Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία
  • Βενετία

ΒενετίαΗ παραδεισένια πόληΣυγγραφέας: Norwich, John Julius

22,70€9,08€

Άμεσα διαθέσιμο
Ο John Julius Norwich περιγράφει το μετασχηματισμό της Βενετίας από ένα περήφανο ανεξάρτητο κράτος σε έναν εκθαμβωτικό ονειρότοπο που έγινε πόλος έλξης για καλλιτέχνες, συγγραφείς και συνθέτες από όλο τον κόσμο. Σε μια εντυπωσιακά αποτελεσματική απόκλιση από την καθιερωμένη εξιστόρηση, αφηγείται την ιστορία της Βενετίας μέσω των εμπειριών και των αντιδράσεων διασήμων επισκεπτών του δεκάτου ενάτου αιώνα, των: Ναπολέοντα Βοναπάρτη, Μπάιρον, Τζον Ράσκιν, Χένρι Τζέιμς, Ριχάρδου Βάγκνερ, Τζέιμς Ουίστλερ και Ρόμπερτ Μπράουνινγκ.

Τα σχετικά κεφάλαια, γραμμένα με μπρίο και χιούμορ, συλλαμβάνουν τα απαράμιλλα θέλγητρα της Βενετίας και τις ιδιοτροπίες αυτών των ιστορικών προσωπικοτήτων, που τα ανακαλύπτουν (ή αποτυγχάνουν να τα ανακαλύψουν). Ο Ναπολέων, έχοντας φέρει σε πέρας, σε ελάχιστο χρόνο, εκστρατείες που άφησαν άναυδη την Ανθρωπότητα, αδιαφόρησε πλήρως για το ένδοξο τρόπαιό του. Ο σχεδόν σε κωμικό βαθμό λάγνος Μπάιρον ξελόγιαζε κάθε γυναίκα στη Βενετία, μέχρις ότου είχε την ατυχία να ερωτευτεί μία από αυτές, ενώ ο καθωσπρέπει Ράσκιν σχεδίαζε επίμονα και βασανιστικά κάθε αρχιτεκτονική λεπτομέρεια για το κλασικό βιβλίο του, "The stones of Venice", ακόμα κι όταν η όμορφη σύζυγός του εξέφραζε όλο και μεγαλύτερες ανησυχίες για την σεξουαλική του ανικανότητα. Ο Βάγκνερ εργάστηκε πάνω στο Τριστάνος και Ιζόλδη στη Βενετία και εκεί ο Ουίστλερ ζωγράφισε τα αριστουργήματά του.

Η "Παραδεισένια πόλη" είναι μια συναρπαστική ιστορία για τον αναγνώστη, ένας απαράμιλλος ταξιδιωτικός οδηγός. Γεμάτο με έξοχες φωτογραφίες και έγχρωμες αναπαραγωγές πινάκων της εποχής, περιγράφει τα δεινά από την παρακμή της Βενετίας και, ταυτόχρονα, το μεγαλείο του αιώνιου κάλλους της. Είναι τόσο μαγευτικό, τόσο ζωντανό, και τόσο ακαταμάχητο όσο και το αντικείμενό του.
Μετάφραση: Γιάννης Καστανάρας
Είδος: Βιβλίο
ISBN: 960-270-987-1
Έτος έκδοσης: 2005
Πρώτη έκδοση: 2005
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 24x17
Σελίδες: 336
Ευχαριστίες
Εισαγωγή: Ένας Αιώνας στη Βενετία

1. Μετά την Πτώση [1797-1799]
2. Ναπολέων [1807]
3. Μπάιρον [1816-1819]
4. Pάσκιν [1835-1888]
5. Οι Μπράουν [1833-1926]
6. Επανάσταση [1848-1849]
7. Βάγκνερ [1858-1883]
8. Χένρι Τζέιμς [1869-1907]
9. Ρόμπερτ Μπράουνινγκ [1838-1889]
10. Οι Λέιαρντ [1874-1912]
11. Ουΐστλερ και Σάρτζεντ [1870-1913]
12. Κόρβο [1908-1913]
Επίλογος
«Μια Τοκάτα του Γκαλούπι»
Βιβλιογραφία
Εικόνες
Ευρετήριο ονομάτων

Eνας Αιώνας στη Βενετία

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι έχω γράψει αρκετά για τη Βενετία. Μετά από δύο ιστορικά βιβλία, μία ανθολογία και ένας θεός ξέρει πόσα άρθρα, η εμφάνιση ενός ακόμη βιβλίου πάνω στο θέμα αυτό ενδεχομένως να αντιμετωπιστεί με κάποια απογοήτευση. Ας δικαιολογηθώ: πρώτον, αγαπώ αυτό τον τόπο τόσο, ώστε μου είναι αδύνατον να αντισταθώ να γράφω γι’ αυτόν και, δεύτερον, θέλω να συμπληρώσω την ιστορία του. Όλοι γνωρίζουν ότι, μετά από χίλια και πλέον χρόνια ακμής, η ζωή της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας διακόπηκε απότομα και άδοξα το 1797 από το στρατό του νεαρού Ναπολέοντα. Τι συνέβη όμως μετά;
Η σύντομη απάντηση είναι ότι αφού πέρασαν μερικά θλιβερά χρόνια στη διάρκεια των οποίων άλλαξε χέρια ανάμεσα στη Γαλλία και την Αυστρία, το Συνέδριο της Βιέννης έριξε για τα καλά τη Βενετία στα χέρια των Αψβούργων, στα οποία -εκτός από ένα σύντομο, ένδοξο, αλλά δονκιχωτικό διάλειμμα- παρέμεινε για άλλο μισό αιώνα. Τέλος, το 1866 ενσωματώθηκε σε μια ενιαία Ιταλία. Η ανεξαρτησία της χάθηκε για πάντα και μαζί της χάθηκαν οι Δόγηδες και το Libro d’Oro (Χρυσή Βίβλος), οι πόρνες πολυτελείας και το Καρναβάλι, οι «χοροεσπερίδες των μεταμφιεσμένων που άρχιζαν τα μεσάνυχτα και τελείωναν το μεσημέρι» και, μαζί με όλα αυτά, οι νεαροί Άγγλοι μιλόρδοι, οι οποίοι στη διάρκεια της «Μεγάλης Περιήγησής» τους, σταματούσαν για μερικές εβδομάδες ήπιας ακολασίας προτού επιστρέψουν στην πατρίδα τους γεμάτοι χαρά, με μερικούς πίνακες του Καναλέτο και μια ελαφριά βλεννόρροια. Το 19ο αιώνα η Βενετία ήταν μια φτωχή, αξιοθρήνητη σκιά της λαμπερής πόλης του 18ου αιώνα. Ποιος είναι λοιπόν ο καλύτερος τρόπος για να αφηγηθεί κανείς την ιστορία αυτής της εποχής;
Όχι βέβαια με μια απλή εξιστόρηση πολιτικών γεγονότων. Μια τέτοια αντιμετώπιση θα μας βύθιζε στην κατάθλιψη (κάτι που είναι αρκετά άσχημο) ή στην ανία (κάτι που είναι πολύ, πολύ χειρότερο). Έτσι, σκέφτηκα να δω τη Βενετία μέσα από τα μάτια των άλλων - εκείνων των διάσημων επισκεπτών ή κατοίκων οι οποίοι, ακόμη κι αν δεν εγκαταστάθηκαν μονίμως εκεί, εντρύφησαν ουσιαστικά στην πόλη όχι μόνο για να της προσδώσουν αξία με τις αντιλήψεις τους αλλά και για να συνδέσουν εσαεί το όνομά τους με αυτήν στη μνήμη των μελλοντικών γενεών. Είναι επομένως αυτονόητο ότι ο ίδιος ο Ναπολέων -παρά τη σύντομη επίσκεψή του, που διήρκεσε λιγότερο από ένα δεκαπενθήμερο- θα έπρεπε να αποτελεί το πρώτο αντικείμενο μελέτης. Με προβλημάτισε πολύ η σκέψη αν θα έπρεπε να συμπεριλάβω ή όχι την αινιγματική ιστορία της Ναΐρ ντε Λουζινιάν και τελικά κατέληξα σε μια συμβιβαστική λύση αναφέροντάς την σε ένα παρενθετικό υστερόγραφο. Δεν τολμώ να ελπίζω ότι κάποιος αναγνώστης θα μπορούσε να διαφωτίσει αυτό το μυστήριο - παρόλο που κάτι τέτοιο θα ήταν υπέροχο.
Είναι επίσης προφανές ότι δεύτερος θα έπρεπε να είναι ο Μπάιρον. Ανέκαθεν μου ήταν αντιπαθής και η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε μόλις ολοκλήρωσα το τρίτο κεφάλαιο. (Παρεμπιπτόντως, δεν είναι παράξενο που μολονότι είχε ζήσει για τρία περίπου χρόνια στη Ραβέννα, δεν αναφέρει πουθενά ότι επισκέφθηκε τα ψηφιδωτά της πρώιμης Βυζαντινής περιόδου, τα σπουδαιότερα που υπάρχουν στον κόσμο ή ότι έστω γνώριζε την ύπαρξή τους;) Γνωρίζω επίσης ότι, παρά τα αναρίθμητα βιβλία τα οποία αναφέρονται στο πρόσωπό του -ίσως είναι τα περισσότερα που έχουν γραφεί για κάθε άλλο Άγγλο συγγραφέα, με πιθανή εξαίρεση τον Σαίξπηρ- η ιστορία της ζωής του στη Βενετία ήδη είναι σχεδόν πασίγνωστη. Από την άλλη πλευρά πάλι, η ιστορία αυτή σίγουρα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε κάθε περίπτωση όμως, η παράλειψή του από ένα τέτοιο βιβλίο θα ήταν εξίσου επιλήψιμη με τη στάση του απέναντι σε εκείνα τα ψηφιδωτά - για να μην αναφέρουμε την τελείως διαφορετική του στάση απέναντι στις κυρίες της Βενετίας, οι οποίες στην κυριολεξία μαγεύονταν από την προσωπικότητά του.
Έπειτα, βέβαια, έχουμε τον Pάσκιν, ο οποίος μπορεί να μη μάγευε καθόλου τις κυρίες, αλλά οφείλω να ομολογήσω ευθαρσώς ότι προτιμώ την πρόζα του, στην καλύτερη μορφή της, από το ποιητικό έργο του Μπάιρον. Φαντάζομαι ότι ήταν ένα είδος ιδιοφυΐας, παρά το πλήθος των ελαττωμάτων του: όσο κι αν η πόλη τον γοήτευε και παρά τα οφέλη που της πρόσφερε, ποτέ του δεν μπόρεσε να καταλάβει ακριβώς τη σημασία της. Ο συγχωρεμένος ο Σερ Κένεθ Κλαρκ επέμενε συχνά πως ο λόγος που οι περισσότεροι Άγγλοι ταξιδιώτες του 19ου αιώνα συνήθως προτιμούσαν τη Φλωρεντία από τη Βενετία ήταν το ότι το βιβλίο Mornings in Florence του Pάσκιν ήταν αρκετά μικρό ώστε να χωρά άνετα στην τσέπη ενός σακακιού, ενώ για να μεταφέρει το The Stones of Venice θα χρειαζόταν καροτσάκι. Θα μπορούσε επίσης να προσθέσει κανείς ότι από όλα τα σπουδαία έργα της αγγλικής βιβλιογραφίας, το μεγαλειώδες έργο του Pάσκιν είναι σίγουρα εκείνο που διαβάζεται με μεγαλύτερη δυσκολία από την αρχή ως το τέλος. Παρόλο που συνήθως διαφωνώ με τις περικοπές, στην περίπτωση του τεράστιου αυτού βιβλίου είμαι έτοιμος να κάνω μια εξαίρεση. (Για το St Mark’s Rest, όσο λιγότερα πούμε τόσο το καλύτερο.)
Μετά τον Pάσκιν, η επιλογή έγινε πιο δύσκολη. Σήμερα, ελάχιστοι εκτός από τους γνήσιους λάτρεις της Βενετίας έχουν ακούσει για τον Ρόουντον ή για τον Οράτιο Μπράουν, αλλά νομίζω πως και οι δύο αξίζουν μια θέση στο βιβλίο επειδή εκπροσώπησαν τη βρετανική παροικία στη Βενετία για περίπου εκατό χρόνια, στη διάρκεια των οποίων κανείς Άγγλος επισκέπτης στην πόλη δεν θα παρέλειπε να επισκεφτεί τον έναν ή τον άλλο. Εκτός αυτού, οι ιστορικοί -και ειδικότερα εκείνοι που ασχολούνται με την περίοδο των Τυδώρ- οφείλουν πάρα πολλά στις άοκνες έρευνες του Ρόουντον Μπράουν. Αλλά και ο Οράτιος έκανε ό,τι μπορούσε για να επαναφέρει στο προσκήνιο τη Βενετία. Και μόνο για τη συνεργασία του με τον Τζον Άντινγκτον Σίμοντς αξίζει να του αφιερωθούν μερικές σελίδες.
Δεν θα μπορούσα να παραλείψω τον Χένρι Τζέιμς, που χάρη στη φοβερή ευστροφία του κατάφερε να διεισδύσει πολύ βαθύτερα στη βενετσιάνικη ψυχή από κάθε άλλον αναφερόμενο σε αυτό το βιβλίο (αν και ο Μπράουνινγκ τον συναγωνίζεται επάξια). Επί σειρά ετών υπήρξε τακτικός επισκέπτης του Ντάνιελ και της Αριάνα Κέρτις στο Παλάτσο Μπάρμπαρο, στους οποίους αξίζει πραγματικά ένα κεφάλαιο. Γνώριζε τη Βενετία όπως την παλάμη του χεριού του και το The Aspern Papers, παρότι σύντομο, είναι κατά τη γνώμη μου το σπουδαιότερο μυθιστόρημα που έχει γραφεί ποτέ με φόντο τη Βενετία. Υπάρχει βέβαια και η τραγική ιστορία της Κονστάνς Φένιμορ Γούλσον και της παράξενης σχέσης που υπήρχε ανάμεσα στα δυο ξαδέλφια.(Μέχρι σήμερα, όποτε περνώ από το Παλάτσο Σεμιτέκολο σκέφτομαι τη φοβερή νύχτα της αυτοκτονίας της, ένα πλήγμα από το οποίο φαντάζομαι πως ο Τζέιμς δεν συνήλθε ποτέ εξαιτίας των ενοχών που τον βάραιναν.)
Κι έτσι φτάνουμε στους Λέιαρντ. Ομολογουμένως ο Σερ Χένρι ήταν γνωστότερος για τα επιτεύγματά του στη Μεσοποταμία παρά για οτιδήποτε έκανε στη Βενετία - αν και η αναβίωση της βιομηχανίας των ψηφιδωτών δεν ήταν μικρό κατόρθωμα. Η σύζυγός του όμως βασίλευσε (αυτή μου φαίνεται σαν η καταλληλότερη λέξη) από το μεγαλοπρεπές Παλάτσο Καπέλο της για σχεδόν σαράντα χρόνια - προς μεγάλη δυσφορία, όπως θα μπορούσε κανείς να υποπτευθεί, του δύστυχου Οράτιου Μπράουν, ο οποίος θα πρέπει να αισθανόταν σε απελπιστικό βαθμό ότι τον επισκίαζε. (Αν και προσωπικά μου αρέσει να πιστεύω ότι θα πρέπει να υπήρξαν πολλά δευτεριάτικα απογεύματα που κάποιος καλεσμένος στο «ψυγείο» θα ξεγλιστρούσε αθέατος για την πιο ξέγνοιαστη ατμόσφαιρα της Κα* Τορεζέλα.) Ένας άλλος λόγος για τον οποίο έχω αφιερώσει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στους Λέιαρντ είναι γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να συμπεριλάβω τη σπαρταριστή επιστολή του ανεψιού τους -σίγουρα ό,τι καλύτερο έχει γραφεί ποτέ από τη Βενετία- την οποία σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να παραλείψω.
Ο Τζέιμς ΜακΝίλ Ουίστλερ και ο Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ ήταν και οι δύο εκπατρισμένοι Αμερικανοί ζωγράφοι, αλλά εκεί τελειώνουν και οι ομοιότητες μεταξύ τους. Οι χαρακτήρες τους διέφεραν σαν την ημέρα με τη νύχτα, όπως και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάστηκαν στη Βενετία. Παρά την αυτοπεποίθησή του, ο Ουίστλερ ήταν υποχρεωμένος να ζει μέσα σε σχετική ένδεια μετά την πρόσφατη χρεοκοπία του. Αντίθετα, ο Σάρτζεντ ήταν ευκατάστατος, το καμάρι κάθε Βενετσιάνας οικοδέσποινας, ένας άνθρωπος που σύχναζε στα καλύτερα palazzo (παλάτσο) και salons και ήταν λάτρης της πολυτέλειας, σε βαθμό που θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τους Κέρτις στο Μπάρμπαρο. Επίσης, ήταν τακτικός επισκέπτης της Βενετίας, ενώ ο Ουίστλερ είχε βρεθεί στην πόλη για μια και μοναδική φορά, έστω και αν έμεινε εκεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Υπήρξαν μοναδικοί επειδή η Βενετία είχε μεγάλη σημασία και για τους δυο τους, αφού τους ενέπνευσε -με την ομορφιά, το φως και τα διαρκώς εναλλασσόμενα χρώματά της- ώστε να δημιουργήσουν τα καλύτερα έργα τους. Το ίδιο, πιστεύω, θα μπορούσε να ισχύει και για τον Ριχάρδο Βάγκνερ. Μπορεί να μην είχε ζήσει στην πόλη για μεγάλο διάστημα της ζωής του -και, πράγματι, κατά την πρώτη του επίσκεψη εκεί δεν είχε εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα- αλλά είναι σίγουρο πως ακόμη κι αν η Βενετία δεν τον είχε εμπνεύσει να γράψει τη δεύτερη πράξη του Τριστάνος και Ιζόλδη είχε πάντα ξεχωριστή θέση στην καρδιά του. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν ήταν συνειδητή η επιλογή του να πεθάνει εκεί. Οπωσδήποτε, επιλέγοντας να μείνει στο Παλάτσο Βεντράμιν-Καλέρτζι κατά την τελευταία του επίσκεψη, γνώριζε καλά την κατάσταση της υγείας του. Θα πρέπει επίσης να γνώριζε ότι η Βενετία θα ήταν σε θέση να του προσφέρει μια πιο εντυπωσιακή και πολυτελή κηδεία από κάθε άλλη πόλη στην Ευρώπη - όπως άλλωστε και έγινε. (Από την άποψη αυτή, η βενετσιάνικη μαεστρία έμελλε να αποδειχθεί και με την εντυπωσιακή κηδεία, η οποία τελέστηκε ογδόντα τέσσερα χρόνια αργότερα προς τιμή του Ιγκόρ Στραβίνσκι, ενός εξίσου μεγάλου συνθέτη. Παρόλο που είχε πεθάνει στη Νέα Υόρκη, είχε ζητήσει να ενταφιαστεί πλάι στο φίλο του και πάτρωνά του, τον Σερζ Ντιαγκίλεφ, στο Ορθόδοξο τμήμα του νεκροταφείου της νήσου του Αγίου Μιχαήλ. Νομίζω ότι η νεκρώσιμη ακολουθία που ψάλθηκε τον Απρίλιο του 1971 στο ατμόπλοιο Τζιοβάνι ε Πάολο θα μείνει αξέχαστη σε όσους την παρακολούθησαν.)
Η ιστορία του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ και της Βενετίας έχει σαν κύριο άξονα δύο άτομα: το γιο του, τον Πεν, και την κυρία Κάθριν ντε Κέι Μπρόνσον. Ο Πεν παραμένει μια μυστηριώδης φυσιογνωμία, ίσως λόγω μιας σπάνιας έλλειψης προσωπικότητας, ένα χαρακτηριστικό το οποίο διαπιστώνεται σε όλες τις περιγραφές που έχω διαβάσει γι’ αυτόν. Ο πατέρας του τον λάτρευε και έβαλε τα δυνατά του για να γίνει θαυμαστής του. Όμως, οι πίνακες του Πεν κυμαίνονται ανάμεσα στην έλλειψη κάθε καλλιτεχνικής έμπνευσης και στο ενοχλητικά κακόγουστο
- το μοναδικό ουσιαστικό του επίτευγμα φαίνεται ότι ήταν -με τη βοήθεια ενός ατυχούς γάμου με μια Αμερικανίδα κληρονόμο- η αποκατάσταση, που κόστισε αμύθητα ποσά, της Κα Ρετσόνικο, του μεγαλοπρεπέστερου palazzo στο Μεγάλο Κανάλι. Από την άλλη πλευρά, η κυρία Μπρόνσον πρόσφερε στους Μπράουνινγκ -όπως και σε τόσους και τόσους άλλους Άγγλους και Αμερικανούς επισκέπτες στη Βενετία- απέραντη φιλοξενία και γενναιοδωρία. Στο όγδοο κεφάλαιο, ο Χένρι Τζέιμς μας την παρουσιάζει (όπως είναι φυσικό) χίλιες φορές καλύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσα εγώ. Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι χωρίς αυτήν και την κόρη της στην Κα Άλβιζι -και χωρίς τους Κέρτις στο Μπάρμπαρο- το βιβλίο αυτό θα ήταν πολύ πιο φτωχό. Χάρη στον Πεν και την κυρία Μπρόνσον -και φυσικά την ίδια τη Βενετία- ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ ίσως αισθάνθηκε για πρώτη φορά τόσο ευτυχισμένος στη διάρκεια των τελευταίων επισκέψεών του στην πόλη μετά το θάνατο της γυναίκας του. Αν και νομίζω ότι δεν είχε προβλέψει πως κάποια ημέρα θα πέθαινε στη Βενετία, σίγουρα η ιδέα του θανάτου δεν τον απασχολούσε. Στα μέσα του χειμώνα -άφησε την τελευταία του πνοή ένα δεκαπενθήμερο πριν τα Χριστούγεννα- η ατμόσφαιρα στη Βενετία είναι έντονα πένθιμη κι αν είναι να πεθάνει κανείς θα είναι πολύ τυχερός αν πεθάνει σε ένα υπέροχο βενετσιάνικο παλάτι, με θέα το Μεγάλο Κανάλι.
Ο τελευταίος από τους θανάτους μας στη Βενετία ήταν του ανυπόφορου Φρέντερικ Ρολφ, του «Βαρόνου Κόρβο», το 1913. Σύμφωνα με το αρχικό μου σχέδιο, το βιβλίο αυτό θα έπρεπε να περιορίζεται στο 19ο αιώνα. Αν όμως είχα επιμείνει αποκλειστικά σε αυτό θα ήμουν υποχρεωμένος να παραλείψω αυτή τη θηριώδη φιγούρα που ρίχνει την ολέθρια σκιά της πάνω στην πόλη μόνο στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Είχα την αίσθηση πως μια τέτοια παράβλεψη δεν θα ήταν απλώς θλιβερή αλλά και σχολαστική σε ασυγχώρητο βαθμό. Έτσι, ο Κόρβο γλιστρά μόλις και μετά βίας μέσα στις σελίδες του βιβλίου και τον καλωσορίζω - κάτι που, τουλάχιστον για ένα μεγάλο διάστημα, θα απέφευγε ο καθένας στη Βενετία. Ένας επιπλέον λόγος που τον συμπεριέλαβα (πέρα από την ψυχαγωγία που μου προσέφερε η ενασχόληση μαζί του) είναι το γεγονός ότι έμεινα έκπληκτος όταν διαπίστωσα πόσο λίγοι άνθρωποι και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού -όσοι δεν έχουν διαβάσει ποτέ το The Quest for Corvo του Α.Τζ.Α. Σάιμονς ή είναι πολύ νέοι για να έχουν παρακολουθήσει την εκθαμβωτική ερμηνεία του Άλεκ ΜακΚάουεν στο θεατρικό έργο Hadrian the Seventh- αγνοούν το όνομά του. Κρίμα: ο τρόπος γραφής του είναι μοναδικός και στο The Desire and Pursuit of the Whole μας δίνει μια εικόνα για τη Βενετία στα τέλη του αιώνα, που μέχρι σήμερα παραμένει αξεπέραστη.
Υπάρχει ένα σύντομο κεφάλαιο που δεν έχω αναφέρει. Γνωρίζω καλά ότι δεν συνάδει πολύ ευχάριστα με τα υπόλοιπα, αφού δεν ασχολείται συγκεκριμένα με κάποιο πρόσωπο. Ταυτόχρονα όμως, πώς είναι δυνατόν να γράψει κανείς για τη Βενετία του 19ου αιώνα χωρίς να εξετάσει, έστω και εν συντομία, την Επανάσταση του 1848; Ευτυχώς, πρόκειται για μια συναρπαστική ιστορία και ο κεντρικός της ήρωας, ο Ντανιέλε Μανίν, αν και δεν ήταν κανένας ρομαντικός Δον Κιχώτης, φαίνεται ότι κατά κάποιον τρόπο διακρινόταν από ένα στοιχείο γνήσιου ηρωισμού. Μολονότι γνώριζε εξαρχής ότι η Βενετία δεν είχε την παραμικρή ελπίδα να κρατήσει σε απόσταση ολόκληρη την Αυτοκρατορία των Αψβούργων, πολέμησε μέχρι τέλους και τελικά παραδόθηκε, κυρίως λόγω της χολέρας, η οποία απειλούσε να εξοντώσει το σύνολο του πληθυσμού της πόλης, και όχι λόγω των κανονιοβολισμών των Αυστριακών. Όμως, ακόμη κι όταν είχα ολοκληρώσει αυτό το κεφάλαιο, παρέμενε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα: πού θα έπρεπε να το τοποθετήσω; Ως εκ τούτου, η παρούσα θέση του είναι σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετη: ο αναγνώστης μπορεί να το διαβάσει σε όποιο σημείο του βιβλίου επιθυμεί, κάτι που, αν το καλοσκεφτούμε, ισχύει για τα περισσότερα κεφάλαια. Μετά τον Ναπολέοντα και τον Μπάιρον, πολλά στοιχεία επικαλύπτονται ώστε να μην είναι απαραίτητη κάποια αυστηρή χρονολογική σειρά.
Δεν έχει σημασία. Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να περιγράψει μια εικόνα του αιώνα και όχι να καταγράψει τη χρονολογική του πρόοδο. Εκείνη την εποχή, ακόμη περισσότερο κι από σήμερα, η Βενετία πρόσφερε μια ανάπαυλα από τον έξω κόσμο. Ήταν μια πόλη με αργούς ρυθμούς, που ακολουθούσαν είτε το ράθυμο βήμα των περιπατητών είτε το γλίστρημα μιας γόνδολας στο νερό. Εκεί ο ήλιος έλαμπε, αν όχι συνέχεια, τουλάχιστον συχνότερα από τα περισσότερα βόρεια γεωγραφικά πλάτη και σε κάθε γωνιά της παραμόνευε το κάλλος. Η αλήθεια είναι ότι ο Ναπολέων τη μίσησε, αλλά από κάθε άποψη ο Ναπολέων υπήρξε η εξαίρεση. Για τους υπόλοιπους από εμάς -και δεν περιλαμβάνω μόνο τα πρόσωπα των επόμενων κεφαλαίων, αλλά τους Μπρόνσον και τους Κέρτις, τον Γ.Ντ. Χάουελς και τον Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ, τον Μπέρναρντ Μπέρενσον και την Ισαβέλλα Στούαρτ Γκάρντνερ και αμέτρητους άλλους- η Βενετία υπήρξε ένα τονωτικό και μια πηγή έμπνευσης, ένα απολύτως αναγκαίο στοιχείο στη ζωή μας. Αυτός είναι ο λόγος που γράφτηκε αυτό το βιβλίο.


JOHN JULIUS NORWICH
Λονδίνο, Μάιος 2002
Eνας Αιώνας στη Βενετία

Αν ήθελα να προσδιορίσω αυτό που κάνει τα ευφάνταστα άτομα να βιώνουν αισθησιακά ονειρικές καταστάσεις στη Βενετία, θα το χαρακτήριζα σαν ένα αίσθημα αφαίρεσης, που είναι χαρακτηριστικό και αξιοσημείωτο σε αυτή την πόλη. Η Βενετία είναι η μόνη πόλη που μπορεί να προσφέρει τις μαγικές απολαύσεις της μοναξιάς. Κανένας βάρβαρος ήχος δεν διαταράσσει τον εσωτερικό σου κόσμο κι έτσι η φαντασία ποτέ δεν σε εγκαταλείπει. Αυτό ευαισθητοποιεί την ύπαρξη. Αισθανόμαστε τα πάντα. Κι έτσι νιώθουμε ολοζώντανοι σε μια πόλη, που δεν είναι μόνο γνωστή για την ξακουστή ομορφιά της και για τα υπέροχα δημιουργήματα της τέχνης, αλλά και για το καθαγιασμένο χώμα της, το οποίο πάλλεται από συνειρμούς που, στην πλέον ποικιλώνυμη φύση τους κι ίσως στον πιο γραφικό χαρακτήρα τους, ασκούν τεράστια επιρροή στη φαντασία, μεγαλύτερη ακόμα κι από την αρχαιότερη ιστορία της Ελλάδας και της Ρώμης.

o Μπέντζαμιν Ντισραέλι o
Contarini Fleming



Είναι αλήθεια πως σχεδόν όλοι οι ενδιαφέροντες, γοητευτικοί, μελαγχολικοί, αξιομνημόνευτοι και παράξενοι άνθρωποι φαίνεται ότι τη μια ή την άλλη στιγμή, έπειτα από πολλές ημέρες και χρόνια ζωής, έλκονται στη Βενετία από ένα χαρούμενο ένστικτο, κυριεύονται από αυτό, το χειρίζονται και το αγαπούν σαν μια παρακαταθήκη παρηγοριάς. Κι αυτό το ένστικτο για εκείνον που σκέπτεται συνειδητά αναμειγνύεται με τον αέρα της και ταυτίζεται με την άγραφη ιστορία της. Ο έκπτωτος, ο ηττημένος, ο απογοητευμένος, ο πληγωμένος, ακόμα κι εκείνος που αισθάνεται πλήξη, φαίνεται να βρίσκουν εκεί κάτι που κανένα άλλο μέρος δεν θα μπορούσε να προσφέρει.

o Χένρι Τζέϊμς o



Μόνο στη Βενετία, γιατί; Γιατί στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου και όχι στο Τιμπουκτού;

o Ρόμπερτ Μπράουνινγκ o
Fifine at the Fair, civ
Norwich, John JuliusΟ JOHN JULIUS NORWICH είναι συγγραφέας των Βενετία, Η Παραδεισένια Πόλη και Σύντομη Ιστορία του Βυζαντίου (Εκδόσεις Γκοβόστη), καθώς επίσης και των The Normans in Sicily, Shakespear’s Kings και αναρίθμητων άλλων δημοσιεύσεων. Έχει γράψει και παρουσιάσει περίπου τριάντα ιστορικά τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και δίνει τακτικά διαλέξεις για τη Βενετία και για άλλα ταξιδιωτικά και ιστορικά θέματα. Είναι πρόεδρος του Venice in Peril Fund, αντιπρόεδρος του World Monuments Fund, πρώην μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του National Trust και εταίρος της Βασιλικής Λογοτεχνικής Εταιρείας και της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας. Η ιταλική κυβέρνηση τον έχει τιμήσει σαν Commendatore dell’ Οrdine al Merito. Ζει στο Λονδίνο.
Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.