Αρδέννες (1944)
  • Αρδέννες (1944)
  • Αρδέννες (1944)
  • Αρδέννες (1944)
  • Αρδέννες (1944)
  • Αρδέννες (1944)

Αρδέννες (1944)Το τελευταίο στοίχημα του ΧίτλερΣυγγραφέας: Beevor, Antony

30,00€

Άμεσα διαθέσιμο

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1944, ο Χίτλερ «έπαιξε το τελευταίο του χαρτί» στα χιονισμένα δάση και φαράγγια των Αρδεννών. Πίστευε πως μια ταχεία γερμανική προέλαση μέχρι την Αμβέρσα θα κατόρθωνε να διασπάσει τις δυνάμεις των Συμμάχων και, ακολούθως, να υποχρεώσει τους Καναδούς και τους Βρετανούς να εγκαταλείψουν τον πόλεμο. Παρόλο που οι στρατηγοί του είχαν αμφιβολίες για την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης, οι νεότεροι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί λαχταρούσαν να πιστέψουν πως τα σπίτια τους και οι οικογένειές τους μπορούσαν να γλιτώσουν από την εκδικητική μανία του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος προσέγγιζε τη χώρα τους εξ ανατολών. Πολλοί Γερμανοί είχαν ενθουσιαστεί με την ιδέα μιας αντεπίθεσης. Η επίθεση στις Αρδέννες, στην οποία ενεπλάκησαν ένα εκατομμύριο και πλέον άνδρες, αποτέλεσε τη σημαντικότερη μάχη του πολέμου στη Δυτική Ευρώπη.

Οι Σύμμαχοι, που κατελήφθησαν εξαπίνης, βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με δυο τεθωρακισμένες στρατιές. Οι Βέλγοι πολίτες εγκατέλειψαν τα σπίτια τους επειδή φοβούνταν ευλόγως ενδεχόμενα αντίποινα από γερμανικής πλευράς. Επικράτησε πανικός ακόμη και στο Παρίσι. Πολλοί Αμερικανοί στρατιώτες τράπηκαν σε φυγή ή παραδόθηκαν, άλλοι, όμως, προέβαλαν ηρωική αντίσταση, δημιουργώντας έναν κυματοθραύστη που επιβράδυνε την προέλαση των γερμανικών δυνάμεων.

Ο δριμύς χειμώνας και η σφοδρότητα των συγκρούσεων διαμόρφωσαν ένα σκηνικό που θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνο στο Ανατολικό Μέτωπο. Έπειτα από τις μαζικές εκτελέσεις που διέπραξαν οι άνδρες των Waffen-SS, οι Αμερικανοί στρατηγοί έδωσαν το πράσινο φως για την εν ψυχρώ εκτέλεση Γερμανών αιχμαλώτων. Η Μάχη των Αρδεννών ήταν εκείνη η πολεμική αναμέτρηση που επέφερε τελικά την καταστροφή της Βέρμαχτ.

Μετάφραση: Πέτρος Τσαλπατούρος, Βαγγέλης Στεργιόπουλος
Είδος: Βιβλίο
Τίτλος Πρωτοτύπου: Ardennes 1944 (Hitler's last gamble)
ISBN: 978-960-446-111-0
Αριθμός έκδοσης:
Έτος έκδοσης: 2017
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 17 x 24
Σελίδες: 496

Κατάλογος εικόνων

Χάρτες   

Στρατιωτικά σύμβολα

Γλωσσάριο    

Στρατιωτικοί βαθμοί

 

1.   Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

2.   Η ΑΜΒΕΡΣΑ ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΜΕΘΟΡΙΟΣ

3.   Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ AACHEN

4.   Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

5.   ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ HÜRTGEN

6.   ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

7.   ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΝΤΑΙ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΣ

8.   ΣΑΒΒΑΤΟ 16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

9.   ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

10.  ΔΕΥΤΕΡΑ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

11.  SKORΖΕΝΥ ΚΑΙ HEYDTE

12.  ΤΡΙΤΗ 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

13.  ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

14.  ΠΕΜΠΤΗ 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

15.  ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

16.  ΣΑΒΒΑΤΟ 23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

17.  ΚΥΡΙΑΚΗ 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

18.  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

19.  ΤΡΙΤΗ 26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

20.  Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ

21.  Ο ΔΙΠΛΟΣ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ

22.  Η ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

23.  Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΟΥ «ΕΞΟΓΚΩΜΑΤΟΣ»

24.  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Διάταξη Μάχης

Σημειώσεις

Βιβλιογραφία

Ευχαριστίες

Ευρετήριο Ονομάτων

 

Στις 05:20΄ το πρωί της 16ης Δεκεμβρίου, δέκα λεπτά πριν από την «Ώρα Μηδέν», το πυροβολικό της 6ης Στρατιάς Panzer του Sepp Dietrich άνοιξε πυρ. Οι περισσότεροι Αμερικανοί στρατιώτες –που γνώριζαν ότι οι πρώτες αχτίδες του ήλιου δεν επρόκειτο να φανούν στον ορίζοντα πριν από τις 08:30 και ήθελαν να αποφύγουν το τσουχτερό κρύο που επικρατούσε τη νύχτα στην περιοχή– αναπαύονταν μέσα σε αγροτόσπιτα, αχυρώνες και στάβλους. Το τοπίο στον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου, νοτίως του Δάσους του Monschau, θύμιζε έντονα εκείνο του Hürtgen: μεγάλα δέντρα, βραχώδεις χαράδρες, ρυάκια, ελάχιστοι δρόμοι και μονοπάτια βυθισμένα στη λάσπη, που μετά βίας επέτρεπαν σε οποιοδήποτε όχημα να τα διαβεί.

Οι διοικητές των γερμανικών μοιρών Πυροβολικού, που γνώριζαν ότι οι Αμερικανοί στρατιώτες προτιμούσαν να βρίσκουν κατάλυμα σε εσωτερικούς χώρους, είχαν δώσει εντολή στους άνδρες τους να στοχεύουν τα σπίτια.1 Από την άλλη πλευρά, οι Αμερικανοί στρατιώτες, που αναλάμβαναν σκοπιά, είχαν λάβει οδηγίες να μην βρίσκονται στις πόρτες των σπιτιών, αλλά σε κάποιο κοντινό όρυγμα, έτσι ώστε να μπορούν να παράσχουν κάλυψη σε περίπτωση αιφνίδιας εχθρικής επίθεσης. Εκείνο το πρωί, οι σκοποί είδαν τις λάμψεις από τις βολές των πυροβόλων να φωτίζουν τον ορίζοντα και έσπευσαν να ξυπνήσουν τους συμπολεμιστές τους· όμως τους πρόλαβαν οι απανωτές εκρήξεις των βλημάτων που άρχισαν να πέφτουν στην περιοχή και να σκορπούν τον πανικό: οι Αμερικανοί στρατιώτες έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλο, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να απελευθερωθούν από τους υπνόσακούς τους και να αρπάξουν όπως όπως τις εξαρτήσεις, τα κράνη και τα όπλα τους.

Η περιοχή είχε πληγεί και στο παρελθόν από τα πυρά του γερμανικού Πυροβολικού, ποτέ όμως με τέτοια σφοδρότητα. Οι λίγοι άμαχοι, στους οποίους είχε επιτραπεί η παραμονή τόσο κοντά στο μέτωπο προκειμένου να φροντίζουν τα ζώα τους, αντίκριζαν με τρόμο τους αχυρώνες και τα σπίτια τους να παραδίδονται στις φλόγες έπειτα από κάθε έκρηξη. Ανήμποροι να θέσουν σε έλεγχο τη φωτιά, η οποία επεκτεινόταν ταχύτατα, πήραν τις οικογένειές τους και προσπάθησαν να διαφύγουν προς τα μετόπισθεν. Όμως, κάποιοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τον βομβαρδισμό. Στο μικρό χωριό Manderfeld, πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους – ανάμεσα σε αυτούς ήταν τρία μικρά παιδιά.2

Νοτιότερα, στο μέτωπο της 5ης Στρατιάς Panzer, οι μοίρες Πυροβολικού παρέμειναν ανενεργές, καθώς ο Manteuffel επέλεξε να αγνοήσει τις διαταγές του Χίτλερ για παρατεταμένη προπαρασκευή πυροβολικού. Ο ίδιος θεωρούσε πως «αυτή ήταν μια πρακτική που, αφενός, ταίριαζε περισσότερο σε μάχες του Α Παγκοσμίου Πολέμου και, αφετέρου, δεν είχε κανένα νόημα να τεθεί σε εφαρμογή σε έναν τομέα όπως αυτός των Αρδεννών, όπου οι γραμμές άμυνας του εχθρού δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρές… Το μόνο που θα καταφέρναμε θα ήταν να προειδοποιήσουμε εγκαίρως τα αμερικανικά στρατεύματα ότι με το πρώτο φως της ημέρας σκοπεύαμε να εξαπολύσουμε επίθεση»3. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Manteuffel είχε πλησιάσει κρυφά στις εχθρικές γραμμές και είχε εκτελέσει αναγνώριση στο νοτιότερο άκρο της κοιλάδας των ποταμών Our και Sauer. Όπως αποδείχθηκε, ο Sauer αποτελούσε «σημαντικό εμπόδιο [για τη γερμανική προέλαση], επειδή οι όχθες του ήταν απόκρημνες και τα σημεία διάβασής του ελάχιστα»4.

Μετά την αναγνώριση, ο Manteuffel ζήτησε να ενημερωθεί από τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς της 5ης Στρατιάς σχετικά με τις συνήθειες των αντιπάλων. Όταν έμαθε πως οι Αμερικανοί στρατιώτες –ως άλλοι Άμις– αποσύρονταν σε σπίτια και αχυρώνες αμέσως μόλις έπεφτε το σκοτάδι, παρέμεναν εκεί όλη νύχτα και έβγαιναν και πάλι έξω περίπου μια ώρα πριν από το ξημέρωμα, αποφάσισε να διαβεί ο ίδιος τον ποταμό και να διεισδύσει, χωρίς να γίνει αντιληπτός, στις εχθρικές γραμμές. Με την έναρξη της επίθεσης, η 5η Στρατιά έκανε για πρώτη φορά χρήση των προβολέων. Οι δέσμες φωτός στόχευαν τα χαμηλότερα σύννεφα και διαχέονταν, δημιουργώντας κάποιου είδους «τεχνητό σεληνόφως», γεγονός που διευκόλυνε τις μονάδες Πεζικού –που ήταν εμπροσθοφυλακή της στρατιάς– να κινηθούν με σχετική ευχέρεια μέσα στο σκοτεινό δάσος. Την ίδια στιγμή, οι άνδρες των ταγμάτων Μηχανικού κατασκεύαζαν πλωτές γέφυρες στον ποταμό Our, προκειμένου να μπορέσουν οι τρεις τεθωρακισμένες μεραρχίες –η 116η, η 2α και η Panzer Lehr–να τον διαβούν.

Το σχέδιο του Χίτλερ προέβλεπε ότι η διάσπαση του μετώπου θα επιτυγχανόταν αποκλειστικά από τις μεραρχίες Πεζικού, έτσι ώστε οι «πολύτιμες» τεθωρακισμένες μεραρχίες να καταφέρουν να φθάσουν μέχρι τις γέφυρες του ποταμού Μεύση χωρίς απώλειες. Οι πρώτες αναφορές που κατέφθασαν στην «Αετοφωλιά» ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Ο Γιοντλ ενημέρωσε τον Χίτλερ ότι «ο αιφνιδιασμός έχει πλήρως επιτευχθεί»5. Η αλήθεια είναι πως ο αιφνιδιασμός είχε πράγματι επιτευχθεί, όμως το μεγάλο στοίχημα για τους Γερμανούς ήταν να καταφέρουν να διατηρήσουν την ορμή της επίθεσής τους και να μετατρέψουν τον πρόσκαιρο αιφνιδιασμό σε καίριο χτύπημα εναντίον του αντιπάλου. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών της γερμανικής επίθεσης, ορισμένοι Αμερικανοί στρατιώτες έχασαν την ψυχραιμία τους και έσπευσαν πανικόβλητοι να σωθούν, ενώ, σε αρκετές περιπτώσεις, ο έντρομος άμαχος πληθυσμός ικέτευε να τους ακολουθήσει. Το χαοτικό σκηνικό εκτυλισσόταν υπό το χαιρέκακο βλέμμα των λιγοστών γερμανόφωνων κατοίκων που είχαν παραμείνει πιστοί στο Ράιχ και δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους. «Είναι αλήθεια πως σε αρκετές περιοχές επικράτησε πανικός», παραδέχθηκε στην αναφορά του ένας αξιωματικός της 99ης Μεραρχίας, «όμως σε κάποιες άλλες, η ανδρεία [των Αμερικανών στρατιωτών] ήταν απαράμιλλη».6 Το εντυπωσιακό σθένος που, σε πολλές περιπτώσεις, επέδειξαν οι αμυνόμενοι επρόκειτο τελικά να καθυστερήσει τη γερμανική επίθεση – με μοιραίες επιπτώσεις για τους στρατιώτες τού Ράιχ.

Το μικρό χωριό Lanzerath βρισκόταν τέσσερα χιλιόμετρα βορείως του Manderfeld και ακριβώς απέναντι από τη Διάβαση του Losheim, η οποία αποτελούσε τη γραμμή προέλασης της 1ης Μεραρχίας Panzer των SS, με αιχμή του δόρατος το συγκρότημα μάχης του Peiper. Η κορυφογραμμή κοντά στη διάβαση προσέφερε μαγευτική θέα προς την πλευρά της Γερμανίας. Σε έναν κοντινό λόφο, που δέσποζε του κεντρικού δρόμου και των κατοικιών, υπήρχε ένα φυλάκιο επανδρωμένο από δεκαοκτώ άνδρες της διμοιρίας πληροφοριών και αναγνωρίσεως τού 394ου Συντάγματος της 99ης Μεραρχίας Πεζικού. Οι πλαγιές του υψώματος ήταν διάτρητες από ορύγματα. Το πυκνό πευκοδάσος, που βρισκόταν πίσω από το δεξιό πλευρό της διμοιρίας, προσέφερε μια καλή διέξοδο διαφυγής, παράλληλα όμως και μια καλή δίοδο σε τυχόν εχθρικές δυνάμεις που θα είχαν σκοπό να την υπερφαλαγγίσουν. Το συγκεκριμένο ύψωμα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό εξαιτίας του γεγονότος ότι σε απόσταση μόλις 200 μέτρων στα αριστερά του βρισκόταν ο οδικός κόμβος που οδηγούσε βορειοδυτικά προς το Honsfeld και, εν συνεχεία, στην κοιλάδα τού ποταμού Amblève.

Παρά το γεγονός ότι η απειροπόλεμη 99η Μεραρχία αποτελούσε τμήμα τού V Σώματος Στρατού, η συγκεκριμένη διμοιρία, που τελούσε υπό τις διαταγές τού Υπολοχαγού Lyle J. Bouck Jr, βρισκόταν οριακά εντός του τομέα τού VIII Σώματος Στρατού, το βόρειο τμήμα του οποίου υπερασπιζόταν ασθενώς η 14η Ομάδα Ιππικού. Μερικοί καταστροφείς αρμάτων, που είχαν διατεθεί στη 14η Ομάδα Ιππικού, ήταν σταθμευμένοι ανάμεσα στις κατοικίες που βρίσκονταν κάτω από τον λόφο. Μόλις ο ορίζοντας από τα ανατολικά φωτίστηκε από τις λάμψεις εκατοντάδων πυροβόλων του γερμανικού Πυροβολικού, οι άνδρες της διμοιρίας αναγνωρίσεως, που κατάλαβαν ότι ο στόχος ήταν το χωριό Lanzerath, έσπευσαν να καλυφθούν μέσα στα ορύγματα, νιώθοντας ευγνώμονες που η 2α Μεραρχία είχε φροντίσει να τα διανοίξει. Όταν πλέον σταμάτησε το σφυροκόπημα του εχθρού, είδαν έκπληκτοι τους καταστροφείς αρμάτων να εγκαταλείπουν το χωριό, να περνούν από μπροστά τους και να στρίβουν αριστερά στον δρόμο που οδηγούσε στο Honsfeld. «Θα μπορούσαν τουλάχιστον να μας αποχαιρετήσουν»7, σχολίασε κάποιος από τους άνδρες της διμοιρίας.

Ο Bouck ήρθε αμέσως σε επαφή μέσω ασυρμάτου με τον σταθμό διοικήσεως τού προϊστάμενου συντάγματος, για να αναφέρει το γεγονός, και έλαβε διαταγή να στείλει μια μικρή περίπολο στο Lanzerath. Ο υπολοχαγός μαζί με τρεις ακόμα άνδρες κατηφόρισαν το ύψωμα και κατευθύνθηκαν προς το χωριό. Το φως ήταν ακόμη αμυδρό και η σκόνη από τις εκρήξεις δεν είχε καταλαγιάσει εντελώς. Σε κάποιο από τα σπίτια που μπήκαν για να ελέγξουν, άκουσαν κάποιον άνδρα να μιλάει γερμανικά. Το χωριό Lanzerath βρισκόταν δίπλα στα σύνορα του Βελγίου με τη Γερμανία και εντός των γερμανόφωνων ανατολικών καντονιών, έτσι οι άνδρες τού Bouck θεώρησαν πως ο άνδρας αυτός ήταν Γερμανός κατάσκοπος που παρείχε πληροφορίες στον εχθρό. Χρειάστηκε η επέμβαση του ίδιου του Bouck και αρκετές επεξηγήσεις προκειμένου ο γερμανόφωνος άνδρας να γλιτώσει τελικά τη ζωή του. Όταν η ορατότητα άρχισε πλέον να βελτιώνεται, οι άνδρες της διμοιρίας είδαν από μακριά έναν μεγάλο αριθμό στρατιωτών σε φάλαγγες να διέρχεται μέσα από τη Διάβαση του Losheim και να κατευθύνεται προς το μέρος τους. Ο Bouck έσπευσε να ενημερώσει εκ νέου τη διοίκηση του συντάγματος και αιτήθηκε πυρά πυροβολικού για να πλήξουν τον δρόμο που διέρχεται κάτω από το Lanzerath, όμως οι επιτελείς αντιμετώπισαν τα λεγόμενά του με δυσπιστία.

Κοιτάζοντας με τα κιάλια του, ο υπολοχαγός συνειδητοποίησε ότι οι στρατιώτες που πλησίαζαν φορούσαν τα χαρακτηριστικά κράνη και τις στολές των Γερμανών αλεξιπτωτιστών και προήλαυναν σε δύο φάλαγγες – μία σε κάθε πλευρά του δρόμου. Το γεγονός ότι τα αυτόματα όπλα τους κρέμονταν χαλαρά στον ώμο τους, και όχι σε ετοιμότητα, ενώ δεν προπορεύονταν ανιχνευτές ούτε υπήρχαν πλαγιοφυλακές, μαρτυρούσε πως μάλλον οι δύο αυτές φάλαγγες απλώς κινούνταν στο ίδιο δρομολόγιο. Ήταν το 9ο Σύνταγμα της 3ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών, αντικειμενικός σκοπός του οποίου ήταν να επιτύχει τη διάσπαση του μετώπου διευκολύνοντας την προέλαση των δυνάμεων του Peiper. Οι άνδρες της αμερικανικής διμοιρίας είχαν την ευκαιρία να οργανώσουν την τέλεια ενέδρα. Με το δάχτυλο στη σκανδάλη των αυτομάτων και των πολυβόλων τους, περίμεναν τη στιγμή που οι Γερμανοί θα εισέρχονταν στο πεδίο βολής τους και ο επικεφαλής τους θα έδινε την εντολή να ανοίξουν πυρ. Πράγματι, όταν ο Bouck εντόπισε τους αξιωματικούς τού 9ου Συντάγματος, έκανε νόημα στους άνδρες του να ετοιμαστούν. Όμως, την τελευταία στιγμή εμφανίστηκε ένα μικρό ξανθό κοριτσάκι, περίπου δεκατριών ετών, το οποίο βγήκε τρέχοντας από κάποιο σπίτι του χωριού και έδειξε με το δάχτυλό του προς την πλευρά της αμερικανικής διμοιρίας. Ο Bouck, μη θέλοντας να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του κοριτσιού, δίστασε να δώσει την εντολή. Αντιθέτως, κάποιος Γερμανός αξιωματικός, που κατάλαβε τι συνέβαινε, φώναξε στους άνδρες του να καλυφθούν, και εκείνοι έπεσαν ταχύτατα μέσα στα χαντάκια που βρίσκονταν αριστερά και δεξιά του δρόμου.8

Η ενέδρα είχε αποτύχει, όμως η διμοιρία του Bouck είχε ακόμη μια ευκαιρία να αποδεκατίσει τους νεαρούς και ελλιπώς εκπαιδευμένους Γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι τελούσαν υπό τις διαταγές ενός άπειρου και ισχυρογνώμονα, όπως αποδείχθηκε, διοικητή. Οι Γερμανοί επετίθεντο κατά κύματα και, στην προσπάθειά τους να σκαρφαλώσουν κάποιον φράχτη που βρισκόταν στον ανοιχτό χώρο κάτω ακριβώς από τις αμερικανικές θέσεις, γίνονταν εύκολη λεία για τους πολυβολητές της διμοιρίας αναγνωρίσεως. Η απόσταση του φράχτη από τις θέσεις των Αμερικανών ήταν τόσο μικρή, που οι τελευταίοι μπορούσαν να διακρίνουν ακόμη και τα πρόσωπα των θυμάτων τους. Ο Bouck επικοινώνησε και πάλι με τη διοίκηση του συντάγματος ζητώντας επειγόντως κάλυψη από το Πυροβολικό, όμως η απάντηση ήταν πως το Πυροβολικό ήταν εμπεπλεγμένο σε άλλες αποστολές. Όταν ζήτησε εντολές για το τι έπρεπε να κάνει, του απάντησαν: «Κρατήστε τις θέσεις σας με κάθε τρόπο!»9 Οι άνδρες της διμοιρίας συνέχιζαν να πολεμούν παρόλο που κάποιοι είχαν ήδη τραυματιστεί.

Ο Bouck θεωρούσε σχεδόν βέβαιο ότι ο διοικητής του γερμανικού συντάγματος, βλέποντας τούς άνδρες του να σκοτώνονται ή να τραυματίζονται στην άκαρπη προσπάθειά τους να καταλάβουν το ύψωμα, θα επιχειρούσε να υπερφαλαγγίσει την αμερικανική διμοιρία. Αντ’ αυτού όμως, είδε απλώς τη λευκή σημαία των αντιπάλων. Ο Bouck έδωσε εντολή για προσωρινή παύση του πυρός και οι Γερμανοί νοσοκόμοι περισυνέλεξαν τους τραυματίες τους. Αμέσως μετά η μάχη συνεχίστηκε και διήρκεσε για αρκετές ακόμη ώρες. Όταν πλέον έπεσε το σκοτάδι, και τα πυρομαχικά των Αμερικανών είχαν εξαντληθεί, ο Γερμανός διοικητής έδωσε διαταγή στους άνδρες του να υπερφαλαγγίσουν τους αμυνόμενους. Οι Γερμανοί κατέλαβαν το ύψωμα και συνέλαβαν τον Bouck με τους άνδρες του. Η διμοιρία του είχε καταφέρει να ανακόψει την προέλαση ενός ολόκληρου συντάγματος και να του προκαλέσει βαριές απώλειες: οι νεκροί και οι τραυματίες τού 9ου Συντάγματος ανέρχονταν σε 400, ενώ η διμοιρία του Bouck είχε μόνο έναν νεκρό και μερικούς τραυματίες. Όμως, το σπουδαιότερο επίτευγμά της ήταν η καθυστέρηση της γερμανικής προέλασης κατά μία ημέρα.

Ο Peiper, που γνώριζε εκ των προτέρων ότι η διάσπαση του μετώπου από δυνάμεις του Πεζικού αποτελούσε λανθασμένη επιλογή, ήταν έξαλλος. Ήδη η προέλαση του συγκροτήματος μάχης του είχε καθυστερήσει σημαντικά, επειδή η γέφυρα που περνούσε επάνω από τη σιδηροδρομική γραμμή, βορειοδυτικά τού Losheim, είχε καταστραφεί από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους τρεις μήνες νωρίτερα και δεν επισκευάστηκε παρά μόνο στις 19:30 εκείνο το απόγευμα. Επιπλέον, οι ιππήλατες μονάδες τού Πυροβολικού τής 12ης Μεραρχίας Volksgrenadier, οι οποίες προπορεύονταν της φάλαγγας των αρμάτων μάχης τού Peiper, επιβράδυναν περαιτέρω την προέλαση. Οι κλειστοί, από χαλάσματα και άλλα εμπόδια, δρόμοι επέτειναν τον εκνευρισμό του Peiper, ο οποίος έδωσε εντολή στα άρματα μάχης να προσπεράσουν τους προπορευόμενους και να ανοίξουν «βίαια τον δρόμο, πέφτοντας επάνω στα εμπόδια»10. Τόση ήταν η ανυπομονησία του για ταχεία προέλαση, που διέταξε τους αρχηγούς των πληρωμάτων ακόμη και να περάσουν μέσα από ένα αμερικανικό ναρκοπέδιο – το αποτέλεσμα ήταν να αχρηστευθούν πέντε άρματα μάχης.

Ο Peiper έλαβε εντολή από το στρατηγείο της 1ης Μεραρχίας Panzer των SS Leibstandarte Adolf Hitler να αλλάξει πορεία και να κατευθυνθεί προς το Lanzerath, προκειμένου να συναντήσει το τμήμα της 3ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών που είχε απωθηθεί. Το σχέδιο προέβλεπε ότι ο Peiper θα αναλάμβανε τη διοίκηση και του 9ου Συντάγματος και θα εξαπέλυε επίθεση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός κατοίκου τού Lanzerath, οι άνδρες τού Peiper εισέβαλαν στο χωριό σε έξαλλη κατάσταση «φωνάζοντας ότι επρόκειτο να σύρουν τους Αμερικανούς μέχρι τα Στενά της Μάγχης»11 και επαναλαμβάνοντας συνεχώς ότι τα γερμανικά στρατεύματα βρίσκονταν ήδη στις όχθες του Μεύση στη Λιέγη.

Ο Peiper απεχθανόταν τους αξιωματικούς του συντάγματος αλεξιπτωτιστών επειδή, χωρίς να έχουν προσωπική εμπειρία, επέμεναν πως οι αμυντικές θέσεις των Αμερικανών ήταν πολύ ισχυρές. Επίσης, ήταν εξοργισμένος με το συγκρότημα μάχης του Skorzeny, το οποίο είχε τεθεί υπό τη διοίκηση των δυνάμεών του, μαζί με τέσσερα άρματα μάχης Sherman και άλλα λαφυραγωγημένα οχήματα και τζιπ. «Θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν μείνει πίσω στην πατρίδα», έλεγε αργότερα, «καθώς δεν βρίσκονταν ποτέ στην εμπροσθοφυλακή της φάλαγγας όπως έπρεπε».12 Ο Peiper έδωσε εντολή στους άνδρες του και στους αλεξιπτωτιστές να προελάσουν προς το Buchholz και το Honsfeld.

Τον σιδηροδρομικό σταθμό τού Buchholz υπερασπιζόταν ένα μικρό τμήμα της 99ης Μεραρχίας Πεζικού, το οποίο βρισκόταν περικυκλωμένο από τμήματα της 3ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών. Ένας νεαρός προκεχωρημένος αξιωματικός παρατηρητής πυροβολικού, που είχε σταλεί εκεί προκειμένου να κατευθύνει τα πυρά υποστηρίξεως του αμερικανικού Πυροβολικού, ανέφερε αργότερα: «Αφήσαμε το τζιπ σε έναν αχυρώνα λίγο έξω από τον κεντρικό δρόμο. Ήταν μια ήσυχη, κρύα νύχτα… Ακούγαμε από μακριά τους άνδρες των τεθωρακισμένων μονάδων των SS να συνεννοούνται φωναχτά, τους ήχους από τους κινητήρες των αρμάτων μάχης, το κροτάλισμα από τις ερπύστριες»13. Μέσω του ασυρμάτου τους, τύπου SCR-536, μπορούσαν επίσης να ακούνε τους Γερμανούς διαβιβαστές που χλεύαζαν τους αμυνόμενους στα αγγλικά: «Λαμβάνετε; Λαμβάνετε; Λαμβάνετε; Κίνδυνος, κίνδυνος, κίνδυνος. Εξαπολύουμε σφοδρή επίθεση. Λαμβάνετε; Λαμβάνετε; Λαμβάνει κανείς σε αυτήν τη συχνότητα;» Οι υπερασπιστές του σιδηροδρομικού σταθμού του Buchholz ήταν πλέον καταδικασμένοι όταν κατέφθασαν τα αυτοκινούμενα αντιαεροπορικά του Peiper, τα οποία έφεραν τα τετράδυμα πυροβόλα των 20 mm που μπορούσαν να εξολοθρεύσουν όποιον αντίπαλο δεν είχε τη δυνατότητα να προστατευθεί εντός σκυρόδετου οχυρού ή οχήματος με θωράκιση.

Η 12η Μεραρχία Panzer των SS Hitler Jugend, στο δεξιό πλευρό των δυνάμεων του Peiper, αντιμετώπιζε προβλήματα καθώς προήλαυνε με αργό ρυθμό μέσα από τα χωριά Rocherath και Krinkelt. Η συγκεκριμένη μεραρχία δεν είχε ποτέ επουλώσει πλήρως τις πληγές που είχε υποστεί από τις δυνάμεις των Βρετανών και των Καναδών στη Νορμανδία. Ένας αξιωματικός κάποιου άλλου σχηματισμού των SS είχε σχολιάσει: «Ανάμεσα σε αυτούς [τους άνδρες της 12ης Μεραρχίας] υπήρχαν αρκετοί που δεν γνώριζαν την έννοια της στρατιωτικής πειθαρχίας. Κάποιοι συμπεριφέρονταν σαν πρόσκοποι και κάποιοι ήταν καθάρματα που μπορούσαν να σου κόψουν τον λαιμό χωρίς δεύτερη σκέψη»14. Εκτός των άλλων, οι άνδρες τής Hitler Jugend φαίνεται πως υπολείπονταν και σε τεχνικές γνώσεις, καθώς τα άρματα μάχης της μεραρχίας, τα Panther Mark V, παρουσίαζαν πολύ συχνά μηχανικές βλάβες.

Ο ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟΣ Ιστορικός Antony Beevor ερευνά εις βάθος τη Μάχη των Αρδεννών και προσφέρει μια σφαιρική και ειλικρινή ματιά στη γερμανική επίθεση που διατάχθηκε από τον Χίτλερ ως αντίβαρο στην πλάστιγγα που έγερνε υπέρ των α-ντιπάλων του στη Δυτική Ευρώπη.
Στις 16 Δεκεμβρίου του 1944, ο Χίτλερ «έπαιξε το τελευταίο του χαρτί» στα χιονισμένα δάση και φαράγγια των Αρδεννών, θεωρώντας ότι μια ταχεία γερμανική προέλαση μέχρι την Αμβέρσα θα κατόρθωνε να διασπάσει τις δυνάμεις των Συμμάχων και, ακολούθως, να υποχρεώσει τους Καναδούς και τους Βρετανούς να εγκαταλείψουν τον πόλεμο. Αρχικά οι Σύμμαχοι κατελήφθησαν εξαπίνης, καθώς βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με δυο τεθωρακισμένες στρατιές. Όμως, στη συνέχεια, η ηρωική και σθεναρή αντίσταση που προέβαλλαν οι Αμερικανοί στρατιώτες δημιούργησε έναν κυματοθραύστη, ο οποίος επιβράδυνε τη γερμανική προέλαση.
Η επίθεση στις Αρδέννες, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με τις σφοδρές συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στο Ανατολικό Μέτωπο, αποτέλεσε τη σημαντικότερη μάχη του πολέμου στη Δυτική Ευρώπη και ήταν εκείνη η πολεμική αναμέτρηση που επέφερε τελικά την καταστροφή της Βέρμαχτ.

Ο Beevor περιγράφει, με υποδειγματικό τρόπο, τον τρόμο και τη δυστυχία που βίωσαν τόσο οι σχεδόν ένα εκατομμύριο στρατιώτες που ενεπλάκησαν στη μάχη όσο και οι άμαχοι πολίτες και κατορθώνει να δημιουργήσει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είδε τη μάχη από κοντά. Παρακολουθεί τα γεγονότα μέσα από τα μάτια του απλού στρατιώτη, στηλιτεύει την υποκρισία και τις αδυναμίες των στρατηγών, καταδεικνύει τις θηριωδίες εις βάρος του άμαχου πληθυσμού και συνδυάζει εκτεταμένη αρχειακή έρευνα, δημοσιευμένες πηγές, προσωπικές μαρτυρίες και τη γνώση του για το πεδίο της μάχης.
Όσοι επιθυμούν να κατανοήσουν την εξέλιξη της επίθεσης και τους λόγους της αποτυχίας της θα ανακαλύψουν ότι πρόκειται για την πλέον πολύτιμη προσθήκη στη βιβλιογραφία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
                            

                        Κωνσταντίνος Ι. Γκοβόστης

Θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη για την αφηγηματική ζωντάνια και τη σαφήνεια με την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα στρατηγικής σημασίας και την ικανότητά του να αναβιώνει το πεδίο της μάχης, επιστρατεύοντας τις συγκλονιστικές περιγραφές και την παράθεση των λεγομένων των ίδιων των πρωταγωνιστών. Επίσης, ο Beevor κατορθώνει να πλέξει ένα αφηγηματικό δίχτυ μεταξύ των μαχών και του επιχειρησιακού σχεδιασμού, δείχνοντας πώς οι αποφάσεις των στρατηγών διαμορφώνουν –άλλοτε πολύ και άλλοτε καθόλου– τις συνθήκες στα πεδία των μαχών.

The New York Times Book Review

 

Ο βραβευμένος Ιστορικός Antony Beevor ερευνά εις βάθος τη Μάχη των Αρδεννών. Έτσι προσφέρει μια σφαιρική και ειλικρινή ματιά στη γερμανική επίθεση που διατάχθηκε από τον Χίτλερ ως αντίβαρο στην πλάστιγγα που έγερνε υπέρ των αντιπάλων του στη Δυτική Ευρώπη. Ο Beevor στηλιτεύει την υποκρισία και τις αδυναμίες των στρατηγών και καταδεικνύει τις θηριωδίες εις βάρος του άμαχου πληθυσμού… Ένα εγχειρίδιο απαραίτητο για όποιον θέλει να μάθει για τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Kirkus Reviews

 

Όσοι επιθυμούν να κατανοήσουν την εξέλιξη της επίθεσης και τους λόγους της αποτυχίας της, θα ανακαλύψουν ότι πρόκειται για την πλέον πολύτιμη προσθήκη στη βιβλιογραφία του Β Παγκοσμίου Πολέμου.

The Christian Science Monitor

 

O Beevor φτιάχνει τον καμβά ενός κόσμου εξαντλημένου από τον πόλεμο… Οι περιγραφές του Beevor δημιουργούν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είδε τη μάχη από κοντά…

The Boston Globe

 

Μια υποδειγματική καταγραφή της δυστυχίας και του τρόμου μιας αποτρόπαιης σύγκρουσης, κατά τη διάρκεια της οποίας περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνδρες πολέμησαν σε συνθήκες που θυμίζουν κατά πολύ εκείνες του Ανατολικού Μετώπου.

The Australian

 

Beevor, Antony

Ο Antony Beevor σπούδασε στο Winchester και το Sandhurst. Ως μόνιμος Αξιωματικός της 11ης Ίλης Oυσάρων υπηρέτησε στη Γερμανία και την Aγγλία μέχρι που παραιτήθηκε από τον στρατό μετά από πέντε χρόνια υπηρεσίας.

Eίναι παντρεμένος με την Artemis Cooper, σε συνεργασία με την οποία έγραψε το Paris after the Liberation, 1944-1949. Kαι οι δύο έχουν ανακηρυχθεί Chevalier de l' Ordre des Arts et des Lettres από τη Γαλλική Kυβέρνηση.

Στα έργα του περιλαμβάνονται τα: Κρήτη: Η Μάχη και η Αντίσταση (Βραβείο Runciman), Βερολίνο: Η Πτώση 1945 (Βραβείο Longman-History Today Trustees), Στάλινγκραντ (Βραβείο Samuel Johnson, Βραβείο Ιστορίας Wolfson και Βραβείο Λογοτεχνίας Hawthornden), Το μυστήριο της Όλγας Τσέχοβα, Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939 (Βραβείο La Vanguardia), D-Day: Η Απόβαση στη Νορμανδία (Βραβείο Henry Malherbe και Μετάλλιο RUSI Westminster) και Ένας Συγγραφέας στον Πόλεμο: Ο Βασίλι Γκρόσμαν με τον Κόκκινο Στρατό, 1941-1945.

Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και έχουν πουλήσει περισσότερα από έξι εκατομμύρια αντίτυπα.

Έχει διατελέσει πρόεδρος του Society of Authors, ενώ είναι επίτιμος διδάκτορας στα πανεπιστήμια του Kent, του Bath και της East Anglia και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Kent. Το 2014, στις Ηνωμένες Πολιτείες, του απονεμήθηκε το Βραβείο Λογοτεχνίας Pritzker για τη συνολική προσφορά του στη Στρατιωτική Ιστορία.

Ο Beevor ζει στην Αγγλία.

 

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.