Ο ελεύθερος χρόνος μέτρο του πλούτου

Ο ελεύθερος χρόνος μέτρο του πλούτουΑντί να χάνουμε τη ζωή κερδίζοντάς τηνΣυγγραφέας: Ρούσης, Γιώργος

10,00€

Άμεσα διαθέσιμο

Βιώνουμε τον παραλογισμό, οι παραγωγικές δυνάμεις να είναι πιο αναπτυγμένες από ποτέ και η κατάσταση της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων να χειροτερεύει. Και αυτό ισχύει όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο.

Μια από τις πιο κραυγαλέες πτυχές αυτού του παραλογισμού συνίσταται στο ότι, αντί ο χρόνος που κερδίζεται με την αυτοματοποίηση να έχει ως επακόλουθο την απαλλαγή των ανθρώπων από τον βραχνά της καταναγκαστικής δουλειάς, αυτός να παίρνει τη μορφή της ανεργίας, ενώ παράλληλα να εντείνεται η εκμετάλλευση όσων συνεχίζουν να εργάζονται.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η κυρίαρχη τάξη των κεφαλαιοκρατών, μπροστά στη νέα πραγματικότητα, όχι μόνον δεν αυτοκαταργείται οικειοθελώς, όπως σε τελευταία ανάλυση διατείνονται ορισμένοι (λόγου χάρη ο Negri), αλλά για να διατηρήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία της στα σύγχρονα μέσα παραγωγής και την εξουσία της, οξύνει ακόμη παραπέρα τις αντιθέσεις του συστήματος, με κύριο θύμα τους εργαζόμενους.

Και όλα αυτά, ενώ σήμερα με την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνικής είναι δυνατόν, με προϋπόθεση την ανατροπή του καπιταλισμού, ο ελεύθερος χρόνος να γίνει κυρίαρχος και να είναι αυτός και όχι ο βαθμός εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο το μέτρο του πλούτου.

Προς αυτήν την κατεύθυνση υποστηρίζεται ότι στο πλαίσιο ενός επαναστατικού πολέμου θέσεων, η δραστική μείωση του χρόνου εργασίας –δίχως μείωση των απολαβών και εντατικοποίηση της εργασίας–, και όχι η διατήρησή του, πρέπει να αποτελέσει άμεση αγωνιστική διεκδίκηση για το λαϊκό κίνημα και τους φορείς του, ένα οχυρό προς άμεση κατάληψη. 

Είδος: Βιβλίο
ISBN: 978-960-606-028-1
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2017
Πρώτη έκδοση: 2017
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14 x 21
Σελίδες: 200
Θεματική Ταξινόμηση: ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Πρόλογος

 

Εισαγωγή

 

1. Καπιταλισμός : το κεφάλαιο βρικόλακας ζωντανής εργασίας

 

  1. Από την προηγούμενη απαξίωση της δουλειάς στην κυριαρχία της αρχής ο χρόνος είναι χρήμα

 

  1. Πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και  αντιφατική  ένταση της απομύζησης  ζωντανής εργασίας

 

2. Κομμουνισμός:  ο ελεύθερος χρόνος  μέτρο του πλούτου 

 

2.1 ελεύθερος  χρόνος και κομμουνιστική χειραφέτηση

 

2.2 Ο ρόλος του σοσιαλισμού ως προς την απελευθέρωση χρόνου εργασίας  

 

3. Δυνατότητες της  εποχής μας για  την δραστική  απελευθέρωση χρόνου εργασίας και άμεση διεκδίκηση της

 

3.1 Σύγχρονες δυνατότητες απελευθέρωσης χρόνου εργασίας

 

3.2 Η άμεση διεκδίκηση της μείωσης του χρόνου εργασίας ενταγμένη σε ένα επαναστατικό πόλεμο θέσεων.  

 

Συμπεράσματα

 

 

Βιβλιογραφία

 

 

Πρόλογος

Ένα από τα θέματα που με απασχολεί κατά την επίμονη προσπάθειά μου να συμβάλλω θεωρητικά, με τις μικρές μου δυνάμεις, σε μια διέξοδο από τη σύγχρονη βαρβαρότητα, είναι εκείνο του βαθμού της ριζοσπαστικότητας των άμεσων πολιτικών-οικονομικών διεκδικήσεων του λαϊκού κινήματος και των φορέων του.

Και δεν αναφέρομαι εδώ σε επί μέρους, συνδικαλιστικού τύπου διεκδικήσεις, οι οποίες, εκ των πραγμάτων, έχουν όλο και περισσότερο αμυντικό χαρακτήρα υπεράσπισης των κεκτημένων, τα οποία αμφισβητούνται από το κεφάλαιο. Αναφέρομαι σε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις ευρύτερου πεδίου, όπως για παράδειγμα, οι εθνικοποιήσεις, η ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας πέρα από τα στενά όρια του αστικού κοινοβουλευτισμού, η αποχώρηση από ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, οι οικολογικές μεταρρυθμίσεις, η αντιμετώπιση της δομικής κρίσης του καπιταλισμού με μέτρα που, για να είναι αποτελεσματικά, δε μπορεί παρά να θίγουν το υπεύθυνο για αυτή σύστημα.

Σε αντίθεση με τις δυο όψεις του ίδιου ρεφορμιστικού νομίσματος, δηλαδή με εκείνους που υποστηρίζουν ότι μέσω των μεταρρυθμίσεων, δίχως συνολική επαναστατική ρήξη, μπορούμε να οδηγηθούμε στο σοσιαλισμό ή με εκείνους για τους οποίους η κομμουνιστική ή έστω σοσιαλιστική προοπτική αποκόβεται από τον δρόμο που οδηγεί σε αυτήν, υποστηρίζω ότι τέτοιες ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που πλήττουν το κυρίαρχο σύστημα και συμβάλλουν στην επαναστατική ανατροπή του, θα πρέπει να μπουν άμεσα στην ημερήσια διάταξη του λαϊκού κινήματος.

Αυτό για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τέτοιου τύπου ριζοσπαστικές, μη ενσωματώσιμες μεταρρυθμίσεις, μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για μια συνολική επαναστατική ρήξη και τελικά για την ανατροπή του καπιταλισμού, μοναδικού υπεύθυνου για τα δεινά του παρόντος και την καταστροφή του μέλλοντος που θα επιφέρει, αν δεν ανατραπεί.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτές οι ριζοσπαστικές, αντικαπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις, παρά τη γενικευμένη αποξένωση και παρά το γεγονός ότι η καθημερινή επιβίωση έχει γίνει ο κύριος βραχνάς της πλειονότητας των ανθρώπων, είναι δυνατόν, σήμερα, να γίνουν υπόθεση ευρύτερων λαϊκών μαζών και να ανυψώσουν το επίπεδο της εν δυνάμει επαναστατικής τους συνείδησης.

Αυτή, έτσι κι αλλιώς, διεγείρεται από τη μια, επειδή η αντιμετώπιση από το κεφάλαιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης πλήττει τη βάση της συναίνεσης προς το κυρίαρχο σύστημα και αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο, και από την άλλη διότι γίνεται φανερό ότι στην εποχή μας τέτοιες ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις είναι εφικτές λόγω της σύγχρονης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τους αναγνώστες μου, στα παραπάνω θέλω να προσθέσω ότι μεθοδολογικά αντιμετωπίζω την υπάρχουσα πραγματικότητα, όχι στατικά και μερικά, αλλά εν κινήσει και ολοκληρωμένα, δηλαδή ως φορέα μιας δυνατότητας προοδευτικής προοπτικής και με βάση αυτήν την προοπτική την κρίνω.

Εξηγούμαι. Πιστεύω ακράδαντα ότι από τη στιγμή που οι κλασικοί του μαρξισμού, όχι αυθαίρετα και εγκεφαλικά, αλλά μέσα από τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κατόρθωσαν να σκιαγραφήσουν τη δυνατότητα του τέλους της προϊστορίας των ανθρώπων, δηλαδή την κομμουνιστική χειραφέτηση, αυτή είναι που κατηύθυνε τις θεωρητικές αναζητήσεις τους, σε αυτήν είναι που κατέτειναν όλες οι προσπάθειές τους και αυτήν τη μεθοδολογία ακολουθώ με επιμονή.

Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και η μεταξύ άλλων, από μέρους μου υπεράσπιση της άμεσης διεκδίκησης του αιτήματος της δραστικής μείωσης του καταναγκαστικού –πρωτίστως και άμεσα με την έννοια του εξαρτημένου από το κεφάλαιο– εργάσιμου χρόνου, με προοπτική την κομμουνιστική μετατροπή του σε δευτερεύουσα δραστηριότητα του ανθρώπου.

 

* * *

 

Θα ήθελα να επισημάνω ότι σε σχέση με τη μορφή προηγούμενων μελετών μου υπάρχει σε τούτη μια συνέχεια και μια διαφορά.

Η συνέχεια συνίσταται στο ότι επιμένω, και μάλιστα περισσότερο από άλλες φορές, στις πολλές βιβλιογραφικές παραπομπές και στην παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων διαφόρων στοχαστών, στους οποίους αναφέρομαι. Αυτό συμβαίνει, διότι όλο και πιο συχνά τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, διάφοροι «παντογνώστες» στοχαστές, είτε παραθέτουν στοιχεία δίχως να αναφέρονται στην προέλευσή τους, είτε ερμηνεύουν, «διαβάζουν», άλλους δίχως να παραπέμπουν στα κείμενά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα δεκάδες αποφθέγματα που αποδίδονται σε διάφορους κλασικούς συγγραφείς ή άλλες προσωπικότητες και κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, δίχως να αναφέρεται η ακριβής πηγή τους ή αυθαίρετες ερμηνείες του πνεύματος, αλλά και του γράμματος στοχαστών, δίχως καμιά συγκεκριμένη παραπομπή σε αυτούς.

Βεβαίως, αυτό δε σημαίνει ότι η ίδια παρερμηνεία δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί και με παραπομπές ή παραθέσεις αποσπασμάτων, είτε επειδή αυτά είναι αποσπασματικά, είτε επειδή μπορεί να ξεφεύγουν από το επικρατέστερο πνεύμα εκείνου που τις διατύπωσε, είτε ακόμη, επειδή αυτές είναι αντίθετες σε άλλες, διατυπωμένες ίσως κάτω από διαφορετικές συνθήκες.

Η διαφορά συνίσταται στο ότι αναλύω, όσο πιο συνοπτικά μπορώ –αποφεύγοντας την παραποιητική εγχειριδιακή μορφή– ορισμένες έννοιες και κατηγορίες, τις οποίες μέχρι πρότινος παρέθετα, θεωρώντας ότι ο αναγνώστης μου είναι γνώστης του περιεχομένου τους.

Με τον καιρό διαπίστωσα αυτοκριτικά ότι αυτός ήταν ένας ελιτίστικος τρόπος γραφής που απευθύνονταν στη αριστερή διανοουμενίστικη φάρα μου και όχι σε ένα ευρύτερο κοινό, ως θα όφειλα. Η διαπίστωσή μου αυτή, δυστυχώς, επιτάθηκε το τελευταίο διάστημα, παρατηρώντας την τραγική ιδεολογική τρικυμία, στην οποία έχουν βουτήξει ακόμη και την πιο προοδευτική νεολαία η μαζική κουλτούρα και ο χαοτικός μεταμαρξικός οπορτουνισμός.

 

* * *

 

Κλείνοντας τούτον τον πρόλογο, νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω την Ισμήνη Θεοδωροπούλου, την Αλεξάνδρα Κορωναίου, τον Σταύρο Μαυρουδέα και τον Δημήτρη Πατέλη για την πολύπλευρη συμβολή τους, ιδιαίτερα στη συγκέντρωση στοιχείων που χρησιμοποίησα για τη συγγραφή τούτης της μελέτης, τον Λάζαρο Θερμογιάννη για τις προτροπές του να προχωρήσω το θέμα και για τις επιμέρους γνώμες του, τον Αλέξανδρο Χρύση, μόνιμο πια γενικό συμβουλάτορά μου, τον Κώστα Γκοβόστη που μόλις του ζήτησα να προγραμματίσει την έκδοση, έσπευσε να μου απαντήσει ότι είναι πάντα στη διάθεσή μου, την επιμελήτρια του κειμένου μου, Ελένη Νανοπούλου και τον Πέτρο Τσαλπατούρο που συνέλαβε και διαμόρφωσε το εξώφυλλο. Τέλος, ευχαριστώ τη μοναδική μου Μαριλίζ, στην οποία και οφείλω κυριολεκτικά τα πάντα.

 

Κέρκυρα, Ιούλης, 2017

 

 

 

 

Εισαγωγή

Η πτυχιακή μου εργασία με θέμα την κατάκτηση του οκταώρου στο Βέλγιο,1 η οποία γράφτηκε πριν 45 χρόνια, κατέληγε ως εξής: «η διάρκεια της εργάσιμης μέρας θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο στο μέλλον έτσι που το οκτάωρο και οι 41,8 ώρες την εβδομάδα –που ίσχυαν τότε εκεί– να αποτελούν ένα θλιβερό κεφάλαιο στην ιστορία των συνθηκών ζωής των εργαζομένων».

Λογικά σκεπτόμενος, θεωρούσα ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αγωνιστικά για τη δραστική μείωση της εργάσιμης μέρας και την αύξηση του ελεύθερου χρόνου. Να όμως που η «λογική» του καπιταλισμού είναι διαφορετική από τη δική μου.

Και όσο κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, η ζωντανή εργατική δύναμη, παραγωγός υπεραξίας, από τη μια θα μειώνεται σε σχέση με το σταθερό κεφάλαιο ή και θα εκτοπίζεται και αυτό σε αντίθεση με τη θεμελιακή αρχή που θέλει το κεφάλαιο να θρέφεται σαν βρικόλακας από αυτήν –εξού και οι συστημικές κρίσεις– και από την άλλη, όσοι συνεχίζουν να είναι ενεργοί εργαζόμενοι θα υφίσταται την πιο άγρια εκμετάλλευση.

Έτσι, το κεφάλαιο με τις πλέον βάρβαρες μορφές και ενάντια σε κάθε ανθρωποκεντρική λογική, εμμένει στην ίδια αρχή και αξία, στη βάση της οποίας και ανδρώθηκε: «ο χρόνος είναι χρήμα», ή για να ακριβολογούμε, ο χρόνος εργασίας του εργαζόμενου είναι χρήμα για τον κεφαλαιοκράτη που τον εκμεταλλεύεται.

Ακραίο δείγμα αυτής της βαρβαρότητας μια πρόσφατη είδηση που πέρασε στα ψηλά. Για τη χορήγηση ορισμένων φαρμάκων σε καρκινοπαθείς, όπως δις η αφεντιά μου, ο ΕΟΠΥΥ, βλακωδώς και πρωτίστως απάνθρωπα, επιχείρησε να επιβάλλει να αναγράφεται στη συνταγή και ο προσδόκιμος χρόνος ζωής του ασθενούς!

Ας δούμε λοιπόν αν, εν προκειμένω, ενάντια σε αυτήν τη λογική του κυρίαρχου συστήματος που απορρέει από την ίδια του τη φύση, υπάρχει κάποια εναλλακτική φιλολαϊκής αξιοποίησης των αντιθέσεων τις οποίες το ίδιο δημιουργεί.

Ένα από τα συνθήματα που κατήγγελλαν το σύγχρονο τρόπο ζωής των κατοίκων των μεγαλουπόλεων τη δεκαετία του ’60 ήταν: «Μετρό, δουλειά, ύπνος» (Métro, boulot, dodo). Πρόκειται για ένα στίχο, εμπνευσμένο από την ποιητική συλλογή του Pierre Béarn με τίτλο «Χρώματα εργοστασίου».

 

«Στο άψε σβήσε αγόρι χτύπα το νούμερο της κάρτας σου

για να κερδίσεις έτσι τον μισθό

μιας πληκτικής μέρας ωφελιμισμού

Μετρό, δουλειά, καφενείο, γόπα, ύπνος, μηδενικό».

 

Στο ίδιο μοτίβο ένας γάλλος νεαρός3, ο οποίος, καθώς λέει, έφαγε περίπου το ένα τρίτο από το προσδόκιμο της ζωής του για να κάνει καλές σπουδές, γράφει στο μπλοκ του, με τίτλο «έξω λάμπει ένας καλοκαιρινός ήλιος»: «Μας λένε ότι είμαστε ελεύθεροι. Αλλά να σηκώνεσαι κάθε μέρα την ίδια ώρα για να πας στη δουλειά σου, να υπόκεισαι σε καταναγκαστικούς κανόνες και σε στόχους κερδοφορίας οχτώ ώρες την ημέρα, να μένεις κοντά στη δουλειά σου εξορισμένος από τις ρίζες σου –συχνά πολύ μακριά από αυτές– και να μην αφιερώνεις στα δικά σου σχέδια, στην κουλτούρα το γράψιμο, τη δημιουργία, παρά λίγες ώρες που έχεις αρπάξει από δω και από κει από μια εξουθενωτική ρουτίνα, δεν το ονομάζω αυτό ελευθερία.»

Και πράγματι, δε συνιστά ελευθερία «να θέτεις –όπως λέει– το πιο σημαντικό μέρος από την ενέργειά σου και τον χρόνο σου στην υπηρεσία αλλότριων από τα δικά σου σχέδια, και αυτό για το χρήμα».

Τέλος, ο ίδιος διερωτάται, μήπως θα έπρεπε, αντί η μείωση των ωρών εργασίας να «αντιμετωπίζεται σαν εξοβελιστέα, επειδή έχει σαν αποτέλεσμα την ανεργία, να αντιμετωπίζεται σαν μια επιτυχία του πολιτισμού».

Ο πρόεδρος της Ουρουγουάης (2010-2015) και πρώην αντάρτης τουπαμάρος José Mujica (El Pepe) σε μια συνέντευξή του θέτει το ίδιο ερώτημα από μια άλλη οπτική γωνία:

«Όταν εγώ ή εσείς αγοράζουμε κάτι, δεν το πληρώνουμε με χρήμα αλλά με χρόνο ζωής που χρειάστηκε να δαπανήσουμε για να κερδίσουμε αυτό το χρήμα, με τη μόνη διαφορά ότι η ζωή δεν αγοράζεται, αλλά τρέχει και είναι τραγικό να τη σπαταλάμε με το να χάνουμε την ελευθερία μας».

Ιδιαίτερα στην εποχή μας, με δοσμένη την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τι νόημα έχει να χάνει κανείς τη ζωή του για να την κερδίζει, όταν υπάρχει η δυνατότητα, αντί της ανεργίας και της υπερεκμετάλλευσης, να κυριαρχήσει ο ελεύθερος δημιουργικός χρόνος;

Σε αυτό το δίλημμα, της συνέχισης της υποταγής στη λογική της αφαίμαξης της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο ή της αξιοποίησης της απελευθέρωσής της προς όφελος της ανεμπόδιστης ανάπτυξης των ανθρώπων, προσπαθώ να απαντήσω σε τούτο το βιβλίο.

Σε ένα πρώτο κεφάλαιο, αναφέρομαι, αρχικά, εν συντομία, στην προκαπιταλιστική αρνητική αντιμετώπιση της εξαρτημένης και της χειρωνακτικής εργασίας. Στη συνέχεια, αναλύεται με ποιον τρόπο οι κεφαλαιοκράτες αντιμετωπίζουν το χρόνο σαν χρήμα, ή με άλλα λόγια, την αξιοποίηση της ζωντανής εργασίας σαν την πηγή αποκόμισης υπεραξίας προς όφελος τους.

Στη συνέχεια, αναλύεται η αντίφαση της παραπέρα έντασης της απομύζησης ζωντανής εργασίας για να αντιμετωπιστεί η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, κεντριού της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.

Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύεται ότι σε αντίθεση με τον καπιταλισμό, στον κομμουνισμό δεν είναι πια ο εργάσιμος χρόνος, η μισθωτή, καταναγκαστική δουλειά, αλλά ο ελεύθερος χρόνος, αυτός που συνιστά το μέτρο του πλούτου και τον πυλώνα του Βασίλειου της Ελευθερίας.

Στο ίδιο κεφάλαιο τεκμαίρεται ότι η απελευθέρωση του χρόνου εργασίας οφείλει να είναι ο κατευθυντήριος μπούσουλας του σοσιαλισμού ή αλλιώς της κατώτερης φάσης του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής και αυτό σε αντίθεση με ό,τι συνέβη, σε μεγάλο βαθμό λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών, κατά τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Στο τρίτο κεφάλαιο αποκαλύπτονται οι αντικειμενικές δυνατότητες που υπάρχουν στην εποχή μας για μια, ευεργετική για τους λαούς, απελευθέρωση του χρόνου εργασίας.

Υπενθυμίζεται ο σημαντικός ρόλος που έπαιξε στους ταξικούς αγώνες η πάλη για την εργάσιμη μέρα και ειδικότερα για το οκτάωρο και προβάλλεται η αναγκαιότητα, σε αντίθεση με μια αμυντική, νεολουδιστικού6 τύπου στάση, σε αντίθεση με εκείνους, όπως ο Negri, οι οποίοι χλευάζουν τη σημασία της, και με τους νεοκευνσιανούς οι οποίοι προτάσσουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, μιας άμεσης αγωνιστικής διεκδίκησης από το λαϊκό κίνημα της δραστικής μείωσης του χρόνου εργασίας, στα πλαίσια ενός επαναστατικού πολέμου θέσεων.

Υποστηρίζεται ότι αυτή η διεκδίκηση θα πρέπει να μην εντάσσεται σε έναν κλεφτοπόλεμο ενάντια στα αποτελέσματα του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, αλλά μαζί με άλλες τέτοιου τύπου αντικαπιταλιστικές διεκδικήσεις να εντάσσεται στη στρατηγική «της τελικής κατάργησης του συστήματος της μισθωτής εργασίας».

 

 

 

 

 

O Γιώργος Ρούσης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1948.
Είναι καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Γενικό Τμήμα Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου.
Είναι γνωστός αγωνιστής-διανοητής της Αριστεράς. Προσχώρησε σε νεαρή ηλικία στις γραμμές των Λαμπράκηδων και στη συνέχεια εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ ως το 1989, οπότε και διαφώνησε με τη δεξιά στροφή του. Ακολούθως, και για διάστημα δύο ετών, εντάχθηκε στο ΝΑΡ και έκτοτε δρα ως ανένταχτος αριστερός.
Οι ερευνητικές-συγγραφικές ανησυχίες του, οι οποίες αντιμετωπίζονται από μαρξιστική σκοπιά, στρέφονται κυρίως σε ζητήματα που αφορούν στο κράτος και στην κοινωνική χειραφέτηση.
Έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα και βιβλία. Τα πιο σημαντικά από τα βιβλία του είναι:

o Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία
(Σύγχρονη Εποχή)
o Ασιατικός τρόπος παραγωγής και σοσιαλισμός: Κοινά σημεία και διαφορές (Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών,
Σύγχρονη Εποχή)
o Κομμουνισμός τέλος ή αρχή της ιστορίας (Στάχυ)
o Το κράτος: Από τον Μακιαβέλι στον Βέμπερ: Μια κριτική παρουσίαση των σημαντικότερων κλασικών θεωριών για το σύγχρονο κράτος (Γκοβόστης)
o Ο Λόγος στην Ουτοπία: Για μια ανθρωποκεντρική κοινωνία πέρα από το φαύλο κύκλο της αποξένωσης και της αστικής ηγεμονίας (Γκοβόστης)
o Αρχαία Δημοκρατία για πάντα νέα: Ή η σύγχρονη δημοκρατία ως τερατογένεση της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας και της φιλοσοφικής κριτικής της (Γκοβόστης)
o Σύγχρονη Επαναστατική Διανόηση
(Γκοβόστης)
o Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς (Γκοβόστης) (βιβλίο που θεωρεί ως το πιο ώριμο και αξιόλογο έργο του).

Η τελευταία εργασία του είναι μια μεγάλη εισαγωγική μελέτη 140 σελίδων, για την έκδοση του 1932, του έργου του Κάρλ Μαρξ Για το Εβραϊκό ζήτημα (Γκοβόστης).

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.