Το Μωσαϊκό της Ιεριχούς

Το Μωσαϊκό της ΙεριχούςΣυγγραφέας: Whittemore, Edward

15,00€

Άμεσα διαθέσιμο

Ο μεγαλύτερος «άγνωστος» συγγραφέας της Αμερικής

Publishers Weekly

Από την Ιερουσαλήμ μέχρι την Ιεριχώ –κάτω, στην κοιλάδα του Ιορδάνη– η απόσταση είναι περίπου δεκαπέντε μίλια. Kι από εκεί μέχρι τα υψώματα του Μωάβ –στην Ιορδανία– άλλα δέκα. Σαν να λέμε: μια νύχτα δρόμος. Όταν οι αντίπαλοι ζουν τόσο κοντά επηρεάζουν ο ένας τον άλλο με πολύ παράξενους και απρόσμενους τρόπους.

Το 1959 ένας νεαρός, ιδεαλιστής Σύριος και επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο Χαλίμ, εγκαταλείπει τη ζωή του στο Μπουένος Άιρες, για να επιστρέψει στην αρχαία γη, όπου γεννήθηκε, και να βοηθήσει στην προετοιμασία της Αραβικής Επανάστασης. Στη Δαμασκό, αποκτά γρήγορα τη φήμη του ανυποχώρητου οραματιστή, της «ψυχής» της παλαιστινιακής υπόθεσης. Όμως, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ο Γιόσι, ένας Εβραίος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ιράκ και τώρα δουλεύει για την Μοσάντ, με το κωδικό όνομα «Δρομέας».

Την ίδια στιγμή, στην αρχαιότερη πόλη της γης, στην Ιεριχώ, σ’ αυτή την όαση αιώνιου καλοκαιριού, στην άκρη του τεκτονικού ρήγματος που χωρίζει την Ιερουσαλήμ από τη Δαμασκό, τρεις παράξενοι σοφοί συνοδεύουν με χασίς και αράκ μια παρτίδα τάβλι, που άρχισαν πριν από σαράντα χρόνια σ’ έναν πορτοκαλεώνα, συνδέοντας τη ζωή και την Ιστορία περασμένων ή περίπου περασμένων χρόνων. Είναι ο Αμπού Μούζα, ένας πρόσχαρος Άραβας πατριάρχης που πολέμησε με τον Λώρενς της Αραβίας και τώρα καλλιεργεί εσπεριδοειδή· ο Μωυσής ο Αιθίοπας, ένας ευνούχος που αφιέρωσε το γιγάντιο σώμα και την ευαίσθητη ψυχή του στον Θεό· και ο Μπελ, ο θρυλικός μονόφθαλμος Άγγλος ερημίτης, ένας συνταξιούχος κατάσκοπος, που διέπρεψε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Επί είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια, ο «Δρομέας» στέφει με επιτυχία το πιο φιλόδοξο σχέδιο διείσδυσης σε ξένη χώρα που συνέλαβε ποτέ η Μοσάντ, μέχρι που ξεσπά ο εμφύλιος πόλεμος στον Λίβανο και ο «Δρομέας» στρατολογείται από τον γενικό επιθεωρητή των μυστικών υπηρεσιών της Συρίας ως πληροφοριοδότης του στη Βηρυτό.

 

Κάιρο του ’40, Δαμασκός του ’60, Βηρυτός του ’70, Ιερουσαλήμ των τελευταίων τριών χιλιάδων χρόνων και Ιεριχώ των τελευταίων δέκα χιλιάδων χρόνων… Η ιστορία του «Δρομέα» διαδραματίζεται σε αμέτρητους καθρέφτες, συνθέτοντας μυστικά σχέδια, τις ψευδαισθήσεις και τις πραγματικότητες της Μέσης Ανατολής, όπου οι αιτίες και τα αποτελέσματα είναι τόσο περίπλοκα, ώστε συχνά το προφανές είναι το εντελώς αντίθετο του αληθινού.

Εισαγωγή: Hougan, Jim
Μετάφραση: Μπλάνας, Γιώργος
Είδος: Βιβλίο
Τίτλος Πρωτοτύπου: Jericho Mosaic
ISBN: 978-960-446-069-4
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2016
Πρώτη έκδοση: 2016
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14 x 21
Σελίδες: 416
Σειρά: Το Κουαρτέτο της Ιερουσαλήμ
 
 
Μοιάζει με βιβλίο και δημιουργεί την αίσθηση πως είναι βιβλίο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως αυτό που κρατάτε στα χέρια σας είναι ένα τσεκούρι. Ένα χάρτινο τσεκούρι –είναι αλήθεια– αλλά τσεκούρι.
Εξηγούμαι.
Το Μωσαϊκό της Ιεριχούς είναι το επιστέγασμα τού Κουαρτέτου της Ιερουσαλήμ τού Ted Whittemore, μια από τις πιο φιλόδοξες λογοτεχνικές προσπάθειες του 20ού αιώνα. Όπως ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες του Robert Musil και το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Lawrence Durrell, το magnum opus του Whittemore διερευνά τα μεγάλα θέματα της εποχής μας και κάθε εποχής. Τον πόλεμο και την ειρήνη, τη φιλία και τον θάνατο, την απώλεια και την προδοσία. Υπερβολικές φιλοδοξίες.
Το Μωσαϊκό της Ιεριχούς, ένα ιστορικό μυθιστόρημα στο οποίο η λεπτότητα πνεύματος συναγωνίζεται τη βία, είναι πρωτίστως μια ιστορία κατασκοπείας εμπνευσμένη από τον τραγικό ηρωισμό του θρυλικού Ισραηλινού κατασκόπου Eli Cohen [1924-1965].
Αραβόφωνος Εβραίος από τη Συρία, μεγάλωσε στην Αίγυπτο και στρατολογήθηκε από τη Μοσάντ, όταν μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Ισραήλ, το 1950. Όπως και ο πρωταγωνιστής του Whittemore, ο Γιόσι-Χαλίμ, ο Eli Cohen εκπαιδεύτηκε και στάλθηκε στην Αργεντινή με ψεύτικη ταυτότητα, για να μετατρέψει τον εαυτό του σε θρύλο, πράγμα που θα του επέτρεπε να φέρει σε πέρας την πραγματική αποστολή του: να πάει στη Δαμασκό ως επιχειρηματίας και να αρχίσει να ξετρυπώνει σαν λαγωνικό τα επιτελικά μυστικά του συριακού στρατού.
Ο Χαλίμ, όπως και ο Eli Cohen, είχε να αντιμετωπίσει τον διόλου απίθανο κίνδυνο να καταλήξει ανθρώπινο κουρέλι στην άκρη ενός σχοινιού, σε μιαν αλάνα. Κι όμως, ο Eli Cohen τα είχε αφήσει όλα πίσω του –οικογένεια, χώρα και ταυτότητα– για να παίξει κορώνα γράμματα τη ζωή του σ’ ένα όνειρο. 
Σαράντα χρόνια αργότερα, η Συρία και το Ισραήλ εξακολουθούν να ερίζουν για τα οστά του.
 
* * *
 
Για τον Whittemore, ο κατάσκοπος ήταν η προσωποποίηση της εποχής του. Και γιατί όχι; Ο Whittemore γεννήθηκε σε μια εποχή δολοφονιών, συνωμοσιών, συγκρούσεων, πραξικοπημάτων και Παγκοσμίων Πολέμων – συμπεριλαμβανομένου του Ψυχρού. Κατάσκοποι, όπως ο Σοβιετικός Richard Sorge [1895-1944], του οποίου οι δραστηριότητες παρέχουν στον Whittemore το πλαίσιο για το πρώτο μυθιστόρημα του Κουαρτέτου της Ιερουσαλήμ, ήταν άνδρες των οποίων οι ζωές έγιναν μυστικοί μοχλοί της εποχής τους.
Απόφοιτος του Yale, αυτού του μεγάλου φυτώριου εκπλήξεων, ο Whittemore υπήρξε ο ίδιος μυστικός πράκτορας επί σειρά ετών. Μπαίνοντας στη CIA, τη δεκαετία του 1950 –στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου– έγινε κατάσκοπος με την κυριολεκτική έννοια. Όχι ένας υπάλληλος της CIA με κανονικό ωράριο, αλλά ένας ενεργός πράκτορας, δίχως επίσημη κάλυψη, ο οποίος είχε να κάνει με ανελέητους αντιπάλους: κάτι σαν ακροβάτης που δεν έχει δίχτυ ασφαλείας. Έχασες την ισορροπία σου; Δεν υπάρχει Πρεσβεία να σε σώσει! 
Έτσι, είχε τελικά προσωπική πείρα αυτού του κυριολεκτικού «εμφράγματος σε αργή κίνηση», που βίωνε καθημερινά ο Eli Cohen. Πραγματικά, δεν είναι καθόλου εύκολο να φανταστεί κανείς μια τέτοια ζωή. Κλεισμένος σ’ έναν μυθιστορηματικό κόσμο, ο πράκτορας κινείται αδιάκοπα σε μιαν ατμόσφαιρα μυστηρίου και αγωνίας. Όπως η ακτινοβολία, που υποτίθεται πως θα προκύψει από το Big Bang, βρίσκεται πάντα παντού και πουθενά, διαχέεται στον ίδιο τον αέρα που αναπνέει. Η συνεχής επιφυλακή επιβάλλεται. Ο αυθορμητισμός απαγορεύεται. Η αποκάλυψη καραδοκεί σαν φυτόψειρα σε αθέριστο χωράφι – να κάνεις την μοιραία λάθος κίνηση. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η ζωή ανάγεται σε μια σειρά απελπισμένων, μοναχικών υπολογισμών – έστω κι αν ο πράκτορας παρουσιάζεται σαν το πιο κοινωνικό και γοητευτικό άτομο.
Ωστόσο υπάρχουν στιγμές γαλήνης, στη διάρκεια των οποίων ο κόσμος αποκαλύπτει την «θεϊκή» όψη του: μια όψη που υπερβαίνει ακόμα και το πιο ισχυρό βίωμα. Μια τέτοια στιγμή μάς δίνει ο Whittemore, όταν ένας Σύριος ταγματάρχης παίρνει τον Χαλίμ, για να τον πάει σ’ ένα μικρό πέτρινο σπίτι, με θέα την κοιλάδα Μπεκά, όπου θα τον στρατολογούσε μια από τις σημαντικότερες μυστικές υπηρεσίες της Συρίας. 
 
«Μια άχαρη βροχή έπεφτε από τα χαράματα, μια επίμονη νεροποντή που απειλούσε να συνεχίσει όλη μέρα. Ο ορεινός δρόμος ήταν γεμάτος με λιμνούλες. Κάπου-κάπου, ένας μοναχικός, παγωμένος γιδοβοσκός παραμέριζε για να περάσουν. Η γη ήταν έρημη, τυλιγμένη σ’ ένα πέπλο μελαγχολίας. Κάποτε, το αυτοκίνητο μπήκε σκαμπανεβάζοντας στην αυλή της μικρής πέτρινης αγροικίας. Ο Χαλίμ τυλίχτηκε στο πανωφόρι του και όρμησε προς την πόρτα».
 
Ο Whittemore είναι βαθύς γνώστης της Μέσης Ανατολής: της ιστορίας, των ηθών και της γεωπολιτικής της. Αλλά, όπως αποδεικνύεται, είναι και βαθύς γνώστης της ανθρώπινης φύσης, της υπεροχής της απέναντι στα σύνορα και τους χάρτες, τους στρατηγούς και τους πολιτικούς. Κάποια στιγμή, όταν το «παιχνίδι» του Χαλίμ έχει τελειώσει πια, ένας Ισραηλινός στρατηγός λέει στον χειριστή του Χαλίμ, τον «μεγάλο ραβίνο της κατασκοπείας» και ιδρυτή της Μοσάντ, Ταχάρ, πως ο Χαλίμ «ήταν ο πολυτιμότερος πράκτορας που είχε ποτέ το Ισραήλ». Και ο Ταχάρ ψιθυρίζει: «Ναι… ήταν κι αυτό».
Μα δεν είναι μόνο η φύση των μεγάλων ανδρών που μας αποκαλύπτει ο Whittemore. Όπως ο Charles Dickens, αντιλαμβάνεται το τραγικό μεγαλείο που κρύβεται στο πεπρωμένο ακόμα και των πιο ασήμαντων ανθρώπων, όπως του στενού φίλου του Χαλίμ, Ζιάντ, ενός δημοσιογράφου και οπαδού του Μπάαθ, για τον οποίο ο Ταχάρ λέει: «Ποιος ξέρει… πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος στην προσπάθειά του να διαμορφώσει έναν άλλο εαυτό».  
Εν ολίγοις, ο Whittemore είναι ένας από τους καλύτερους και πολύ λίγο διαβασμένους συγγραφείς μιας ύπουλης, σκοτεινής και βρόμικης εποχής. Τα βιβλία του –αρχής γενομένης από το Quin's Shanghai Circus– συγκαταλέγονται ανάμεσα στα μεγάλα «πολεμικά μυθιστορήματα» της εποχής μας. Έχουν κάτι από τη λάμψη του Κόκκινου Εμβλήματος της Παλικαριάς, του Stephen Crane και του Οι Γυμνοί και οι Νεκροί, του Norman Mailer. Λένε κι αυτά πως τους πολέμους χωρίς στολές και μέτωπα μπορεί να μην τους υπολογίζουμε, αλλά οι πληγές τους είναι βαθύτερες. Ο Kafka το είχε καταλάβει:
 
«Νομίζω πως πρέπει να διαβάζουμε μόνο τα βιβλία που μπορούν να μας τσακίσουν… Έχουμε ανάγκη από βιβλία που μας χτυπούν σαν επιδημία και μας προκαλούν βαθιά οδύνη, σαν να χάσαμε κάποιον που αγαπούσαμε περισσότερο από τον εαυτό μας, σαν να εξοριστήκαμε σε κάποιο σκοτεινό δάσος, μακριά από τους ανθρώπους, σαν να επιχειρούμε να αυτοκτονήσουμε. Ένα βιβλίο πρέπει να είναι ένα τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα που απλώνεται μέσα μας». 
 
Ιδού, λοιπόν, αναγνώστη, ένα τσεκούρι φτιαγμένο από τον Ted Whittemore. 
 
Jim Hougan*
Charlottesville, 2002
 
*Ο Jim Hougan είναι Αμερικανός μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος, με σημαντικό ρόλο στην αποκάλυψη του σκανδάλου του Watergate, από τις στήλες της Washington Post.
 
 

 

[…] Ο δρόμος όπου μεγάλωσε η Άννα στο Κάιρο, ήταν στενός και πυκνοχτισμένος. Οι στέγες των απέναντι σπιτιών σχεδόν ακουμπούσαν μεταξύ τους, σχηματίζοντας έναν θόλο πάνω από το λιθόστρωτο. Τα σπίτια, χτισμένα στη διάρκεια του δεκάτου ενάτου αιώνα, ήταν μακρόστενα, με τα επάνω πατώματα να στεγάζουν τις οικογένειες που διατηρούσαν τα σπηλαιώδη μαγαζιά των ισογείων: Αιγύπτιοι, Έλληνες, Σύριοι, Αρμένιοι, Εβραίοι και κάπου-κάπου κανένας Ιταλός, Πέρσης ή Τούρκος. Μόλις χάραζε, το δρομάκι μετατρεπόταν σ’ έναν χείμαρρο γαϊδουριών, κάρων, πλανόδιων πωλητών που διαλαλούσαν με στεντόρεια φωνή την πραμάτειά τους και ανθρώπων που άγγιζαν και μύριζαν και παζάρευαν τα «εκλεκτά» εμπορεύματα, μέσα σε σύννεφα σκόνης. Το βράδυ, όμως, η γειτονιά μετατρεπόταν σε μια σκοτεινή, σιωπηλή σήραγγα. Οι κάτοικοι κλείδωναν τα μαγαζιά τους και αποσύρονταν στις πίσω αυλές και τα επάνω δωμάτια, σφαλίζοντας ερμητικά τα παντζούρια, για να προστατεύσουν την ιδιωτική τους ζωή.

Η Άννα πέρασε τα παιδικά της χρόνια σ’ έναν φανταστικό κόσμο γεμάτο σκιές και ψιθύρους. Ίσως να κατέφυγε εκεί επειδή μεγάλωσε στην Αίγυπτο, όπου το εκτυφλωτικό φως του ήλιου δεν έκρυβε τίποτα και όλα φαίνονταν ασήμαντα μέσα στη γύμνια τους. Σ’ έναν τέτοιο τόπο, τα μόνα πράγματα που θα μπορούσαν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον ενός παιδιού ήταν το τρίξιμο ενός παραθυρόφυλλου, το θρόισμα μιας κουρτίνας, το γύρισμα ενός κλειδιού, ένας διστακτικός ψίθυρος στις σκάλες…

Αυτός ήταν ο κόσμος της μικρής Άννας: ένα σύμπαν διακριτικών βημάτων, απόκοσμων ήχων και φευγαλέων σκιών. Αργότερα, ήρθε να προστεθεί σ’ αυτόν τον κόσμο η μυστική ζωή του αδελφού της, με τις κρυφές συναντήσεις και τις χαμηλόφωνες συζητήσεις στο σκοτάδι της στενής αυλής τους. Ήταν μεγάλη πια, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις παιδικές της αναμνήσεις, γιατί ο πραγματικός κόσμος τις τροφοδοτούσε με μυστήριο.

Το κατάστημα οπτικών που διατηρούσε η οικογένειά της στο ισόγειο του σπιτιού τους, το είχε ανοίξει ο προπάππος της, ο οποίος στη συνέχεια το νοίκιασε για να ασχοληθεί με το εμπόριο μπαμπακιού. Έκανε μεγάλη περιουσία –αφού ο δέκατος αιώνας ευνοούσε τους ικανούς κερδοσκόπους– και την άφησε ολόκληρη στον γιο του –τον παππού της Άννας– που την έχασε – αφού κανένας αιώνας δεν ευνοεί τους αδέξιους κερδοσκόπους. Ύστερα ο πατέρας της σκοτώθηκε στη βρετανική εκστρατεία για την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Τούρκους. Ο αδελφός της, ο Δαβίδ, ήταν πολύ μικρός τότε, αλλά επέμενε πως θυμόταν τον πατέρα τους. Η Άννα είχε γεννηθεί μετά τον θάνατό του, στο ίδιο εκείνο σπίτι, στην κρεβατοκάμαρα που έβλεπε στην αυλή.

Στην ουσία, τα δυο παιδιά μεγάλωσαν χωρίς γονείς. Η μητέρα τους έφευγε κάθε μέρα για τη δουλειά και τα άφηνε στην φροντίδα διαφόρων γυναικών, ακόμη πιο φτωχών από αυτούς.

Όταν ο αδελφός της μεγάλωσε αρκετά, πήγαινε –μετά το σχολείο– και δούλευε σαν παραγιός στον ηλικιωμένο οπτικό, που νοίκιαζε το μαγαζί. Έτσι, έμαθε το επάγγελμα του προπάππου του. Καθήκον της Άννας –μετά το σχολείο– ήταν να κρατά το σπίτι και το μαγαζί σε τάξη. Είχε από μικρούλα αγέρωχο παράστημα και μεγαλώνοντας έγινε ένα ψηλό, όμορφο κορίτσι με μακριά μαύρα μαλλιά. Ωστόσο τα βλέμματα του κόσμου τα συγκέντρωνε πάντα ο αδελφός της, όταν έβγαιναν με τη μητέρα τους για περίπατο στις όχθες του Νείλου.

«Έτσι είναι», γελούσε η μητέρα τους, αγοράζοντας ηλιόσπορους για να περάσουν την ώρα τους στο πάρκο. «Ο γιος παίρνει τα όμορφα ματόκλαδα, για να μάθει αργότερα πως δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα και η κόρη απαλλάσσεται από τέτοιες αυταπάτες, για να βρει ανεμπόδιστα τον αληθινό της εαυτό».

Η μητέρα τους πέθανε πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αδελφός της Άννας ήταν ακόμη πολύ νέος, αλλά δούλευε ήδη κρυφά για τη Σάι. Το Κάιρο ήταν βάση βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, αφού από εκεί μπορούσαν να ελέγχουν άμεσα την Παλαιστίνη, η οποία ήδη από τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο βρισκόταν υπό βρετανική εντολή. Η Άννα βοηθούσε τον αδελφό της όσο καλύτερα μπορούσε, αλλά οι κίνδυνοι ήταν πολλοί κι έγιναν ακόμα περισσότεροι, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Βόρειο Αφρική, το 1941. Το Κάιρο μεταβλήθηκε στον χειρότερο τόπο όπου θα μπορούσαν να ζουν δύο νεαροί Εβραίοι, με τους Γερμανούς να προελαύνουν ακάθεκτοι στην έρημο και τους πρόσφυγες να φέρνουν όλο και πιο τρομακτικά νέα από την Ευρώπη.

Τελικά, η οικογένειά της άντεξε μόνο τέσσερις γενιές. Μια νύχτα του Ιουνίου του 1942, ο αδελφός της δεν επέστρεψε από κάποια μυστική συνάντηση και την άλλη μέρα, η Άννα έμαθε πως τον σκότωσε ένα διερχόμενο φορτηγό. Τροχαίο ατύχημα χαρακτήρισε η αστυνομία το συμβάν. Αλλά εκείνη ήξερε πως ήταν δολοφονία. Ήταν πια εντελώς μόνη στον κόσμο. Έκλεισε πόρτες και παράθυρα και άρχισε να γυρίζει στο σκοτεινό σπίτι ουρλιάζοντας από απελπισία.

Σίγουρα θα είχε τρελαθεί, αν ένας άγνωστός της, δεν κατάφερνε να μπει στο σπίτι και να την βρει σωριασμένη στο πάτωμα, πλάι στην πόρτα της αυλής. Η φωνή του την τράβηξε απαλά απ’ το σκοτάδι. Εκείνη άνοιξε τα μάτια και στο φως του κεριού που κρατούσε ο σωτήρας της είδε πως ήταν μονόφθαλμος. Ένα μεγάλο προστατευτικό κάλυμμα σκέπαζε το άχρηστο μάτι του και το παραμορφωμένο πρόσωπό του είχε αποκρουστική όψη. Το κορίτσι νόμιζε πως έβλεπε εφιάλτη. Ωστόσο, όταν ο άνδρας την αγκάλιασε για να την σηκώσει, κατάλαβε πως ήταν ξύπνια.

Επρόκειτο να περάσουν χρόνια ώσπου να γνωρίσει καλά αυτόν τον μυστηριώδη μονόφθαλμο Άγγλο, που έμελλε να παίξει τόσο σπουδαίο ρόλο στη ζωή της. Εκείνη τη στιγμή ήθελε μόνο να βρεθεί όσο πιο μακριά γινόταν από το Κάιρο. Ο Άγγλος την εφοδίασε με χαρτιά και την βοήθησε να φύγει για την Παλαιστίνη. Η Άννα ήταν βέβαιη πως ο άνθρωπος αυτός είχε σχέση με τη βρετανική υπηρεσία πληροφοριών και πως την βοηθούσε λόγω του αδελφού της, αλλά η θλίψη και ο φόβος δεν της άφηναν περιθώρια για δεύτερες σκέψεις. Η απόδραση ήταν το μόνο που την ένοιαζε.

Ήταν είκοσι τριών χρόνων, όταν ξεκινούσε. Τα Panzer του γερμανικού Afrika Korps απείχαν καμιά πενηνταριά μίλια από την Αλεξάνδρεια. Ο βρετανικός στόλος είχε ήδη αποπλεύσει για την Χάιφα και το βρετανικό προσωπικό –στρατιωτικό και πολιτικό– εγκατέλειπε το Κάιρο. Ατέλειωτες φάλαγγες φορτηγών κινούνταν στους φιδωτούς δρόμους για το Σινά: μια έξοδος προς τα βορειοανατολικά με προορισμό την Παλαιστίνη. […]

 

[…] Εκείνον τον καιρό, η Μέση Ανατολή βρισκόταν συνεχώς σε αναβρασμό, με τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο μετακινούνταν Έλληνες και Τούρκοι. Τώρα ήταν η σειρά των Εβραίων και των Αράβων. Σχεδόν ένα εκατομμύριο Εβραίοι εγκατέλειψαν μουσουλμανικές χώρες –περίπου 700.000 απ’ αυτούς πηγαίνοντας στο Ισραήλ– και 600.000 Άραβες εγκατέλειψαν το Ισραήλ για μουσουλμανικές χώρες.

Οι βομβιστικές ενέργειες και οι δολοφονίες βρίσκονταν πάντα στην ημερησία διάταξη. Το φθινόπωρο του 1956, ισραηλινά άρματα μάχης πέρασαν αιφνιδιαστικά τα σύνορα με την Αίγυπτο, διέσχισαν με ταχύτητα την έρημο και έπληξαν θέσεις του αιγυπτιακού στρατού. Στη διάρκεια αυτής της οκταήμερης επιχείρησης οι τεθωρακισμένες φάλαγγες των Ισραηλινών κατέλαβαν ολόκληρη τη χερσόνησο του Σινά. Σύντομα, όμως, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν λόγω της συνδυασμένης αμερικανικής και ρωσικής πίεσης στα Ηνωμένα Έθνη.

Ο γιος της Άννας και του Γιόσι ήταν τότε οκτώ χρόνων.

Ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα με πεντακάθαρο ουρανό, όταν η Άννα τον έβγαλε περίπατο στην ακρογιαλιά, για να του πει τι έμαθε από τον Ταχάρ το πρωί: ο Γιόσι είχε σκοτωθεί σε μια αιγυπτιακή ενέδρα στο Σινά, μαχόμενος ηρωικά.

Ναι, ο Γιόσι είχε σκοτωθεί. Η Άννα και ο γιος τους παραβρέθηκαν στην κηδεία, που ετοίμασε ο πάντα πιστός φίλος Ταχάρ.

Ωστόσο, βαθιά μέσα της, η Άννα δεν πίστεψε ποτέ πως ο Γιόσι ήταν νεκρός.

Φυσικά, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν γι’ αυτό – ούτε καν στον Ταχάρ. Και δεν ξαφνιάστηκε καθόλου, όταν μετά από πολλά χρόνια, έμαθε πως ο Γιόσι δεν είχε σκοτωθεί, αλλά ζούσε με άλλο όνομα στην αρχαιότερη αραβική πρωτεύουσα. […]

 

[…] Η στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών ήταν ο νεότερος εταίρος των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών. Ο διευθυντής της αναφερόταν στον αρχηγό επιτελείου στρατού ενώ ο διευθυντής της Μοσάντ αναφερόταν κατευθείαν στον πρωθυπουργό. Ο άνθρωπος αντικαταστάτης του Μικρού Ααρών, ήταν ο διοικητής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, ο παράτολμος και ευφυής στρατηγός Ντρορ. Ο Ντρορ ήταν υπαρχηγός του στρατού στη διάρκεια του πολέμου του Σινά το 1956 και σίγουρα θα γινόταν αρχηγός, αν δεν πίστευε τόσο σθεναρά πως η θέση ενός στρατηγού είναι πλάι στους άνδρες του, στο πεδίο της μάχης. Μετά τον πόλεμο του 1956, θέλησε να εκπαιδευτεί στην πτώση με αλεξίπτωτο, αλλά μια μέρα το αλεξίπτωτό του δεν άνοιξε κανονικά, στέλνοντάς τον στο νοσοκομείο για δεκαοκτώ μήνες. Οι μέρες του ως μάχιμου αξιωματικού είχαν τελειώσει, αλλά παρέμεινε στο Σώμα, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών. Και ξαφνικά έγινε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για τους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς εχθρούς του Μικρού Ααρών.

Ο Ντρορ επιχείρησε να κάνει αλλαγές στη Μοσάντ, με στόχο την καλύτερη και αποτελεσματικότερη οργάνωση, αλλά βρέθηκε από την πρώτη στιγμή αντιμέτωπος με ανταρσία. Πολλοί από τους παλαιότερους άνδρες της υπηρεσίας απείλησαν να παραιτηθούν και μερικοί άρχισαν να κρύβουν πληροφορίες. Η «οικογένεια» είχε χάσει την πατρική φιγούρα της και ήταν θυμωμένη. Αναπόφευκτα, οι άνδρες του Μικρού Ααρών είδαν τον διορισμό του στρατηγού Ντρορ σαν κατάληψη από τον στρατό.

Για τον Ταχάρ, η όλη υπόθεση είχε μια ειρωνική διάσταση. Κάποτε τον είχαν διώξει από τη Μοσάντ επειδή υποτίθεται πως ο Μικρός Ααρών δεν είχε τα «μειονεκτήματά» του. Και ποια ήταν αυτά; Ενδιαφερόταν πάρα πολύ για τους πράκτορές του και διηύθυνε τις επιχειρήσεις με τον δικό του τρόπο, αδιαφορώντας για την οργάνωση. Τώρα, οι ικανότεροι και πιο οργανωμένοι άνδρες που έφερε μαζί του ο Ντρορ από τον στρατό κατηγορούσαν τον Μικρό Ααρών για τα ίδια «μειονεκτήματα». Μια ακόμα ειρωνική νότα ήταν το παραλίγο θανατηφόρο ατύχημα του Ντρορ με το αλεξίπτωτο. Αν δεν συνέβαινε, ο Ντρορ θα ήταν ακόμη ένας μάχιμος αξιωματικός, πιθανόν αρχηγός επιτελείου. Κι αν δεν ήταν το δικό του –επίσης παραλίγο θανατηφόρο– τροχαίο, θα ήταν ακόμα ενεργός πράκτορας, αντί να επιβλέπει άλλους.

Ένα από τα «μειονεκτήματα» του Μικρού Ααρών ήταν πως, αντί να συγκεντρώνει και να οργανώνει τις πληροφορίες που συλλέγονταν από τις γειτονικές αραβικές χώρες και είχαν ζωτική σημασία για τον στρατό, ασχολιόταν με μεγαλεπήβολες επιχειρήσεις στην Ευρώπη. Ο Ντρορ είχε αποφασίσει να το διορθώσει αυτό, επαναπροσδιορίζοντας τις προτεραιότητες της Μοσάντ. Στο σημείο αυτό μπαίνει στη σκηνή ο Ταχάρ, ο κορυφαίος ειδικός της Διείσδυσης στις αραβικές χώρες. Ήδη διηύθυνε μια από τις πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις ενάντια στον πιο μαχητικό γείτονα του Ισραήλ: την επιχείρηση Δρομέας, στη Δαμασκό. Επιπλέον, ήταν παλιά καραβάνα, με πολύ μεγαλύτερη πείρα από τον Μικρό Ααρών. Κανείς δεν έχαιρε περισσότερου σεβασμού ανάμεσα στα ανώτερα στελέχη της Μοσάντ.

Για όλους αυτούς και αρκετούς άλλους λόγους, λοιπόν, ήταν ο καταλληλότερος σύμμαχος για τον Ντρορ. Ο Ταχάρ το κατάλαβε και αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση.[…]

 

Το Μωσαϊκό της Ιεριχούς είναι το τελευταίο μέρος του Κουαρτέτου της Ιερουσαλήμ, που ωστόσο έχει τη δική του αυτοτελή υπόθεση. Όπως και τα προηγούμενα έργα του Edward Whittemore, έτσι και αυτό διατρέχεται από τη δραματική έκκληση του συγγραφέα για μια Ιερή Γη, έναν Άγιο Τόπο, τη Γη της Επαγγελίας όπου θα συμβιώσουν ειρηνικά Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι. Στο τελευταίο αυτό μέρος, ωστόσο, ο Whittemore ξετυλίγει μια γοητευτική ιστορία κατασκοπίας, με δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ Ιστορίας και Μυθοπλασίας, και ενίοτε δραπετεύει από την ιστορία του για να κρυφακούσει τους στοχασμούς τριών σοφών, πάνω από μια παρτίδα τάβλι που ξεκίνησε σαράντα χρόνια πριν. Το βιβλίο γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς τη σχέση του συγγραφέα με τη CIA. Κατά τη διάρκεια της πολυτάραχης δεκαετίας του ’70 ο Whittemore βρισκόταν κάπου μεταξύ Νέας Υόρκης, Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, με αυτά τα αδιάκοπα πήγαιν’ έλα να μαρτυρούν πως μάλλον η σχέση του με τη CIA δεν έληξε ποτέ.

 

Ο Alan Krauss εγκωμιάζει το βαθύ ιστορικό και θρησκειολογικό υπόβαθρο του Whittemore και τού αναγνωρίζει ότι “γράφει ως πραγματικός ειδήμων όχι μόνο για τις ολοένα μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές συνθήκες στη Μέση Ανατολή, αλλά και για τις πολλές θρησκείες που διαπλέκονται με τις συνθήκες αυτές και συχνά τις διαμορφώνουν”. Ο Jay Neugeboren γράφει στη The Philadelphia Inquirer: “λεπτομερής και αλάθητος, παρουσιάζει περίπλοκα γεωπολιτικά γεγονότα, ενώ μάς καλεί να κατανοήσουμε το μυστήριο μηχανισμό της τύχης και της μοίρας [...] μάς χαρίζει τη δική του ξεχωριστή οπτική, όπου, με έναν εντελώς καινούργιο αυθεντικό τρόπο, η ιστορία ξαναγράφεται, μα αυτή τη φορά με τον Άνθρωπο στο κέντρο”.

 

Κωνσταντίνος Ι. Γκοβόστης 

Όπως ο Τολστόη, ο Whittemore μάς αποκαλύπτει –με τον δικό του απόλυτα προσωπικό τρόπο, μέσα από το εντελώς ιδιοσυγκρασιακό όραμά του– το ανθρώπινο κέντρο της Ιστορίας. «Το Μωσαϊκό της Ιεριχούς» είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα… Χωρίς ψευδαισθήσεις, με καθαρό μυαλό και πεντακάθαρη καρδιά, ο Whittemore μάς δείχνει πόσο οδυνηρή, όμορφη και γεμάτη αναπάντεχες ανατροπές μπορεί να είναι η ζωή· πώς η πάλη με τον εαυτό μας και τους άλλους μπορεί να αλλάξει ακόμα και το τετελεσμένο.

The Philadelphia Inquirer

 

 

Ο Whittemore δεν έγραψε μιαν ιστορία κατασκοπείας, αλλά την ιστορία ενός κατασκόπου. Ο «Δρομέας» είναι ένας Ιανός, όχι με δύο, αλλά με δεκάδες πρόσωπα, που κινούνται ταυτόχρονα σε διαφορετικό χρόνο και παλεύουν με τα αντικρουόμενα συναισθήματά τους. «Το Μωσαϊκό της Ιεριχούς» ξετυλίγει σαν αρχαίο πάπυρο την εφιαλτική, περίπλοκη, σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής, συναρπάζοντας τον αναγνώστη.

The New York Times

 

 

Η ιστορία ενός Ισραηλινού, που γίνεται ο πιο επιτυχημένος διπλός πράκτορας του Ισραήλ, είναι ένα κλασικό μυθιστόρημα κατασκοπείας, αλλά και μια αλληγορία για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν οι κάτοικοι της Μέσης Ανατολής αναγνώριζαν τους πανάρχαιους δεσμούς τους και έβλεπαν τη ματαιότητα του πολέμου. Ο Whittemore φτιάχνει με τις ψηφίδες της Ιστορίας της Ιεριχούς ένα μωσαϊκό, που δείχνει συναρπαστικά τις σχέσεις του μύθου με την Ιστορία και την καθημερινή ζωή.

Publishers Weekly

 

Ο Whittemore είναι ένας δεξιοτέχνης των ανέκφραστων, ευφάνταστων παραποιήσεων – ξαναγράφει την ιστορία και την εποικίζει με ένα πλήθος από ασυνήθιστους και ασυνήθιστα συμπαθείς πρωταγωνιστές.

Kirkus Reviews

 

 

Ένας από τους καλύτερους συγγραφείς της Αμερικής… ένας πολυτάλαντος λογοτέχνης… που δίνει πνοή σε ένα έπος τόσο συναρπαστικό και αυτοδύναμο όσο «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών».

Harper’s

Whittemore, EdwardΟ Edward Whittemore (1933-1995) σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Yale και στη συνέχεια υπηρέτησε ως αξιωματικός των Πεζοναυτών στην Ιαπωνία. Για μια δεκαετία έδρασε ως πράκτορας της CIA στην Άπω Ανατολή, στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή. Μεταξύ άλλων διηύθυνε μια εφημερίδα στην Ελλάδα, δούλεψε σε μια βιοτεχνία υποδημάτων στην Ιταλία και εργάστηκε στην Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της Νέας Υόρκης επί δημαρχίας Lindsay. Από το 1977 έως το 1987 έγραφε το Κουαρτέτο της Ιερουσαλήμ, ενώ μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Ιερουσαλήμ.
Ο Edward Whittemore αποφοίτησε από το γυμνάσιο του Deering, στο Portland του Maine, τον Ιούνιο του 1951 και το ίδιο φθινόπωρο μπήκε στο Yale.
Σύμφωνα με τα πρότυπα του Yale εκείνης της εποχής, ο Whittemore ήταν πολύ επιτυχημένος, ένα «γυμνασιόπαιδο» που τα είχε καταφέρει. Προσηνής, ευπαρουσίαστος και εκλεπτυσμένος, κοιτούσε τον κόσμο με περιπαιχτικό χαμόγελο.
Δεν ήταν ιδιαίτερα αθλητικός τύπος, αλλά ήταν μέλος της Ζήτα Ψι, μιας αδελφότητας φοιτητών που έπιναν πολύ και είχαν καλές κοινωνικές διασυνδέσεις. Στο τέλος της προτελευταίας του χρονιάς έγινε μέλος της μυστικής αδελφότητας Scroll and Key.
Εκεί που διακρίθηκε πραγματικά ήταν ως αρχισυντάκτης της Yale News το 1955, μια εποχή όπου ο πρόεδρος και οι αρχισυντάκτες της ήταν εξίσου δημοφιλείς με τους αρχηγούς των ποδοσφαιρικών ομάδων. Πολλοί από εμάς στη News είχαμε την εντύπωση ότι ο Ted θα προσανατολιζόταν προς τη Wall Street και την Brown Brothers Harriman, μια επενδυτική εταιρεία όπου γίνονταν δεκτά παλιά μέλη από τη Scroll and Key και όπου αργότερα εργάστηκε ο μεγαλύτερος αδελφός του Ted. Ή, έστω, ότι θα ακολουθούσε δημοσιογραφική καριέρα κάπου στην αυτοκρατορία του Time-Life, η οποία είχε ιδρυθεί από τον Henry Luce, ένα άξιο τέκνο της News.
Κάναμε, όμως, λάθος. Ο Whittemore, αφού υπηρέτησε ως αξιωματικός των Πεζοναυτών στην Ιαπωνία, προσεγγίστηκε από τη CIA και ακολούθησε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα εκμάθησης της ιαπωνικής γλώσσας. Για περισσότερο από μια δεκαετία εργάστηκε για την Υπηρεσία στην Άπω Ανατολή, στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή.
Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, ο Whittemore θα επέστρεφε κατά περιόδους στη Νέα Υόρκη. Για ένα διάστημα διηύθυνε μια εφημερίδα στην Ελλάδα. Έπειτα, ήταν η υποδηματοποιία στην Ιταλία και κάποιο ινστιτούτο στην Ιερουσαλήμ. Συνεργάστηκε επίσης με την Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της Νέας Υόρκης επί δημαρχίας John Lindsay. Αργότερα, είχαν ακουστεί φήμες ότι αντιμετώπιζε «πρόβλημα» με το αλκοόλ και ότι έκανε χρήση ναρκωτικών.
Ενώ υπηρετούσε στους Πεζοναύτες και στη CIA, παντρεύτηκε και πήρε διαζύγιο δύο φορές. Απέκτησε δύο κόρες με την πρώτη σύζυγό του, αλλά σύμφωνα με τους όρους του διαζυγίου δεν επιτρεπόταν να τις βλέπει. Έπειτα, μετά το δεύτερο διαζύγιο, συζούσε με διάφορες γυναίκες. Ήταν πολλές και όλες τους απ’ ό,τι φαίνεται ταλαντούχες: ζωγράφοι, φωτογράφοι, γλύπτριες, χορεύτριες, αλλά ποτέ συγγραφείς.
Ακούγονταν και άλλες φήμες. Ότι είχε φύγει από τη CIA, ότι ζούσε στην Κρήτη, ότι ήταν αδέκαρος, ότι έγραφε. Και μετά, τίποτα. Ήταν σαφές πως εκείνος ο «ξανθός» φοιτητής δεν είχε ακολουθήσει το δρόμο της φήμης και της δόξας.
Jay Neugeboren
Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.