ αυτό λοιπόν κι αναρωτιέμαι τι χρησιμεύει η κριτική όταν δεν είναι ή επιστημονική ή από δέχτη πολύ ευαίσθητο της τέχνης. Ευαίσθητο το ελάχιστον τόσο όσο θα ’τανε κι ένας αναγνώστης καλός.

Κι όταν δεν είναι ο κριτικός μήτε ένας τέτοιος ευαίσθητος δέχτης, τότε παρακαλώ τι γίνεται; Κι όταν δυο κριτικοί πάνω στο ίδιο έργο σου λένε ολότελα αντίθετη κρίση τότε ποιον απ’ τους δυο παρακαλώ θα διαλέξεις; Κι όταν ο κριτικός σου τύχει ευαίσθητος μονάχα για ορισμένα είδη, να πούμε για τα κλασικά και δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τα άλλα, τα πιο πρωτοποριακά, και βαστά σπόγγο και τα «σβήνει», τότε με δαύτονε τι γίνεται; Γιατί όλα τούτα, τα πιο πάνω, συμβαίνουνε.

Και τότε ήθελα πολύ να ’ξερα ποιος αναγνώστης διόρθωσε ποτέ από τέοια κριτική το γούστο του και ποιος τεχνίτης το έργο του. Για να μην πω για τις φορές που σίγουρα τους το διαστρέβλωσε, κοπανώντας νοήματα διανοουμενίστικα πάνω σε χέρσα «καλή γη».

Όπως κι αν έχει η υπόθεση η γιατρειά βρίσκεται αλλού. Και το κοινό κι ο δημιουργός έχουν άλλο σκολειό όπου να μαθητέψουνε. Το σκολειό της ζωής.

Αυτή, κι η πείρα, η γνώση της, η αγάπη της, οι πόθοι της, τα χρόνια, οι συνάνθρωποί μας, αυτοί οι δάσκαλοι οι έξοχοι δημιουργούνε τέχνη. Όσο βυθίζεσαι σ’ αυτά, ό,τι κι αν είσαι κέρδος θα ’χεις. Κι όσο αυτά αγκαλιάζεις μ’ ανοιχτά μάτια να τα δεις καλά, τόσο κι εκείνα σ’ αγκαλιάζουνε και σε παν όλο πιο σωστά.

ΖΗΤΗΜΑ 2ο

Μα είναι και κάτι άλλο. Είναι εκείνος ο χαβάς που τελευταία αρχίσανε. «Τα γραφτά της Αντίστασης δεν μπήκαν στην περιοχή της τέχνης, δεν έφρασαν στο ύψος του αγώνα του λαού».

Η απαίτηση αυτή φαίνεται να ’ναι διεθνής. Πού και πού έρχεται ο αντίλαλός της. Ενδιαφέρον έχει η άποψη του πρωτοποριακού Άγγλου ποιητή Σπέντερ:

«Σ’ ένα απ’ τα ταξίδια μου στο Παρίσι, ο Π. Ζουβ μ’ αρώτησε γιατί κανένα σημαντικό ποίημα δεν έχει υμνήσει τον ηρωισμό των αεροπόρων που έπεσαν το 1940. Η απάντηση είναι ότι θα ’τανε δύσκολο να τους αφιερωθεί ένα ποίημα με τάσεις αποκλειστικά πατριωτικές, χωρίς να είναι αυτό απιστία στο πνεύμα των πιο ευαίσθητων. Είχαν αυτοί πολλή συνείδηση για τις συμφορές του πολέμου, για τη μπερδεμένη θέση μας, για τα ελαττώματα της δημοκρατίας που εκείνοι οι ίδιοι ήταν οι υποτιθέμενοί της πρόμαχοι, ώστε να μπορεί ένα σκέτο πατριωτικό ποίημα να εκφράσει το ιδανικό τους. Για να το καταλάβεις, φτάνει να διαβάσεις τις ανθολογίες των πολεμιστών ποιητών. Τα περισσότερα αγγλικά ποιήματα, γραμμένα από αεροπόρους, στρατιώτες και ναύτες που πολλοί τους προσφέρανε τη ζωή τους για την Αγγλία, έχουν ειρηνική έμπνευση».

Εδώ το πρόβλημα έχει μορφή «τοπική». Μας λέει μ’ άλλα λόγια ότι στη δημοκρατική Αγγλία η τέχνη, δηλαδή οι διανοούμενοι, δεν έχουν ξεκαθαρισμένα ακόμα τα ιδεολογικά τους ζητήματα. Κι όταν ένας τεχνίτης βρίσκεται σήμερα σε τέτοια θλιβερή θέση, η άποψη του Σπέντερ, γι’ αυτόν, είναι βέβαια σωστή.

Και στην Ελλάδα ακόμα παρόμοιο δίκιο θα ’χανε να ζητούν τη «μεγάλη τέχνη» οι κριτικοί που, σαν τους Βρεττανούς εκείνους, δεν έχουν ξεκαθαρισμένα ακόμα τα ίδια ιδεολογικά τους ζητήματα. Γιατί βρίσκουνται πέρα, και βάζουν κιάλια και ξομπλιάζουν.

Αλλά είναι λάθος να φωνάζουνε και οι κριτικοί της Αντίστασης. Σα να ’τανε κι εκείνοι έξω απ’ το νυμφώνα, ενώ ξέρουν καλά ότι στον τόπο μας τουλάχιστον, το βασικό είναι τούτο, κι ας μην ξεγελιόμαστε: Ότι οι τεχνίτες της Αντίστασης δεν είχανε, κι ούτε έχουνε τον υλικό καιρό που είναι απαραίτητος για να καθίσεις να δουλέψεις. Πέντε χρόνων η πείρα μας έπεισε αρκετά. Το ξέρουμε ότι δουλεύουν την τέχνη όλοι τους μες σε συνθήκες σχεδόν απίστευτες και δραματικές. Όπως και το γιατί το ξέρουμε.

Γι’ αυτό κι η κριτική «τους» όταν βάζει φωνές μας φαίνεται όπως το κολητήρι που τραβά τον Καραγκιόζη απ’ το ρούχο, «πατέλα, κι εγώ εδώ είμαι δε με βλέπεις;  Για τήραξε». Έτσι την κρίνουν κάποτε οι αναγνώστες της.

Και είναι πολύ κακό όταν στα σφάλματα τα γενικά του πρώτου ζητήματος, προσθέσουνε και το άλλο το ειδικό σφάλμα, του δεύτερου ζητήματος. Έτσι νομίζουν μερικοί αναγνώστες.

 

Ελεύθερα Γράμματα, 40, 5 Απριλίου 1946

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.